Ανοικτή η Ιρλανδική Προεδρία στη συζήτηση για φορολόγηση των υπερκερδών των πετρελαϊκών – Τι θα συζητηθεί στο άτυπο Ecofin του Σεπτεμβρίου 

Ανοικτή η Ιρλανδική Προεδρία στη συζήτηση για φορολόγηση των υπερκερδών των πετρελαϊκών – Τι θα συζητηθεί στο άτυπο Ecofin του Σεπτεμβρίου 

Ανοικτή η Ιρλανδική Προεδρία στη συζήτηση για φορολόγηση των υπερκερδών των πετρελαϊκών – Τι θα συζητηθεί στο άτυπο Ecofin του Σεπτεμβρίου 

Ανοιχτή στη συζήτηση σχετικά με τη φορολόγηση των υπερκερδών των πετρελαϊκών εταιρειών φέρεται ότι είναι η Ιρλανδική προεδρία, μετά τη σχετική επιστολή που απέστειλαν στον Ιρλανδό υπουργό Οικονομικών Σάιμον Χάρις η Γερμανία, η Ιταλία, η Αυστρία, η Πολωνία, η Ισπανία και η Πορτογαλία.

Το θέμα  αναμένεται να απασχολήσει ένα κύκλο διμερών επαφών του Χάρις με Ευρωπαίους ομολόγους του, και εν συνεχεία θα απασχολήσει την άτυπη σύνοδο του Συμβουλίου Ecofin, που έχει προγραμματιστεί για τις 18 και 19 Σεπτεμβρίου στο Δουβλίνο.

Τα έξι κράτη -μέλη της ΕΕ έχουν ζητήσει από τις Βρυξέλλες να θεσπίσει ένα κοινό πλαίσιο για τη φορολόγηση των έκτακτων κερδών των πετρελαϊκών εταιρειών, ιδιαίτερα στους τομείς της διύλισης και της διανομής καυσίμων. Η έκκλησή τους έρχεται εν μέσω μιας απότομης αύξησης των τιμών των διυλισμένων καυσίμων, μετά τον πόλεμο με το Ιράν και τη διατάραξη του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού που προκάλεσε ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ.

Η ιρλανδική προεδρία έχει δηλώσει ότι είναι διατεθειμένη να εξετάσει την πρόταση. Εκπρόσωπός της υπογράμμισε ότι οι κυβερνήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη «δικαίως παρακολουθούν στενά» τις εξελίξεις στις ενεργειακές αγορές και τις επιπτώσεις τους στα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και την ευρύτερη οικονομία.

Ο Χάρις αναμένεται να συζητήσει την πρόταση σε διμερείς συναντήσεις με τους Ευρωπαίους ομολόγους του, προτού το ζήτημα φτάσει στην άτυπη σύνοδο του Ecofin. Οι συζητήσεις αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντική δοκιμασία για το κατά πόσο οι κυβερνήσεις της ΕΕ είναι διατεθειμένες να συντονίσουν την αντίδρασή τους στο νέο ενεργειακό σοκ.

Πιέσεις από τους «6»

Οι έξι υπουργοί Οικονομικών υποστηρίζουν ότι οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν ασυνήθιστα υψηλό κόστος καυσίμων, ενώ ορισμένοι κλάδοι της πετρελαϊκής βιομηχανίας επωφελούνται από εξαιρετικά υψηλά περιθώρια κέρδους. Σύμφωνα με την επιστολή τους, η αύξηση των τιμών των διυλισμένων προϊόντων ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από την άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου.

Τα ίδια τα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος της απόκλισης. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατά περίπου 25% από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, ενώ οι τιμές του ντίζελ στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί περισσότερο από 70%. Οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί περίπου κατά 20%.

Για τις κυβερνήσεις που στηρίζουν την πρόταση, η διαφορά αυτή δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο τα διυλιστήρια και οι εταιρείες διανομής καυσίμων επωφελούνται δυσανάλογα από την κρίση.

«Βιώνουμε ένα από τα μεγαλύτερα σοκ προσφοράς των τελευταίων δεκαετιών», έγραψαν οι υπουργοί, προειδοποιώντας ότι η αύξηση του κόστους ζωής τροφοδοτεί την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των πολιτών σε ολόκληρο τον κόσμο. Υποστήριξαν μάλιστα, ότι τα μέτρα που έχουν λάβει μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις δεν ήταν αρκετά για να μειώσουν ή να σταθεροποιήσουν μόνιμα τις τιμές.

Τα υπερκέρδη

Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι οι εταιρείες που επωφελούνται περισσότερο από την κρίση θα πρέπει να συνεισφέρουν περισσότερο στην προσπάθεια ελάφρυνσης του βάρους για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.

Η πρόταση, ωστόσο, δεν είναι βέβαιο ότι θα εξασφαλίσει ευρεία υποστήριξη στην ΕΕ. Η φορολογία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αρμοδιότητα των κρατών-μελών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επανειλημμένως τονίσει ότι τα επιμέρους κράτη έχουν ήδη τη δυνατότητα να επιβάλλουν φόρους στα υπερκέρδη, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά συμμορφώνονται με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Οι Βρυξέλλες έχουν επίσης αναφερθεί στην εμπειρία του 2022, όταν η Επιτροπή πρότεινε μια προσωρινή εισφορά στα έκτακτα κέρδη στον ενεργειακό τομέα. Το μέτρο εισήχθη υπό αυτό που η Επιτροπή χαρακτήρισε «εξαιρετικά έκτακτες συνθήκες», όταν οι τιμές της ενέργειας είχαν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα.

Το δύσκολο ερώτημα

Η σημερινή συζήτηση θέτει, επομένως, ένα δύσκολο ερώτημα στους Ευρωπαίους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής: εάν το σημερινό ενεργειακό σοκ είναι αρκετά σοβαρό ώστε να δικαιολογεί μια νέα συντονισμένη παρέμβαση και εάν μια κοινή προσέγγιση σε επίπεδο ΕΕ θα ήταν αποτελεσματικότερη από μια σειρά εθνικών μέτρων.

Οι έξι χώρες φαίνεται να θεωρούν ότι τα διδάγματα του 2022 θα πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για ένα πιο στοχευμένο σύστημα. Στην επιστολή τους ζητούν ένα πανευρωπαϊκό πλαίσιο που θα δίνει ιδιαίτερη προσοχή στα κέρδη των πολυεθνικών πετρελαϊκών εταιρειών και θα εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να φορολογηθούν κέρδη που δημιουργούνται εκτός των χωρών στις οποίες έχουν την έδρα τους.

Ευρωπαϊκή έρευνα

Ζητούν επίσης να δημοσιοποιηθούν το συντομότερο δυνατό τα αποτελέσματα ευρωπαϊκής έρευνας για τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων. Στόχος της έρευνας είναι να διαπιστωθεί εάν τα διυλιστήρια εκμεταλλεύονται την άνοδο των τιμών ενέργειας διευρύνοντας τα περιθώρια κέρδους τους πέραν αυτού που μπορεί να δικαιολογηθεί από την αύξηση του κόστους του αργού πετρελαίου.

Για τις πετρελαϊκές εταιρείες, η συζήτηση έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία. Τα περιθώρια διύλισης μπορούν να αυξηθούν σημαντικά όταν υπάρχει έλλειψη συγκεκριμένων καυσίμων, όμως οι εταιρείες μπορούν να υποστηρίξουν ότι τα υψηλότερα περιθώρια αντανακλούν επίσης αυξημένα λειτουργικά κόστη, κινδύνους της αγοράς και την ανάγκη διατήρησης επενδύσεων στην παραγωγική δυναμικότητα των διυλιστηρίων.

Για τους καταναλωτές, ωστόσο, η διάκριση αυτή μπορεί να έχει μικρότερη σημασία. Αυτό που μετρά στην αντλία των πρατηρίων είναι η τελική τιμή και οι κυβερνήσεις δέχονται αυξανόμενες πιέσεις να αποδείξουν ότι κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να περιορίσουν τις επιπτώσεις των υψηλότερων τιμών των καυσίμων.

Τα βλέμμα στο Δουβλίνο

Στο πλαίσιο αυτό, τα βλέμματα της αγοράς στρέφονται στην άτυπη σύνοδο του Ecofin τον Σεπτέμβριο στο Δουβλίνο. Παρότι η συνάντηση μπορεί να μην οδηγήσει άμεσα σε συμφωνία για έναν νέο ευρωπαϊκό φόρο υπερκερδών, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την έναρξη μιας ευρύτερης συζήτησης σχετικά με το εάν τα έκτακτα κέρδη που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια μιας ενεργειακής κρίσης θα πρέπει να υπόκεινται σε έκτακτη φορολόγηση.

Για την Ιρλανδία, το ζήτημα αποτελεί ταυτόχρονα πολιτική και οικονομική πρόκληση. Ως χώρα που ασκεί την προεδρία της ΕΕ, η κυβέρνηση πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στα διαφορετικά συμφέροντα των κρατών-μελών, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η συζήτηση θα παραμείνει επικεντρωμένη στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.

Η τελική έκβαση ενδέχεται να εξαρτηθεί από το εάν οι κυβερνήσεις της ΕΕ θα συμφωνήσουν ότι μια κοινή προσέγγιση είναι προτιμότερη από κάθε μονομερή εθνική δράση. Αυτό που είναι ήδη σαφές, ωστόσο, είναι ότι, καθώς οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται απότομα και οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί δέχονται πιέσεις, το ερώτημα σχετικά με το ποιος θα πρέπει να επωμιστεί το κόστος του νέου ενεργειακού σοκ στην Ευρώπη ανεβαίνει γρήγορα στην πολιτική ατζέντα.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM