Φωτιά στο πετρέλαιο από τους τζιχαντιστές
Το 2003 η Βαγδάτη πολέμησε ενάντια στους Αμερικανούς. Το 2014 τους ζητά να επέμβουν για να τη διασώσουν. Έντεκα χρόνια μετά την εισβολή του 2003, το ιρακινό κράτος «προσκαλεί» μια νέα δυτική στρατιωτική επέμβαση, ετούτη τη φορά με στόχο την αποκατάσταση της τάξης σε μια χώρα που οδεύει προς τριχοτόμηση.
Το εμφυλιοπολεμικό χάος επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα, απειλώντας την κομβικής σημασίας πετρελαϊκή παραγωγή του Ιράκ και στέλνοντας τις τιμές του «μαύρου χρυσού» στα ύψη (εξέλιξη που εγκυμονεί κινδύνους και για την παγκόσμια ανάπτυξη).
Οι σουνίτες τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Λεβάντε (ΙΚΙΛ) προελαύνουν και η Βαγδάτη είναι πλέον σαφές πως χρειάζεται έξωθεν βοήθεια για να τους απωθήσει. Η ιρακινή κυβέρνηση ζήτησε επισήμως από τις ΗΠΑ να τη συνδράμουν εξαπολύοντας αεροπορικές επιδρομές εναντίον των τζιχαντιστών που ελέγχουν ήδη μεγάλο μέρος του Βόρειου - Βορειοδυτικού Ιράκ. «Έχουμε λάβει αίτημα από την ιρανική κυβέρνηση για επέμβαση από αέρος», δήλωσε χθες ο αρχηγός των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στρατηγός Μάρτιν Ντέμπσεϊ.
Παράλληλα, πίσω στο Ιράκ, οι μάχες μαίνονταν μεταξύ ανταρτών και κυβερνητικών δυνάμεων για τον έλεγχο του μεγαλύτερου διυλιστηρίου της χώρας στην πόλη Μπαϊτζί στα βόρεια, με τους αντάρτες να διακηρύττουν πως ελέγχουν το 75% του διυλιστηρίου και τη Βαγδάτη να υποστηρίζει αντιθέτως πως τους έχει απωθήσει.
Ο Μπαράκ Ομπάμα είχε χθες σειρά επαφών με τους επικεφαλής Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο, προκειμένου να αποφασίσει τις επόμενες κινήσεις των ΗΠΑ. Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσιαζόταν διστακτικός στο ενδεχόμενο αεροπορικών επιδρομών στην παρούσα φάση.
Οι πληροφορίες, πάντως, για τη στάση που θα κρατήσουν οι Αμερικανοί ήταν αντιφατικές, με άλλες πηγές να αποκλείουν τις αεροπορικές επιδρομές «προς το παρόν» και άλλες να μιλούν για «στοχευμένα αεροπορικά πλήγματα» με μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Σε πολιτικό επίπεδο η Ουάσιγκτον δείχνει πλέον να βάζει στο τραπέζι ως «λύση» για εκτόνωση της κατάστασης και την «παραίτηση» του Ιρακινού πρωθυπουργού Μαλίκι.
Παράλληλα ωστόσο, πίσω στη γειτονιά του Ιράκ όλα έδειχναν έτοιμα για... ανάφλεξη. Η σιιτική Τεχεράνη δήλωσε έτοιμη να επέμβει στρατιωτικά για «να προστατέψει τα σιιτικά τεμένη από δολοφόνους και τρομοκράτες». Η σουνιτική Σαουδική Αραβία, από την άλλη, προειδοποίησε το Ιράν να μείνει μακριά.
Τα Εμιράτα ανακάλεσαν τον πρεσβευτή τους και η Τουρκία κάλεσε τους πολίτες της να εγκαταλείψουν το Ιράκ (όλες τις περιοχές εκτός Ιρακινού Κουρδιστάν), ενώ από τη χώρα έχουν απομακρύνει μεγάλο μέρος του προσωπικού τους και οι πετρελαϊκές ExxonMobil και BP.
Η τύχη του διυλιστηρίου Μπαϊτζί, για τον έλεγχο του οποίου μάχονταν χθες αντάρτες και κυβέρνηση, αποτελούσε ωστόσο τη μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας όχι μόνο για τη Βαγδάτη αλλά και ευρύτερα για τη διεθνή κοινότητα. Κι αυτό διότι μιλάμε για το μεγαλύτερο διυλιστήριο της χώρας.
Οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Μπαϊτζί απέχουν περίπου 210 χλμ. από την πρωτεύουσα. Παράγουν περίπου 170.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως και τροφοδοτούν κυρίως το Βόρειο Ιράκ (τα προβλήματα τροφοδοσίας έγιναν μάλιστα αισθητά στο Ιρμπίλ, όπου χθες τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν μεγάλες ουρές έξω από τα πρατήρια βενζίνης). Από οικονομική-ενεργειακή σκοπιά, το εν λόγω διυλιστήριο είναι «ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία στο Ιράκ», σχολιάζουν οι «Financial Times».
Το Ιράκ είναι, άλλωστε, η δεύτερη μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα στις τάξεις του OPEC, καθώς και η χώρα με τα πέμπτα μεγαλύτερα διαπιστωμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο.
Επί του παρόντος εξάγει 2,7 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, ενώ πέρυσι η παραγωγή άγγιζε τα 3,2 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Περίπου το 70% της παραγωγής βρίσκεται στον Νότο που εξακολουθεί να ελέγχεται από τους σιίτες (εκεί δραστηριοποιούνται και εταιρείες όπως οι Gazprom Neft, Lukoil, BP κ.ά.).
Το εμφυλιοπολεμικό κλίμα, ωστόσο, αρκεί για να στείλει τις τιμές του πετρελαίου στα ύψη. Το μπρεντ ξεπέρασε χθες τα 113 δολ. το βαρέλι αγγίζοντας υψηλό 9μήνου. Από την εν λόγω άνοδο αναμένεται να πληγούν κυρίως χώρες όπως η Κίνα και η Ιαπωνία, ενώ οι αναλυτές προειδοποιούν πως κάθε άνοδος 10 δολ. στην τιμή του βαρελιού πετρελαίου οδηγεί σε πτώση της παγκόσμιας ανάπτυξης κατά 0,2%.
(Γ. Σκαφίδας, Έθνος, 19/6/2014)