Γερμανικό μοντέλο επιδότησης ρεύματος με όρους αποανθρακοποίησης – Πώς λειτουργεί το CISAF – δημοσιεύτηκε η εγκριτική της Κομισιόν
Ένα ολοκληρωμένο σχήμα στήριξης της ενεργοβόρου βιομηχανίας, που συνδυάζει άμεση επιδότηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας με δεσμεύσεις για επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση, θέτει ήδη σε εφαρμογή η Γερμανία στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού CISAF (Clean Industrial Deal State Aid Framework). Η σχετική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το γερμανικό πρόγραμμα (SA.120495) αποτυπώνει ένα μοντέλο που αναμένεται να αποτελέσει οδηγό και για τα υπόλοιπα κράτη μέλη, σε μια περίοδο κατά την οποία η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας δοκιμάζεται από το υψηλό ενεργειακό κόστος.
Στον πυρήνα του μέτρου βρίσκεται ένας μηχανισμός μερικής αποζημίωσης της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Η ενίσχυση καλύπτει την τριετία 2026–2028 και υπολογίζεται ως μείωση κατά 50% της μέσης ετήσιας χονδρικής τιμής, η οποία εφαρμόζεται στο 50% της κατανάλωσης κάθε επιχείρησης. Ωστόσο, η τελική τιμή δεν μπορεί να υποχωρήσει κάτω από τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, γεγονός που διασφαλίζει ότι παραμένει ένα βασικό σήμα αγοράς για εξοικονόμηση και ορθολογική χρήση ενέργειας .
Το σχήμα αφορά αποκλειστικά ενεργοβόρες και εμπορικά εκτεθειμένες βιομηχανίες, δηλαδή κλάδους που βρίσκονται υπό πίεση λόγω του υψηλού κόστους ενέργειας και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο μετεγκατάστασης εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η γερμανική πλευρά τεκμηριώνει ότι χωρίς παρέμβαση υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απώλειας παραγωγικής δραστηριότητας, με ταυτόχρονη αύξηση των εκπομπών εκτός ΕΕ, σε χώρες με χαμηλότερα περιβαλλοντικά standards .
Το πιο κρίσιμο στοιχείο του μοντέλου είναι ότι η επιδότηση συνδέεται άμεσα με την πράσινη μετάβαση της βιομηχανίας. Οι επιχειρήσεις που θα λάβουν ενίσχυση υποχρεούνται να κατευθύνουν τουλάχιστον το 50% του ποσού σε επενδύσεις που μειώνουν το ενεργειακό αποτύπωμα και το κόστος του συστήματος. Σε αυτές περιλαμβάνονται έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συμβόλαια προμήθειας πράσινης ενέργειας (PPA), παρεμβάσεις ενεργειακής αποδοτικότητας, εγκαταστάσεις αποθήκευσης, δράσεις ευελιξίας στη ζήτηση αλλά και έργα ηλεκτροποίησης παραγωγικών διαδικασιών .
Επιπλέον, το σχήμα προβλέπει και ένα πρόσθετο κίνητρο, καθώς δίνεται δυνατότητα αύξησης της ενίσχυσης κατά 10% υπό την προϋπόθεση ότι οι επιχειρήσεις επενδύουν εντατικά σε δράσεις ευελιξίας και διαχείρισης της ζήτησης. Με τον τρόπο αυτό, η Γερμανία επιχειρεί να κατευθύνει τη βιομηχανία όχι μόνο προς την κατανάλωση πράσινης ενέργειας αλλά και προς την ενεργή συμμετοχή στη σταθεροποίηση του ηλεκτρικού συστήματος.
Το συνολικό ύψος του προγράμματος ανέρχεται σε 3,8 δισ. ευρώ και χρηματοδοτείται από το Ταμείο Κλίματος και Μετασχηματισμού της χώρας. Η υλοποίηση θα γίνεται μέσω της αρμόδιας ομοσπονδιακής υπηρεσίας BAFA, ενώ οι πληρωμές θα πραγματοποιούνται το έτος που ακολουθεί την κατανάλωση, με αυστηρούς ελέγχους για την επιλεξιμότητα και την πρόοδο των επενδύσεων .
Η τιμή αναφοράς για τον υπολογισμό της ενίσχυσης βασίζεται στη μέση τιμή των συμβολαίων ηλεκτρικής ενέργειας στη γερμανική αγορά, μέσω της EEX, στοιχείο που δείχνει ότι το σύστημα παραμένει πλήρως συνδεδεμένο με τη χονδρική αγορά και δεν εισάγει διοικητικές στρεβλώσεις .
Σε επίπεδο φιλοσοφίας, το γερμανικό CISAF επιχειρεί να απαντήσει σε ένα από τα βασικά διλήμματα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής: πώς μπορεί να διατηρηθεί η βιομηχανική παραγωγή εντός Ευρώπης σε ένα περιβάλλον αυστηρών περιβαλλοντικών κανόνων και υψηλού ενεργειακού κόστους. Η λύση που προκρίνεται είναι ένας προσωρινός μηχανισμός στήριξης που λειτουργεί ως «γέφυρα», μέχρις ότου η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ οδηγήσει σε διαρθρωτική αποκλιμάκωση των τιμών.
Το γερμανικό μοντέλο αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η συζήτηση για την ενίσχυση της ενεργοβόρου βιομηχανίας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Η έγκριση από την Κομισιόν ενός τόσο εκτεταμένου σχήματος επιβεβαιώνει ότι υπάρχει πλέον θεσμικό περιθώριο για αντίστοιχες παρεμβάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές συνδέονται με συγκεκριμένες επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση. Με αυτό τον τρόπο, το CISAF μετατρέπεται από εργαλείο κρίσης σε βασικό πυλώνα της νέας ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής.