Χαμηλή ΟΤΣ, ακριβή ενέργεια: Γιατί οι ΑΠΕ δεν μεταφράζονται πάντα σε χαμηλότερο κόστος για τον καταναλωτή
Η δημόσια συζήτηση το τελευταίο διάστημα επικεντρώνεται στο γεγονός ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά επόμενης ημέρα στην Ελλάδα παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τις αντίστοιχες σε πολλές χώρες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η εξήγηση που συνήθως προβάλλεται είναι η υψηλή διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η οποία πιέζει προς τα κάτω τις τιμές στην Αγορά Επόμενης Ημέρας.
Πράγματι, τον Αύγουστο η μέση τιμή στην ελληνική αγορά κυμαίνεται γύρω στα 125,5 €/MWh, χαμηλότερα από τη Γερμανία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Ωστόσο, το ερώτημα που έχει πραγματική σημασία δεν είναι ποια είναι η τιμή στο χρηματιστήριο ενέργειας, αλλά ποιο είναι το τελικό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας που τελικά επιβαρύνει τον καταναλωτή.
Η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής όσο παρουσιάζεται.
Η ελληνική αγορά είναι συζευγμένη κυρίως με τη βουλγαρική. Αυτό σημαίνει ότι, όταν δεν υπάρχουν περιορισμοί στις διασυνδέσεις, οι τιμές των δύο αγορών τείνουν να συγκλίνουν. Επομένως, όταν η ελληνική αγορά εμφανίζει αισθητά χαμηλότερες τιμές από τη Βουλγαρία, αυτό συνήθως αποτελεί ένδειξη ότι το σύστημα αποσυνδέεται λόγω συμφόρησης στις διασυνδέσεις.
Οι ώρες αυτές είναι κυρίως οι μεσημβρινές, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά υπερκαλύπτει μεγάλο μέρος της εγχώριας ζήτησης. Το αποτέλεσμα είναι έντονες εξαγωγές σε πολύ χαμηλές τιμές, συχνά ακόμη και μηδενικές, καθώς και αυξανόμενες περικοπές πράσινης ενέργειας λόγω έλλειψης επαρκούς αποθηκευτικής ικανότητας.
Με άλλα λόγια, η χώρα παράγει μεγάλες ποσότητες φθηνής ενέργειας, αλλά δεν διαθέτει ακόμη τα μέσα για να αξιοποιήσει πλήρως την αξία της. Αν υπήρχε επαρκής αποθήκευση, η πλεονάζουσα μεσημβρινή παραγωγή θα μπορούσε να μεταφερθεί στις βραδινές ώρες, όταν η ζήτηση αυξάνεται και οι τιμές εκτοξεύονται.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δεύτερη, λιγότερο συζητημένη, διάσταση του προβλήματος.
Η τιμή που προβάλλεται καθημερινά στα μέσα ενημέρωσης αφορά την Αγορά Επόμενης Ημέρας. Η πραγματική όμως δαπάνη προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας περιλαμβάνει και το κόστος της αγοράς εξισορρόπησης. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι χρεώσεις των λογαριασμών προσαύξησης, κυρίως του ΛΠ3, προσθέτουν κατά μέσο όρο περίπου 25 €/MWh στο κόστος της ενέργειας.
Η ωριαία ανάλυση των στοιχείων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο ΛΠ3 εμφανίζει δύο διακριτές περιόδους ανόδου: αφενός κατά τις μεσημβρινές ώρες υψηλής παραγωγής ΑΠΕ και αφετέρου κατά την απογευματινή αιχμή μετά τη δύση του ηλίου. Στη δεύτερη περίπτωση, οι αυξημένες ανάγκες εξισορρόπησης οδηγούν σε ιδιαίτερα υψηλές αποζημιώσεις για ανοδική ενέργεια εξισορρόπησης.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η ημερήσια ανάλυση του Ιουλίου δείχνει ότι σε αρκετές περιπτώσεις η πτώση της ΟΤΣ συνοδεύεται από αύξηση του ΛΠ3. Το γεγονός αυτό γεννά ένα εύλογο ερώτημα: πόσο από το όφελος που δημιουργούν οι ΑΠΕ στην αγορά επόμενης ημέρας μεταφέρεται τελικά στον καταναλωτή και πόσο ανακτάται μέσω του κόστους εξισορρόπησης;
Η συζήτηση αυτή δεν αποτελεί επιχείρημα κατά των ΑΠΕ. Αντίθετα, αναδεικνύει την ανάγκη να ολοκληρωθεί η ενεργειακή μετάβαση με τα απαραίτητα συμπληρωματικά εργαλεία. Η αποθήκευση δεν είναι πλέον μια μελλοντική επιλογή αλλά προϋπόθεση για την αποτελεσματική αξιοποίηση της πράσινης παραγωγής. Κάθε MWh που περικόπτεται ή εξάγεται σε μηδενική τιμή είναι μια χαμένη ευκαιρία για το ελληνικό σύστημα και τον Έλληνα καταναλωτή.
Παράλληλα, απαιτείται επανεξέταση του σχεδιασμού της αγοράς εξισορρόπησης και των μηχανισμών προμήθειας εφεδρειών. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 2021 συζητούνται προτάσεις για προαγορά εφεδρικής ισχύος, στα πρότυπα ευρωπαϊκών αγορών, με στόχο τον περιορισμό του κόστους που εμφανίζεται εκ των υστέρων στους λογαριασμούς προσαύξησης.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η χαμηλή ΟΤΣ δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή δείκτη του οφέλους που αποκομίζει ο καταναλωτής από τις ΑΠΕ. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι ΑΠΕ μειώνουν τις τιμές, αλλά αν το σημερινό μοντέλο αγοράς επιτρέπει το όφελος αυτό να φτάσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό στον τελικό καταναλωτή. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα παραμένει ανοικτή.
- Του Αντώνη Κοντολέοντα, προέδρου ΕΒΙΚΕΝ

