Σε τροχιά σύγκλισης; Η δυναμική της ευρω-ελλαδικής διαπραγμάτευσης
του Θεόδωρου Τσακίρη

Σε τροχιά σύγκλισης; Η δυναμική της ευρω-ελλαδικής διαπραγμάτευσης

16 02 2015 | 15:33

Λιγότερο από τρείς εβδομάδες μετά τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου αρχίζει, μέσα από την αχλή των καταιγιστικών εξελίξεων που μεσολάβησαν, να διαφαίνεται το περίγραμμα ενός δυνητικού συμβιβασμού που θα επιτρέψει στον κύριο Τσίπρα να αναδιαπραγματευθεί το δικό του μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα με το ΔΝΤ και τους Ευρωπαίους πιστωτές της Ελλάδος. Παρά την ευρύτερη εθνική συσπείρωση που επέτυχε να συγκεντρώσει η νεοπαγής κυβέρνηση και παρά την εξεύρεση δυνητικών διπλωματικών εταίρων που θα επιχειρήσουν να αμβλύνουν τις γερμανικές μαξιμαλιστικές, η κυβέρνηση Τσίπρα καλείται να συνειδητοποιήσει τους πραγματιστικούς περιορισμούς της ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάμεων που καλείται να αξιοποιήσει υπέρ της Ελλάδος.

Παρά την επικοινωνιακή “καταιγίδα” επαφών που είχαν κυβερνητικά στελέχη σε όλη την Ευρώπη και το θετικό διαπραγματευτικό αντίκτυπο που αυτές οι επαφές είχαν στο Συμβούλιο Κορυφής της 12ης Φεβρουαρίου όπου η Ελλάδα δεν απομονώθηκε εντελώς διπλωματικά, η κυβέρνηση πρέπει να κατανοήσει ότι η πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Νομισματικής Ένωσης (γνωστότερου ως Eurogroup) διάκειται είτε εχθρικά έναντι των Αθηνών είτε αντιμετωπίζει την ελληνική κυβέρνηση με εξαιρετική καχυποψία. Η εχθρότητα αυτή προκύπτει είτε για αμιγώς πολιτικούς λόγους όπως στην περίπτωση του Ισπανού Πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι ή του Φινλανδού ομολόγου του είτε για καθαρά ιδεολογικούς λόγους όπως η χαρακτηριστική περίπτωση του κ. Σόϊμπλε.

Η εχθρότητα αυτή είναι μειοψηφούσα τάση μεταξύ των μελών του Συμβουλίου και δεν φαίνεται να απηχεί τις απόψεις της καγγελαρίου Μέρκελ η οποία εμφανίστηκε σαφώς πιο ευέλικτη και διαλλακτική ως προς τη δυνατότητα ενός συμβιβασμού με την Ελλάδα σε σύγκριση με το βασικό εσωκομματικό της αντίπαλο και Υπουργό επί των Οικονομικών. Η καχυποψία ωστόσο είναι η πλειοψηφούσα τάση στο εσωτερικό του Συμβουλίου ακόμη και για εκείνες τις χώρες, όπως η Αυστρία, η Γαλλία και η Ιταλία που φαίνεται να στηρίζουν το αίτημα των Αθηνών για μια πολύμηνη διαπραγμάτευση που θα θέσει επί τάπητος και τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Η καχυποψία αυτή απορρέει από το φόβο ότι η νέα κυβέρνηση θα επιχειρήσει να ισοπεδώσει το σύνολο των μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιήθηκαν επί των ετών της μνημονιακής προσαρμογής, οι οποίες -παρά το δυσβάστακτο ανθρωπιστικό τους κόστος- επέτυχαν τη δημιουργία πλεονασματικών προϋπολογισμών και τη ρηχή έστω στροφή της οικονομίας σε μια ισχνή ανάπτυξη της τάξης του 1,7% το τελευταίο τρίμηνο του 2014 με πρωταγωνιστή τον τουριστικό τομέα.

Ο φόβος αυτών των Ευρωπαίων όπως και της πλειοψηφίας των δυνάμεων της ελληνικής αντιπολίτευσης και όσων εν γένει δεν ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, εντοπίζεται στο ενδεχόμενο αναδημιουργίας ελλειμάτων που θα προκύψουν ως συνδυαστικό αποτέλεσμα (α) του εκτροχιασμού των εσόδων λόγω της άτυπης προεκλογικής στάσης πληρωμών των Ελλήνων φορολογουμένων που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο, (β) της κατάργησης του συνόλου των αποκρατικοποιήσεων και (γ) των εξαγγειλόμενων φοροελαφρύνσεων ή φοροκαταργήσεων με σημαντικότερη ίσως την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και την επιστροφή του αφορολόγητου στο ύψος των €12.000.

Η καχυποψία αυτή των Ευρωπαίων και μεγάλου μέρους των Ελλήνων πολιτών μεγενθύνεται από τη συνεχιζόμενη ασάφεια των προθέσεων της κυβέρνησης σε ότι αφορά τη ρεαλιστική κοστολόγηση των ενεργειών και των προθέσεων της. Είναι προφανές ότι οι προτάσεις που παρουσιάστηκαν στο Eurogroup της 11ης Φεβρουαρίου από τους κ.κ. Δραγασάκη και Βαρουφάκη δεν ήταν λεπτομερώς κοστολογημένες, κάτι το τουλάχιστον αξιοπερίεργο για ένα κόμμα που προκάλεσε πρόωρες εκλογές.

Αν οι προτάσεις Βαρουφάκη-Δραγασάκη ήταν όντως κοστολογημένες δεν θα γινόταν επί τριημέρου (13-15 Φεβρουαρίου) συνάντηση των εμπειρογνωμόνων των τριών θεσμικών εταίρων και της ελληνικής αντιπροσωπείας υπό τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμώνων κ.Χουλιαράκη στις Βρυξέλλες με στόχο να καταγραφούν και να κοστολογηθούν οι εναλλακτικές αντιπροτάσεις των Αθηνών για το 30% του προηγούμενου προγράμματος που ο κ.Βαρουφάκης δικαίως χαρακτήρισε ως “τοξικό”. Αυτό ωστόσο που οι κυβερνώντες θα πρέπει να κάνουν άμεσα είναι να προβούν σε μια λεπτομερή και προπαντώς πειστική (για τους Ευρωπαίους) καταγραφή των δημοσιονομικών ισοδυνάμων που προτείνουν για κάθε προγραμματική αλλαγή που επιδιώκουν. Αυτό είναι βασικό προαπαιτούμενο για να δοθεί η όποια πίστωση χρόνου πέρα της 28η Φεβρουαρίου.

Αυτό είναι ο κορμός της πρώτης φάσης της ελληνικής διαπραγμάτευσης: η πίστωση χρόνου χωρίς τη συνέχιση του προηγούμενου προγράμματος χωρίς παράλληλα αυτή η διακοπή να επιφέρει συνθήκες ασφυξίας στην ελληνική αγορά. Για οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης αυτό το αίτημα ακούγεται και είναι τόσο λογικό που δεν θα έπρεπε να συζητείται καν, αλλά δυστυχώς στην περίπτωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η καψυχοποψία με την οποία αντιμετωπίζεται η ασάφεια των κοστολογημένων (;) εναλλακτικών της, πολλαπλασιάζεται λόγω της αναξιοπιστίας του συνόλου των προηγούμενων ελλαδικών κυβερνήσεων που δημιούργησαν το πολιτικό-οικονομικό σύστημα το οποίο μας οδήγησε στο Μνημόνιο. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς και δεν έχει την ευθύνη για αυτό και για όλα όσα ακολούθησαν τη διαχείριση, ιδίως του πρώτου μνημονίου, έως τον Ιούνιο του 2012.

Η κυβέρνηση του κ.Τσίπρα φαίνεται αποφασισμένη να τα καταφέρει στον ανένδοτο αγώνα που κήρυξε εναντίον της διαφθοράς, αλλά δυστυχώς, λόγω της συσωρευμένης αναξιοπιστίας της Ελλάδος έναντι των Ευρωπαίων ομολόγων μας, αυτή η αποφασιστικότητα δεν μπορεί να μετατραπεί άμεσα σε κοστολογημένα φοροεισπρακτικά ισοδύναμα ακόμη και εάν οι προθέσεις του Έλληνα Πρωθυπουργού είναι οι ειλικρινέστερες που υπάρχουν. Μπορεί βέβαια να τα καταφέρει, και σε αυτό πρέπει να τον συνδράμουμε όλοι μας αλλά αυτό θέλει χρόνο για να φανεί στην Ευρώπη και να γίνει αποδεκτό από αυτή.

Αυτό ακριβώς το χρόνο διεκδικούμε και αυτόν το χρόνο η πλειοψηφία των Εταίρων μας θα ήταν προδιατεθειμένη να μας πιστώσει έως τα τέλη Ιουνίου. Τον Ιούλιο λήγουν ομόλογα που διακρατεί η ΕΚΤ και τα οποία η Αθήνα δεν έχει και δεν θα έχει τη δυνατότητα να τα αποπληρώσει εάν στο μεταξύ δεν έχει επιτευχθεί μια στρατηγική συμφωνία που θα ελαφρύνει το χρέος μεσο-μακροπρόθεσμα μειώνοντας την υποχρέωση για πρωτογενή πλεονάσματα του 4,5%. Για να επιτευχθεί ωστόσο αυτή η χρονική πίστωση θα πρέπει να τηρηθούν οι εξής προϋποθέσεις:

(α) Η άμεση διαπραγμάτευση πρέπει να επικεντρωθεί όχι στη βιωσιμότητα του χρέους αλλά στα κοστολογημένα ισοδύναμα που θα αντικαταστήσουν το 30% του “τοξικού” τμήματος του παλαιού προγράμματος έτσι ώστε να προκύπτει πάση θυσία έστω και ένα μικρό πλεόνασμα για τον προϋπολογισμό του 2015. Εάν κερδίσουμε την παράταση έως τον Ιούνιο και ο προϋπολογισμός καταστεί ελλειματικός έως τότε, είτε θα χρεωκοπήσουμε αυτοδραχμοποιούμενοι είτε θα υπογράψουμε ένα τρίτο Μνημόνιο λιτότητας που θα μας γυρίσει πολύ πιο πίσω από το σημείο που ήμασταν τον Δεκέμβριο του 2014 ή από το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε τώρα.

(β) Η διατήρηση πλεονασματικών προϋπολογισμών αποτελεί την πρώτη “κόκκινη γραμμή” και των Ευρωπαίων και όλων των ευσυνείδητων Ελλήνων καθώς τα πλεονάσματα αυτά μας προστατεύουν από νέα μέτρα λιτότητας και κρατούν ζωντανή τη δέσμευση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Νοεμβρίου 2012 για περαιτέρω ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

(γ) Το ονομαστικό κούρεμα χρέους και οι όποιες μονομερείς ενέργειες από την πλευρά της Αθήνας που ενέχουν κίνδυνο εκτροχιασμού του προϋπολογισμού πρέπει να αποκλεισθούν όσο ισχυρός και εάν είναι ο πειρασμός του λαϊκισμού. Η όποια απομείωση πρέπει να γίνει με βάση μακροπρόθεσμα ποιοτικά χαρακτηριστικά και κατά συναινετικό τρόπο χωρίς να αποκλείεται η ανταλλαγή μέρους του χρέους με ομόλογα που θα υπόκεινται στη λεγόμενη ρήτρα ανάπτυξης.

(δ) Η διαπραγμάτευση για την πίστωση χρόνου πρέπει να κλήσει μέσα στον Φεβρουάριο ώστε να μην δοθεί πρόσχημα στην ΕΚΤ για περαιτέρω αυστηροποίηση της ρευστότητας προς την Ελλάδα και να μην χαθεί υπερπολύτιμος χρόνος από τη στρατηγική διαπραγμάτευση για το χρέος και το μεσοπρόθεσμο που ακολουθεί και το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνει και ένα νέο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Οι αποκρατικοποιήσεις αυτές άλλωστε θα είναι χρήσιμες και για τον επιχειρούμενο αναπροσανατολισμό της ελληνικής διπλωματίας προς τη Ρωσία και την Κίνα, αρκεί να μην πιστεύσουμε ότι αυτές μπορούν να υποκαταστήσουν την οργανική θέση της Ελλάδος στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

(του Δρ.Θεόδωρου Τσακίρη, Επίκουρου Καθηγητή Γεωπολιτικής & Υδρογονανθράκων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM