Ενεργειακή κρίση: Νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο ενισχύσεων για τη βιομηχανία προωθεί η Κομισιόν – οι παρεμβάσεις στο CISAF και οι ελληνικές διεκδικήσεις

Ενεργειακή κρίση: Νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο ενισχύσεων για τη βιομηχανία προωθεί η Κομισιόν – οι παρεμβάσεις στο CISAF και οι ελληνικές διεκδικήσεις

Ενεργειακή κρίση: Νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο ενισχύσεων για τη βιομηχανία προωθεί η Κομισιόν – οι παρεμβάσεις στο CISAF και οι ελληνικές διεκδικήσεις
15 04 2026 | 07:36

Σε φάση ταχείας ενεργοποίησης ενός νέου πλαισίου κρατικών ενισχύσεων για τη στήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας εισέρχεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επιχειρώντας να απαντήσει στις πρωτοφανείς πιέσεις που προκαλεί η ενεργειακή κρίση με αιχμή τη Μέση Ανατολή. Η πρωτοβουλία, που ανακοινώθηκε από την Πρόεδρο της Επιτροπής Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, έρχεται σε μια συγκυρία έντονης αναταραχής στις αγορές ενέργειας, με τις τιμές να έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα που υπερβαίνουν ακόμη και εκείνα της κρίσης του 2022.

Σύμφωνα με το προσχέδιο του νέου «Προσωρινού Ενεργειακού Πλαισίου για την Κρίση του Ιράν», το οποίο βρίσκεται ήδη σε διαβούλευση με τα κράτη-μέλη, η Κομισιόν επιδιώκει να θεσπίσει ένα πιο ευέλικτο και ενισχυμένο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων, με στόχο να μετριάσει τον αντίκτυπο των αυξήσεων στις τιμές ενέργειας και να αποτρέψει σοβαρές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η ανάγκη για άμεση παρέμβαση αποτυπώνεται και στα ίδια τα στοιχεία που επικαλείται η Επιτροπή: μεταξύ τέλους Φεβρουαρίου και 20 Μαρτίου, οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν κατά 51% και του φυσικού αερίου κατά 85%, εξέλιξη που δημιουργεί συνθήκες ασφυξίας για τη βιομηχανία, ιδίως στους ενεργοβόρους κλάδους.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Επιτροπή προχωρά σε σημαντικές τροποποιήσεις του υφιστάμενου πλαισίου CISAF (Temporary Crisis and Transition Framework), επιχειρώντας να αυξήσει την ένταση της στήριξης και να προσαρμόσει τους κανόνες στις νέες, εξαιρετικές συνθήκες.

Η βασικότερη αλλαγή αφορά την αύξηση του ποσοστού επιδότησης της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας. Συγκεκριμένα, προτείνεται η δυνατότητα κάλυψης έως και του 70% της αύξησης της ετήσιας μέσης τιμής χονδρικής, έναντι 50% που ίσχυε μέχρι σήμερα. Η ενίσχυση θα εξακολουθήσει να αφορά έως το 50% της κατανάλωσης και με ανώτατο όριο τα 50 ευρώ ανά MWh.

Παράλληλα, διατηρείται η βασική φιλοσοφία του μηχανισμού, σύμφωνα με την οποία το 50% της ενίσχυσης θα πρέπει να κατευθύνεται σε επενδύσεις που ενισχύουν τη μετάβαση σε καθαρή ενέργεια, όπως έργα ΑΠΕ, αποθήκευσης, ενεργειακής απόδοσης και ευελιξίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόβλεψη για δυνατότητα σωρευτικής ενίσχυσης, καθώς η Επιτροπή ανοίγει το δρόμο για συνδυασμό των ενισχύσεων του CISAF με τα μέτρα αντιστάθμισης κόστους CO2 του ΣΕΔΕ, έως ένα όριο 50% για την ίδια επιλέξιμη κατανάλωση. Πρόκειται για μια κρίσιμη παρέμβαση, που επιχειρεί να αυξήσει το πραγματικό επίπεδο στήριξης των επιχειρήσεων.

Το νέο καθεστώς, εφόσον εγκριθεί, θα έχει ισχύ έως το τέλος του 2026, δίνοντας ένα ορατό χρονικό ορίζοντα στη βιομηχανία.

Πέραν της βιομηχανίας, το νέο πλαίσιο προβλέπει τη δυνατότητα στήριξης και άλλων κρίσιμων τομέων που πλήττονται από την ενεργειακή κρίση, όπως η γεωργία και η αλιεία, οι οδικές μεταφορές και οι θαλάσσιες ενδοενωσιακές μεταφορές μικρών αποστάσεων.

Επιπλέον, η Επιτροπή δίνει το «πράσινο φως» για στοχευμένες παρεμβάσεις στο κόστος φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για ηλεκτροπαραγωγή, υπό αυστηρές όμως προϋποθέσεις ώστε να μην διαταραχθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να διατηρηθούν τα επενδυτικά σήματα για την ενεργειακή μετάβαση.

Οι παρεμβάσεις αυτές θα πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένες, να μην καλύπτουν το κόστος εκπομπών CO2, να αποφεύγουν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό και να διασφαλίζουν ότι το όφελος μετακυλίεται στους τελικούς καταναλωτές.

Στο φόντο των εξελίξεων αυτών, η ελληνική βιομηχανία εμφανίζεται να υποδέχεται θετικά την πρωτοβουλία της Κομισιόν, επισημαίνοντας ωστόσο ότι απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις ώστε το πλαίσιο να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων.

Όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι της ενεργοβόρου βιομηχανίας, πρόκειται για μια αναμενόμενη εξέλιξη, που κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, χωρίς ωστόσο να λύνει αυτομάτως το πρόβλημα του υψηλού ενεργειακού κόστους.

Κεντρικό αίτημα αποτελεί η περαιτέρω ενίσχυση των προβλέψεων του άρθρου 4.5 του CISAF, με αιχμή τη δυνατότητα μερικής άρσης του περιορισμού που προκύπτει από τον συμψηφισμό των ενισχύσεων του CISAF με την αντιστάθμιση κόστους CO2.

Σύμφωνα με τη βιομηχανία, η υφιστάμενη πρόβλεψη περιορίζει σημαντικά το πραγματικό ύψος της ενίσχυσης που μπορούν να λάβουν οι επιχειρήσεις, γεγονός που υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του μέτρου. Για το λόγο αυτό ζητείται από την ελληνική κυβέρνηση να συνταχθεί με άλλα κράτη-μέλη που προωθούν την αναθεώρηση της συγκεκριμένης διάταξης.

Το βάρος πλέον μεταφέρεται και στην ελληνική πλευρά, καθώς η διαμόρφωση του τελικού πλαισίου θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τις παρεμβάσεις των κρατών-μελών κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης.

Η ελληνική βιομηχανία καλεί την κυβέρνηση να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, επιδιώκοντας τη μέγιστη δυνατή ευελιξία και την ενίσχυση των εργαλείων στήριξης.

Την ίδια ώρα, το ζητούμενο δεν περιορίζεται μόνο στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι επιχειρήσεις αναμένουν και την άμεση ενεργοποίηση εθνικών μέτρων, που θα αξιοποιούν στο έπακρο τις δυνατότητες του νέου πλαισίου, προκειμένου να περιοριστεί το ενεργειακό κόστος και να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής.

Σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή κρίση αποκτά χαρακτηριστικά μακράς διάρκειας και υψηλής έντασης, η ταχύτητα αντίδρασης και ο βαθμός αξιοποίησης των διαθέσιμων εργαλείων αναμένεται να αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα για την αντοχή της ευρωπαϊκής – και ελληνικής – βιομηχανίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM