Η Ελλάδα ουραγός σε εναλλακτικά καύσιμα, δεμένη στο άρμα των πετρελαιάδων
του Μιχάλη Χριστοδουλίδη

Η Ελλάδα ουραγός σε εναλλακτικά καύσιμα, δεμένη στο άρμα των πετρελαιάδων

04 05 2026 | 07:33
Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών, που συνδέεται άμεσα με την αύξηση των τιμών των ορυκτών καυσίμων και την εξάρτηση των χωρών από εισαγόμενες πηγές ενέργειας, έχει φέρει στο προσκήνιο την ανάγκη για εναλλακτικές λύσεις.
 
Σε αυτό το πλαίσιο, τα βιοκαύσιμα αναδεικνύονται ως μια ρεαλιστική και άμεσα εφαρμόσιμη επιλογή, η οποία μπορεί να συμβάλει τόσο στη σταθεροποίηση της αγοράς καυσίμων όσο και στην προστασία του περιβάλλοντος.
 
Τα βιοκαύσιμα, με κυριότερο εκπρόσωπο το βιοντίζελ, παράγονται από ανανεώσιμες πρώτες ύλες, όπως φυτικά έλαια και, ολοένα και περισσότερο, από γεωργική υπολειμματική βιομάζα. Πρόκειται για υλικά που μέχρι πρότινος θεωρούνταν άχρηστα, όπως άχυρο, υπολείμματα καλλιεργειών και οργανικά αγροτικά απόβλητα. Περίπου 2,5 εκατ τόνοι γεωργικής υπολειμματικής γεωργικής βιομάζας σήμερα πετιέται σε χωματερές  ή καίγεται επιτόπου, χωρίς  τα υλικά αυτά να μετατρέπονται σε καύσιμα υψηλής ενεργειακής αξίας. 
 
Ενδεικτικά, από 100 κιλά φυτικού ελαίου μπορούν να παραχθούν περίπου 100 κιλά βιοντίζελ και 10 κιλά γλυκερίνης, γεγονός που καθιστά τη διαδικασία αποδοτική και με ελάχιστα απόβλητα. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η αξιοποίηση υπολειμμάτων μειώνει το κόστος πρώτης ύλης, το οποίο διαφορετικά μπορεί να φτάνει έως και το 70–80% του συνολικού κόστους παραγωγής.
 
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του βιοντίζελ είναι η δυνατότητα άμεσης χρήσης του σε υπάρχοντες κινητήρες. Στην πράξη, χρησιμοποιείται σε μίγματα με συμβατικό πετρέλαιο σε διάφορες αναλογίες,  όπως Β5 ή Β20, χωρίς να απαιτούνται τεχνικές μετατροπές, γεγονός που μειώνει δραστικά το κόστος μετάβασης. Ακόμη και η χρήση καθαρού βιοντίζελ (Β100) είναι εφικτή, με μικρές μόνο προσαρμογές. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται αντικατάσταση του υφιστάμενου στόλου οχημάτων, κάτι που αποτελεί σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα σε περιόδους κρίσης.
 
Ωστόσο, το κόστος παραγωγής των βιοκαυσίμων παραμένει υψηλότερο σε σύγκριση με το συμβατικό diesel. Η απόσβεση των μονάδων παραγωγής προσθέτει περίπου 0,27 έως 0,33 ευρώ ανά λίτρο, ενώ η τιμή επηρεάζεται έντονα από την πρώτη ύλη. Παρ’ όλα αυτά, σε μακροοικονομικό επίπεδο, τα οφέλη και η προστιθέμενη αξία για την εθνική οικονομία είναι σημαντικά και αντισταθμίζονται με την μείωση των εισαγωγών πετρελαίου, με την ενίσχυση της αγροτικής οικονομίας και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
 
 Παράλληλα, η χρήση βιοκαυσίμων μπορεί να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έως και 50–80%, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
 
Στην Ελλάδα, η παραγωγή βιοκαυσίμων επικεντρώνεται κυρίως στο βιοντίζελ, με μονάδες σε περιοχές όπως το Κιλκίς, ο Βόλος και η Πάτρα. Η παραγωγή ανέρχεται περίπου σε 3,27 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως, ωστόσο η χώρα παραμένει πίσω σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα στον τομέα της βιοαιθανόλης, όπου η παραγωγή είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
 
Στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, η αξιοποίηση της βιομάζας στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένη, καλύπτοντας μόλις το 1,2% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Αντίθετα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται  στο 7,8%, γεγονός που αναδεικνύει το σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης της βιοενέργειας στη χώρα μας.
 
Στην Ελλάδα, το βιοντίζελ χρησιμοποιείται στο 1,7% των  συνολικών καυσίμων για θέρμανση και μεταφορές , το αντίστοιχο στην Ε.Ε φτάνει σχεδόν το 11%. Για δε τις βόρειες χώρες της ΕΕ αυτό αγγίζει το 19%. 
 
Παρ’ όλα αυτά, η γεωργική δραστηριότητα της χώρας δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες αξιοποίησης υπολειμματικής βιομάζας, που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτες.
 
Συνολικά, τα βιοκαύσιμα μπορούν να αποτελέσουν ένα σημαντικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, της μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης και φτώχειας ,καθώς συνδυάζουν την ενεργειακή ασφάλεια με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. 
 
Αν και το κόστος παραγωγής εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση, η εξέλιξη της τεχνολογίας και η αξιοποίηση φθηνότερων πρώτων υλών, όπως τα αγροτικά υπολείμματα, μπορούν να καταστήσουν τα βιοκαύσιμα ακόμη πιο ανταγωνιστικά στο μέλλον.
 
 Για χώρες όπως η Ελλάδα, η επένδυση στον τομέα αυτό δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και στρατηγική ανάγκη για οικονομική και ενεργειακή ανεξαρτησία. 
 
Δυστυχώς τα εγχώρια και εξωχώρια συμφέροντα δεν αφήνουν να τρέξουν επενδύσεις σε αυτό τον τομέα.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM