Μιχάλης Καϊταντζίδης: Aδιαφάνεια και υψηλό κόστος στις συνδέσεις ΑΠΕ
Έλλειψη διαφάνειας για τα θέματα διασύνδεσης μονάδων ΑΠΕ στο σύστημα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην υλοποίηση των επενδύσεων, αλλά και υπερτιμολογήσεις των έργων διασύνδεσης συνεχίζουν να ταλανίζουν τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
Όπως προκύπτει από τις απόψεις που κατέθεσαν οι ενδιαφερόμενοι φορείς (φωτοβολταϊκά, μικρά υδροηλεκτρικά κ.α.) στη δημόσια διαβούλευση της ΡΑΕ για τους όρους σύνδεσης μονάδων ΑΠΕ με το δίκτυο, ως κύριο θέμα αναδεικνύεται η αναχρονιστική νοοτροπία που επικρατεί στη ΔΕΗ, ως διαχειρίστρια του δικτύου, για τις δυνατότητες του δικτύου, με αποτέλεσμα να ακυρώνονται επενδύσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν.
Ακόμη επισημαίνονται τα φαινόμενα αδιαφάνειας σε όλο το φάσμα διαχείρισης των θεμάτων αυτών, από την κατάθεση της αίτησης, τις χωρητικότητες της κάθε γραμμής, ενώ ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο υψηλό κόστος που επιβάλει η ΔΕΗ για τις διασυνδέσεις των μονάδων.
Σημειώνεται ότι και η ΡΑΕ έχει αμφισβητήσει πριν μερικούς μήνες τις αιτιάσεις της ΔΕΗ περί κορεσμένων δικτύων. Αναμένει δηλαδή από τη ΔΕΗ λεπτομερή αποτύπωση της κατάστασης, προκειμένου να διαφανούν οι πραγματικές δυνατότητες που παρέχουν για συνδέσεις μονάδων ΑΠΕ και να τεθεί το όλο θέμα σε νέα περισσότερο ρεαλιστική βάση που θα επιτρέψει την πραγματοποίηση επενδύσεων.
Ειδικότερα, ο Σύνδεσμος Μικρών Υδροηλεκτρικών, για τα θέματα διαφάνειας επισημαίνει ότι μία λύση θα ήταν η δημοσιοποίηση μέσω διαδικτύου της διαθεσιμότητας του δικτύου ανά περιοχή με εξειδίκευση ανά γραμμή Μέσης Τάσης και ταυτόχρονη δήλωση της δυνατότητας επέκτασης των Υποσταθμών. Το ίδιο πρέπει να ισχύσει, σύμφωνα με το Σύνδεσμο, και για τα δίκτυα Χαμηλής Τάσης, ώστε να μην προκαλούνται στρεβλώσεις αλλά και συνθήκες διακριτικής μεταχείρισης μεταξύ των επενδυτών.
Αυτό ωστόσο που τονίζει ιδιαίτερα, είναι ότι «το θέμα των δικτύων ανακηρύσσεται ως το μείζον για τη βιώσιμη υλοποίηση των έργων ΑΠΕ. Ως προς αυτήν την κατεύθυνση, η διαφάνεια στη διαχείριση των δικτύων είναι το πλέον σημαντικό».
Σε ό,τι αφορά στην χωρητικότητα των δικτύων, άποψη του Συνδέσμου Φωτοβολταϊκών είναι ότι για τη συγκεκριμένη τεχνολογία, η χωρητικότητα των δικτύων ξεπερνά κατά πολύ, αυτήν που υπολογίζει ο Διαχειριστής Δικτύου (ΔΕΗ).
Για να στηρίξει την άποψη αυτή ο ΣΕΦ, επιστρατεύει την αξιοποίηση πλήρως διαθέσιμης τεχνολογίας, δηλαδή εξοπλισμό δικτύου, όπως Συμβατικούς και ηλεκτρονικούς ρυθμιστές τάσης, πυκνωτές. Επίσης, τις δυνατότητες των σύγχρονων αντιστροφέων που προσφέρουν ελεγχόμενη έγχυση αέργου και πραγματικής ισχύος.
Κόστος
Το κόστος διασύνδεσης μίας μονάδας ΑΠΕ με το σύστημα, αποτελεί πεδίο αποκλειστικής αρμοδιότητας του διαχειριστή του δικτύου, δηλαδή των αρμόδιων υπηρεσιών της ΔΕΗ. Η μέχρι σήμερα εμπειρία, όπως αναφέρουν στο euro2day άνθρωποι της αγοράς, είναι να βγάζει το κοστολόγιο και να το κατασκευάζει η ίδια η ΔΕΗ, με έξοδα του επενδυτή και στο χρόνο που αυτή θα καθορίσει.
Στην περίπτωση που ο επενδυτής κρίνει ότι το κόστος είναι υψηλό και απευθυνθεί σε ανεξάρτητο κατασκευαστή, προκειμένου να ολοκληρωθεί γρηγορότερα η εργασία, τότε κινδυνεύει να απορρίψει το έργο ο ελεγκτής της ΔΕΗ, και να χάσει επιπλέον χρόνο στην έναρξη λειτουργίας της επένδυσης, για λόγους μη τήρησης των προδιαγραφών.
Για το θέμα αυτό ο Σύνδεσμος Φωτοβολταϊκών σημειώνει ότι «τα σχετικά ποσά έχουν καθοριστεί αυθαίρετα, ενώ δεν αναλαμβάνεται καμία δέσμευση αναφορικά με το χρόνο απόκρισης στο αίτημα ή την επιστροφή του ποσού, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης από το Διαχειριστή Δικτύου ή την ακύρωση της αίτησης από πλευράς του αιτούντα».
Ειδικότερα, στην περίπτωση των οικιακών φωτοβολταϊκών (φωτοβολταϊκά στις στέγες), ο ΣΕΦ επισημαίνει ότι «τα κόστη σύνδεσης είναι απαράδεκτα υψηλά (μέσοι όροι σύνδεσης 800 ευρώ + ΦΠΑ για μονοφασική σύνδεση και 1.000 ευρώ +ΦΠΑ για τριφασική). Τα ποσά αυτά είναι 2-3 φορές υψηλότερα από τα αντίστοιχα που ισχύουν, για παράδειγμα, στη Γερμανία και θα πρέπει να μειωθούν άμεσα».
Τέλος ο Σύνδεσμος Φωτοβολταϊκών επισημαίνει ότι παρά τις παρεμβάσεις και οχλήσεις προς τα ανώτερα κλιμάκια της ΔΕΗ, οι υπηρεσίες της εξακολουθούν να μην παρέχουν ελεύθερα και άμεσα επίσημα στοιχεία προς τους ενδιαφερόμενους, σε σχέση με την πρόοδο ή την τύχη των αιτημάτων τους, καθώς και για την κατάσταση του Δικτύου.
(Euro2day, 15/4/2011)