Ρεύμα: Στο στόχαστρο ρευματοκλοπές και ληξιπρόθεσμα – Τα 3 δισ. χρέη και το κόστος των 450 εκατ. ευρώ

Ρεύμα: Στο στόχαστρο ρευματοκλοπές και ληξιπρόθεσμα – Τα 3 δισ. χρέη και το κόστος των 450 εκατ. ευρώ

Ρεύμα: Στο στόχαστρο ρευματοκλοπές και ληξιπρόθεσμα – Τα 3 δισ. χρέη και το κόστος των 450 εκατ. ευρώ
09 09 2026 | 07:30

Δύο από τις σημαντικότερες «κρυφές» πηγές επιβάρυνσης των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, οι ρευματοκλοπές και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, μπαίνουν στο στόχαστρο του κυβερνητικού σχεδίου για μείωση κατά 30% του ενεργειακού κόστους σε ορίζοντα τριετίας. Πρόκειται για δύο διαφορετικά προβλήματα που, σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, έχουν έναν κοινό παρονομαστή: το κόστος που δεν καταβάλλεται από εκείνον που το προκαλεί καταλήγει τελικά να επιβαρύνει το σύνολο της αγοράς και, σε τελευταία ανάλυση, τους συνεπείς καταναλωτές.

Τα μεγέθη είναι ενδεικτικά της έκτασης του προβλήματος. Οι μη τεχνικές απώλειες του δικτύου, στις οποίες εντάσσονται οι ρευματοκλοπές, δημιούργησαν την περίοδο 2022-2024 κόστος της τάξης των 450 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ από την άλλη πλευρά οι ληξιπρόθεσμες οφειλές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχουν φθάσει περίπου στα 3 δισ. ευρώ.

Το σκεπτικό του υπουργείου είναι ότι η αντιμετώπιση των δύο αυτών μετώπων μπορεί να αφαιρέσει ένα σημαντικό βάρος από την τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Άλλωστε, στο συνολικό σχέδιο που παρουσίασε η ηγεσία του ΥΠΕΝ, η μείωση των απωλειών μέσω της αντιμετώπισης των ρευματοκλοπών και ο περιορισμός του κόστους προμήθειας μέσω της αντιμετώπισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών αποτελούν δύο διακριτές παρεμβάσεις για την επίτευξη του στόχου της τριετίας.

Το κόστος των 450 εκατ. από τις ρευματοκλοπές

Όπως εξήγησε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, το πρόβλημα των ρευματοκλοπών επιδεινώθηκε σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια. Η πανδημία και στη συνέχεια η ενεργειακή κρίση δημιούργησαν δύο διαδοχικές κρίσεις, οι οποίες αφενός περιόρισαν τη δυνατότητα εποπτείας του δικτύου και αφετέρου, εξαιτίας της μεγάλης αύξησης των τιμών της ενέργειας, ενίσχυσαν τα κίνητρα για παράνομες παρεμβάσεις στις παροχές.

Το αποτέλεσμα ήταν οι μη τεχνικές απώλειες να αυξηθούν σημαντικά, με τον κ. Τσάφο να τοποθετεί το σχετικό κόστος για την περίοδο 2022-2024 στα 450 εκατ. ευρώ τον χρόνο.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η συγκεκριμένη επιβάρυνση δεν εξαφανίζεται από το σύστημα. Η ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνεται χωρίς να καταγράφεται ή να πληρώνεται πρέπει να ανακτηθεί οικονομικά, με αποτέλεσμα το κόστος να επιμερίζεται τελικά στην υπόλοιπη αγορά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το ΥΠΕΝ, το ποσοστό των ρευματοκλοπών είχε ανέβει περίπου στο 4,5%, ενώ η κυβερνητική στρατηγική προβλέπει τη σταδιακή αποκλιμάκωσή του.

Το «όπλο» των έξυπνων μετρητών

Βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση του φαινομένου είναι η επιτάχυνση του προγράμματος εγκατάστασης έξυπνων μετρητών από τον ΔΕΔΔΗΕ.

Όπως ανέφερε ο Νίκος Τσάφος, το πρόγραμμα βρίσκεται πλέον σε τροχιά υλοποίησης, με περίπου 1 εκατ. και πλέον νέους έξυπνους μετρητές τον χρόνο. Η τηλεμέτρηση επιτρέπει στον Διαχειριστή να αποκτήσει πολύ πιο αξιόπιστη εικόνα για την κατανάλωση και, κυρίως, να εντοπίζει ταχύτερα σημεία του δικτύου στα οποία εμφανίζονται ασυνήθιστες απώλειες και ενδεχόμενες ρευματοκλοπές.

Ήδη περίπου τα δύο τρίτα της ενέργειας που διακινείται στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ βρίσκονται υπό τηλεμέτρηση, ενώ η ανάπτυξη των έξυπνων μετρητών έχει διπλό όφελος. Εκτός από την καταπολέμηση των ρευματοκλοπών, δημιουργεί τις υποδομές για δυναμικά τιμολόγια και δίνει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να προσαρμόζει τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας στις ώρες κατά τις οποίες οι τιμές είναι χαμηλότερες.

Τα 3 δισ. των ληξιπρόθεσμων

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, οι οποίες έχουν συσσωρευθεί στην αγορά και υπολογίζονται πλέον σε περίπου 3 δισ. ευρώ.

Όπως διευκρίνισε ο κ. Τσάφος, πίσω από αυτό το ποσό δεν βρίσκονται μόνο στρατηγικοί κακοπληρωτές. Υπάρχουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν πραγματικές οικονομικές δυσκολίες και έχουν περιέλθει σε αδυναμία εξυπηρέτησης των λογαριασμών τους. Το ΥΠΕΝ επιχειρεί επομένως να διαχωρίσει αυτές τις περιπτώσεις από καταναλωτές που συστηματικά αφήνουν οφειλές και μετακινούνται από προμηθευτή σε προμηθευτή.

Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, υπάρχει άμεση σύνδεση με το συνολικό ενεργειακό κόστος. Οι προμηθευτές πρέπει να ανακτήσουν το κόστος των ανεξόφλητων λογαριασμών και μέρος αυτού του πιστωτικού κινδύνου ενσωματώνεται τελικά στην τιμολογιακή τους πολιτική.

«Όποιος δεν πληρώνει, το κόστος αυτό το πληρώνουμε όλοι μας», ήταν η χαρακτηριστική επισήμανση του υφυπουργού κατά την παρουσίαση των μέτρων.

«Μπλόκο» στις συνεχείς αλλαγές προμηθευτή

Για την αντιμετώπιση του φαινομένου έχει διαμορφωθεί νέο σύστημα επισήμανσης των καταναλωτών με ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Η βασική φιλοσοφία είναι να μπει τέλος στο φαινόμενο κατά το οποίο ένας καταναλωτής αφήνει χρέος σε έναν προμηθευτή, μετακινείται σε δεύτερο, δημιουργεί νέα οφειλή και στη συνέχεια επαναλαμβάνει την ίδια πρακτική.

Με το νέο πλαίσιο, με τη συμπλήρωση τριών ενεργών επισημάνσεων από διαφορετικούς προμηθευτές, ο καταναλωτής δεν θα μπορεί να συνεχίζει να αλλάζει εταιρεία χωρίς προηγουμένως να τακτοποιήσει ή να διακανονίσει την οφειλή του.

Όπως εξήγησε ο κ. Τσάφος, στόχος δεν είναι να αποκλειστεί από την αγορά κάποιος που βρέθηκε μία φορά σε οικονομική αδυναμία, αλλά να αντιμετωπιστεί η επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά των στρατηγικών κακοπληρωτών.

Η αντιμετώπιση ρευματοκλοπών και ληξιπρόθεσμων οφειλών αποκτά έτσι ιδιαίτερη θέση στον κυβερνητικό σχεδιασμό για φθηνότερο ρεύμα. Σε αντίθεση με τις ΑΠΕ ή τις διασυνδέσεις, που απαιτούν μεγάλες επενδύσεις και χρόνο για να αποδώσουν, εδώ το ζητούμενο είναι να περιοριστεί ένα ήδη υφιστάμενο κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο σήμερα επιβαρύνει τους καταναλωτές που πληρώνουν κανονικά τους λογαριασμούς τους.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM