ΗΠΑ–Βενεζουέλα: Το πετρελαϊκό deal που αλλάζει τον χάρτη της παγκόσμιας ενέργειας – Κερδισμένοι και χαμένοι

ΗΠΑ–Βενεζουέλα: Το πετρελαϊκό deal που αλλάζει τον χάρτη της παγκόσμιας ενέργειας – Κερδισμένοι και χαμένοι

ΗΠΑ–Βενεζουέλα: Το πετρελαϊκό deal που αλλάζει τον χάρτη της παγκόσμιας ενέργειας – Κερδισμένοι και χαμένοι

Ένα νέο κεφάλαιο ανοίγεται στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, με τη συμφωνία που ανακοινώθηκε μεταξύ Βενεζουέλας και Ηνωμένων Πολιτειών, με επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα των δύο χωρών. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο έλεγχος σημαντικού μέρους των τεράστιων πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Βενεζουέλας, σε μια εξέλιξη που, εφόσον υλοποιηθεί σύμφωνα με τον σχεδιασμό, μπορεί να μεταβάλει τις ισορροπίες μεταξύ ΗΠΑ, OPEC+, Ρωσίας, Κίνας και Μέσης Ανατολής για τις επόμενες δεκαετίες.

Με βάση το deal, οι ΗΠΑ αποκτούν για έναν αιώνα το 55% μιας κοινοπραξίας που θα αναλάβει τη διαχείριση 17 έως 21 μεγάλων πετρελαϊκών πεδίων στη Βενεζουέλα, με δυνητικά αποθέματα έως και 65 δισ. βαρέλια αργού. Σύμφωνα με τις αναφορές που επικαλείται το Axios, η κλίμακα της συμφωνίας είναι τέτοια ώστε να δημιουργεί τη δυνατότητα ακόμη και για διπλασιασμό των αποθεμάτων πετρελαίου που βρίσκονται υπό αμερικανικό έλεγχο.

Τα κοιτάσματα

Η σημασία της εξέλιξης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη το μέγεθος των κοιτασμάτων της Βενεζουέλας. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του OPEC, η χώρα διαθέτει περίπου 303 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, τα μεγαλύτερα παγκοσμίως, τα οποία αντιστοιχούν περίπου στο 17% των παγκόσμιων αποδεδειγμένων αποθεμάτων, σύμφωνα με την αμερικανική EIA. 

Η συμφωνία διαμορφώθηκε σε στενή συνεργασία με την υπηρεσιακή πρόεδρο της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροδρίγκες και ιδιωτικές εταιρείες, η ταυτότητα των οποίων δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί.

Το στοίχημα της ανοικοδόμησης

Για το Καράκας, το οικονομικό διακύβευμα είναι τεράστιο. Η συμφωνία εκτιμάται ότι μπορεί να κινητοποιήσει επενδύσεις άνω των 100 δισ. δολαρίων, να δημιουργήσει χιλιάδες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και να αποφέρει στο κράτος φορολογικά έσοδα περίπου 209 δισ. δολαρίων. 

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Βενεζουέλα διαθέτει μεν τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού στον κόσμο, αλλά δεν διαθέτει σήμερα την απαιτούμενη παραγωγική δυναμικότητα για να τα αξιοποιήσει. Η χρόνια υποεπένδυση έχει αφήσει σημαντικό μέρος των υποδομών σε κακή κατάσταση, περιορίζοντας την παραγωγή πολύ κάτω από τις δυνατότητες των κοιτασμάτων.

Ειδικά στην περιοχή του Ορινόκο, η επανεκκίνηση της παραγωγής απαιτεί μεγάλης κλίμακας κεφάλαια, τεχνολογία, αγωγούς, ηλεκτρική ενέργεια, αναβαθμισμένες εγκαταστάσεις, diluents και ειδικές μονάδες επεξεργασίας. Πρόκειται, επομένως, για ένα επενδυτικό σχέδιο που δεν μπορεί να υλοποιηθεί άμεσα, αλλά προϋποθέτει πολυετή προσπάθεια αποκατάστασης και εκσυγχρονισμού. 

Το αμερικανικό «κλειδί»: τα διυλιστήρια

Για την Ουάσιγκτον, το deal δεν αφορά μόνο την πρόσβαση σε περισσότερα βαρέλια. Αφορά κυρίως την πρόσβαση στο σωστό είδος πετρελαίου για ένα μεγάλο τμήμα της αμερικανικής διυλιστικής βιομηχανίας.

Το αμερικανικό σχιστολιθικό πετρέλαιο είναι κατά κανόνα ελαφρύ και γλυκό, ενώ το αργό της Βενεζουέλας είναι βαρύ και υπόξινο, με υψηλή περιεκτικότητα σε θείο και ιδιαίτερα υψηλό ιξώδες. Πολλά διυλιστήρια στις πολιτείες του Κόλπου –Τέξας, Λουιζιάνα και Μισισίπι– σχεδιάστηκαν και αναπτύχθηκαν ώστε να επεξεργάζονται ακριβώς αυτού του τύπου το αργό. 

Η επιστροφή των βαρελιών της Βενεζουέλας στην αμερικανική αγορά θα μπορούσε συνεπώς να λειτουργήσει ως καταλύτης για την παραγωγή όχι μόνο βενζίνης, αλλά και ντίζελ, αεροπορικών καυσίμων, βιομηχανικών ελαίων και ασφάλτου.

Το όφελος, ωστόσο, δεν θα είναι άμεσο. Οι υποδομές της Βενεζουέλας έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές από χρόνια υποεπένδυσης και η επαναφορά της παραγωγής σε υψηλά επίπεδα θα απαιτήσει τεράστια κεφάλαια και χρόνο. 

Στρατηγικό απόθεμα και ενεργειακή ασφάλεια

Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο για τις ΗΠΑ είναι η ενεργειακή ασφάλεια. Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου της χώρας έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από το 1982, μετά τις μεγάλες αποδεσμεύσεις που πραγματοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. 

Τα αποθέματα της Βενεζουέλας δεν προστίθενται τυπικά στα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα. Η νέα εταιρική δομή, όμως, προσφέρει στην Ουάσιγκτον οικονομικό και επιχειρησιακό έλεγχο πάνω σε σημαντική παραγωγική βάση και τη δυνατότητα πρόσβασης σε αργό σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικό κόστος. Στις 20 Αυγούστου, τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα είχαν υποχωρήσει στα 294 εκατ. βαρέλια, έναντι συνολικής χωρητικότητας 714 εκατ. βαρελιών. 

Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ανακοινώσει ότι οι προσωρινές αρχές της Βενεζουέλας θα μεταφέρουν άμεσα 30 έως 50 εκατ. βαρέλια αποθηκευμένου πετρελαίου απευθείας σε αμερικανικά λιμάνια. 

Το γεωπολιτικό κέρδος της Ουάσιγκτον

Πέρα από την οικονομία, η συμφωνία έχει σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα. Η Βενεζουέλα είχε στραφεί τα προηγούμενα χρόνια προς την Κίνα και τη Ρωσία, ενώ το Πεκίνο αποτέλεσε βασικό αγοραστή του πετρελαίου της χώρας και είχε χορηγήσει δάνεια σχεδόν 50 δισ. δολαρίων, με την αποπληρωμή τους να συνδέεται με παραδόσεις αργού.

Η ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας περιορίζει πλέον τον χώρο δράσης της Κίνας στη Λατινική Αμερική και επαναφέρει τη Βενεζουέλα στη σφαίρα οικονομικής και ενεργειακής επιρροής της Ουάσιγκτον. 

Το ίδιο ισχύει και για τον OPEC+. Εάν η παραγωγή της Βενεζουέλας αυξηθεί σημαντικά, η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα ενισχυθεί, με δυνητικά καθοδικές πιέσεις στις τιμές. Παράλληλα, η αμερικανική επιρροή στην αγορά θα διευρυνθεί, περιορίζοντας την εξάρτηση της Δύσης από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία. 

Πίεση σε Καναδά, Μεξικό και Λατινική Αμερική

Η επιστροφή του βενεζουελάνικου βαρέος αργού στις ΗΠΑ δημιουργεί, ωστόσο, και χαμένους. Καναδάς, Μεξικό, Κολομβία και Ισημερινός είχαν καλύψει μέρος του κενού που δημιούργησαν οι κυρώσεις στη Βενεζουέλα, παρέχοντας στις αμερικανικές μονάδες τις ποσότητες βαρέος πετρελαίου που χρειάζονταν. 

Ειδικά ο Καναδάς είχε εξελιχθεί στον κορυφαίο προμηθευτή των ΗΠΑ, ενώ το Μεξικό μέσω της Pemex τροφοδοτούσε παραδοσιακά τα αμερικανικά διυλιστήρια με βαρύ αργό τύπου Maya.

Ποιοι κερδίζουν από το deal

Στην πρώτη γραμμή της νέας αγοράς βρίσκονται οι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι. Chevron, Valero, Marathon και ExxonMobil διαθέτουν υποδομές κατάλληλες για την επεξεργασία του πετρελαίου της Βενεζουέλας. Ιδιαίτερα η Chevron διατηρεί πολυετή παρουσία στη χώρα και βρίσκεται κοντά στην προσθήκη δύο μεγάλων κοιτασμάτων βαρέος πετρελαίου στο χαρτοφυλάκιό της. 

Στο σκέλος των υπηρεσιών πετρελαίου, η Halliburton αναμένεται επίσης να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, καθώς προετοιμάζεται για συμφωνίες που θα αφορούν την επανεκκίνηση και τον εκσυγχρονισμό γεωτρήσεων. Παράλληλα, ανεξάρτητες αμερικανικές εταιρείες, όπως η Hunt Oil, εξετάζουν την είσοδό τους στα κοιτάσματα του Ορινόκο. 

Δεν συμμερίζονται, όμως, όλοι οι πετρελαϊκοί κολοσσοί τον ίδιο ενθουσιασμό. Η ExxonMobil παραμένει πιο επιφυλακτική, έχοντας αποχωρήσει από τη Βενεζουέλα μετά την κρατικοποίηση περιουσιακών της στοιχείων επί Ούγκο Τσάβες και έχοντας στρέψει τα τελευταία χρόνια σημαντικό μέρος των επενδύσεών της στη γειτονική Γουιάνα. 

Λιγότερο Ορμούζ, περισσότερη Δύση

Ο πόλεμος με το Ιράν απέδειξε για άλλη μια φορά πόσο εξαρτημένη παραμένει η παγκόσμια αγορά από το Στενό του Ορμούζ, μέσω του οποίου ρέει περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας έχει ένα τεράστιο γεωγραφικό πλεονέκτημα: δεν χρειάζεται να περάσει από κανένα σημαντικό διεθνές θαλάσσιο σημείο συμφόρησης για να φτάσει στα διυλιστήρια της ακτής του Κόλπου.

Αυτό σημαίνει μικρότερες αποστάσεις, χαμηλότερο κίνδυνο μεταφοράς και μειωμένη έκθεση σε γεωπολιτικές κρίσεις στη Μέση Ανατολή.

Η Βενεζουέλα θα μπορούσε έτσι να εξελιχθεί σε ένα είδος στρατηγικής «αυλής» πετρελαίου για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το επόμενο πλήγμα για τον ΟΠΕΚ;

Υπάρχει μια ακόμη πιθανή συνέπεια. Η Βενεζουέλα εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο να αποχωρήσει από τον OPEC, τον οργανισμό του οποίου ήταν ιδρυτικό μέλος το 1960. Η συζήτηση έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στις αρχές του έτους.

Η τρέχουσα παραγωγή της Βενεζουέλας είναι πολύ μικρή για να αλλάξει από μόνη της η ισορροπία της αγοράς από μια έξοδο. Αλλά μακροπρόθεσμα, η εικόνα αλλάζει.

Εάν το αμερικανικό κεφάλαιο αυξήσει σημαντικά την παραγωγή και το Καράκας δεν δεσμεύεται πλέον από την πολιτική του OPEC, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν ουσιαστικά να αποκτήσουν επιρροή σε έναν νέο ανεξάρτητο παραγωγό που παράγει εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.

Σε μια αγορά όπου ο OPEC+ έχει ήδη χάσει μέρος της ισχύος του λόγω του πολέμου και των προβλημάτων παραγωγής, η εξέλιξη θα ήταν ιδιαίτερα σημαντική.

Υπάρχει, ωστόσο, ένας κρίσιμος αστερίσκος. Η συμφωνία είναι πρωτοφανής και δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι η τρέχουσα δομή της μπορεί να επιβιώσει για δεκαετίες.

Το περιβαλλοντικό κόστος

Το οικονομικό και γεωπολιτικό όφελος συνοδεύεται από σημαντικό περιβαλλοντικό κόστος. Η υψηλή πυκνότητα του βενεζουελάνικου αργού απαιτεί τη χρήση διαλυτών για τη μεταφορά του, ενώ η εξόρυξη και επεξεργασία του είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρες και ρυπογόνες διαδικασίες.

Η επεξεργασία του υπόξινου πετρελαίου απαιτεί σύνθετες χημικές διαδικασίες, ενώ η παραγωγή του συνεπάγεται υψηλές εκπομπές και σημαντικές ποσότητες πετρελαϊκού κοκ, ενός ιδιαίτερα ρυπογόνου παραπροϊόντος. Ως αποτέλεσμα, η επανεκκίνηση της βιομηχανίας αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπη και με ισχυρές αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις. 

Το μεγάλο ερώτημα, τελικά, είναι πόσο γρήγορα θα μπορέσει η Βενεζουέλα να μετατρέψει τα τεράστια υπόγεια αποθέματά της σε πραγματική παραγωγή. Αν το επενδυτικό σχέδιο προχωρήσει, η συμφωνία μπορεί να προσθέσει σημαντικές ποσότητες αργού στη διεθνή αγορά, να αναδιαμορφώσει τις ροές προς τα αμερικανικά διυλιστήρια και να ασκήσει πίεση στις τιμές.

Για την Ουάσιγκτον, πρόκειται ταυτόχρονα για οικονομικό, ενεργειακό και γεωπολιτικό στοίχημα. Για το Καράκας, είναι μια ευκαιρία χρηματοδότησης της ανοικοδόμησης. Και για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου, μια εξέλιξη που μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη από μια ακόμη πετρελαϊκή συμφωνία.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM