Πόλεμος και αγορά LNG: Η Ευρώπη είναι και πάλι ευάλωτη
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αντιπροσωπεύει έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς για την αγορά φυσικού αερίου τα τελευταία χρόνια.
Ο αποκλεισμός των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τον Κόλπο, και ειδικότερα από το Κατάρ –έστω και προσωρινά προκληθείς, αλλά για την διάρκεια του οποίου είναι δύσκολο να γίνουν προβλέψεις- επανέφερε αμέσως στο επίκεντρο το ζήτημα της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας.
Αν και με διαφορετικές αποχρώσεις από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν, υπάρχουν τρεις ανταγωνιστικές πτυχές που θα μπορούσαν να επισημανθούν.
Ο ρόλος του LNG μετά το 2022, ο αντίκτυπος του πολέμου στον ρόλο του Κατάρ ως προς την Ασία, η κατάσταση της ευρωπαϊκής αποθήκευσης φυσικού αερίου.
Παγκοσμιοποίηση του LNG
Ενώ πριν από μια δεκαετία οι περιφερειακές αγορές φυσικού αερίου ήταν ουσιαστικά αποσυνδεδεμένες όσον αφορά τις τιμές, η ορμητική ανάπτυξη της αγοράς LNG δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια πραγματική "ολοκλήρωση" αυτών των αγορών, μεταξύ νέων υποδομών και αύξησης της ζήτησης φυσικού αερίου σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ο απόηχος της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία οδήγησε ουσιαστικά την ΕΕ να στρέψει το βλέμμα της στον Ατλαντικό για να εξισορροπήσει την τεράστια υλική απώλεια σχεδόν 150 δισεκ. κυβικών μέτρων ρωσικού φυσικού αερίου.
Η αντικατάσταση ήταν σταδιακή αλλά ουσιαστική. Στο τέλος του 2024, το μερίδιο της Ρωσίας στις συνολικές ανάγκες της ΕΕ μειώθηκε δραστικά στο 19 %, ενώ τα κράτη μέλη (ιδίως λόγω των μονάδων επαναεριοποίησης που εγκαταστάθηκαν στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Γερμανία, την Ιταλία) είδαν το μερίδιο του υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ) να αυξάνεται στα 112 bcm.
Είναι προφανές, ότι ήταν πολύ κερδοφόρο για τους παραγωγούς LNG των ΗΠΑ να υγροποιούν αέριο από εγχώρια κοιτάσματα και να το εξάγουν με τη μορφή LNG στην Ευρώπη και την Ασία, όπου οι τιμές, TTF ( Αμστερνταμ)/JKM ( Τόκιο) είναι διαρθρωτικά υψηλότερες από ό,τι στο Henry Hub ( Νέα Υόρκη)
Στην πραγματικότητα, ιδιαίτερα μεταξύ του τέλους του 2022 και του 2023, είχαν ήδη διαφανεί κάποιες δυναμικές, οι οποίες θα συνεπαγόταν αυτή τη νέα "παγκοσμιοποίηση" του LNG.
Κατά τη φάση έναρξης ορισμένων έργων υγροποίησης στις Ηνωμένες Πολιτείες, η περιορισμένη διαθεσιμότητα φορτίου και ο ισχυρός ανταγωνισμός, ιδίως από την Κίνα οδήγησε σε μια μακρά διελκυστίνδα μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, με τις τιμές TTF και JTK να εκτοξεύονται στα ύψη όλων των εποχών. Μια δυναμική που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη για την αξιολόγηση των επιπτώσεων της κρίσης του Ορμούζ σε ένα σενάριο παρατεταμένου και αναγκαστικού "κλεισίματος".
Επομένως, μπορούμε να πούμε ότι το αυξανόμενο μερίδιο του LNG στην ευρωπαϊκή αγορά – εκτός του ότι έχει υλοποιηθεί ως γεωπολιτικός μοχλός των ΗΠΑ, αν αναλογιστούμε την άτυπη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων για τους δασμούς που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ – έχει καταστήσει σταδιακά την ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου αποδέκτη της παγκόσμιας αγοράς, με το οριακό/τελευταίο φορτίο ΥΦΑ (συχνά φορτίο από τις ΗΠΑ) να καθορίζει την τιμή, ενώ οι προμήθειες μέσω αγωγών (Αλγερία, Λιβύη, Αζερμπαϊτζάν) συνέβαλαν στην ασφάλεια του εφοδιασμού με σκοπό τη διαφοροποίηση. Έχοντας αποσαφηνίσει, αυτή τη δυναμική, είναι απαραίτητο να μετατοπιστεί η εστίαση στην κρίση του Ορμούζ.
Κρίσιμος παράγοντας οι υποδομές
Εάν η παγκόσμια αγορά χάσει τον δεύτερο εξαγωγέα ( Κατάρ), τι θα συμβεί;
Η διάρκεια της σύγκρουσης, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της στην περιφερειακή σταθερότητα και το επίπεδο "αντίληψης" της ασφάλειας στα Στενά του Ορμούζ, σε συνδυασμό με την πραγματική ζημιά στην ενέργεια και σε άλλες υποδομές, είναι όλες οι κύριες μεταβλητές που συνθέτουν την ενεργειακή εξίσωση.
Τα ταξίδια δεξαμενόπλοιων LNG που διέρχονται από το Ορμούζ σημείωσαν κατάρρευση (-95%). Σχεδόν 5 εβδομάδες αργότερα, η κατάσταση δεν φαίνεται να έχει βελτιωθεί, λαμβάνοντας υπόψη τη στρατιωτική κλιμάκωση . Η πραγματική διαφορά από τις προηγούμενες κρίσεις ( πόλεμος Ιράν-Ιρακ 1980-1988), πιθανώς, έγκειται στο γεγονός ότι εκτός από τους κινδύνους για την ασφάλεια, η εξομάλυνση των ροών, θα μπορούσε να εξαρτηθεί και από τις τιμές των ασφαλίσεων και τις γεωπολιτικές διαπραγματεύσεις, που είναι σύνθετες σε ένα τεταμένο πλαίσιο μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων.
Αλλά είναι σε επίπεδο υποδομής, που ο κίνδυνος διακοπής είναι υψηλότερος, διότι εάν η αποκλιμάκωση είναι ένας πολύπλοκος στόχος, αλλά εξαρτάται από τη βούληση των εμπλεκόμενων φορέων, η επαναφορά των χωρών παραγωγής/υγροποίησης σε πλήρη δυναμικότητα είναι κάτι διαφορετικό.
Στις 3 Μαρτίου, η QatarEnergy – μετά από επίθεση ιρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών με στόχο τα εργοστάσιά της – αποφάσισε να αναστείλει τις δραστηριότητες παραγωγής στην τοποθεσία Ras Laffan Industrial City, τον μεγαλύτερο κόμβο LNG στον κόσμο, λόγω "ανωτέρας βίας". Πρόκειται για μια τοποθεσία χωρητικότητας περίπου 110 δισεκ. κυβικά μέτρων , που ανήκει στην εταιρεία του Κατάρ, με σημαντικές μετοχές της Exxon Mobil, της Shell και ασιατικών εταιρειών (η πρώτη συμφωνία που υπογράφηκε και το φορτίο που στάλθηκε ήταν για την Ιαπωνία το 1992) καi που ήταν υπεύθυνη για περίπου το ένα πέμπτο των προμηθειών LNG το 2025 – εν ολίγοις, ένα μόνο εργοστάσιο που τοποθετεί το Κατάρ ακριβώς μετά τις ΗΠΑ, ως τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα LNG στον κόσμο.
Δεδομένου του μεγέθους του, (περίπου το 20% των παγκόσμιων ροών) το Ras Laffan είναι φυσικά το επίκεντρο της προσοχής, αλλά δεν πρέπει να υποτιμώνται άλλες τοποθεσίες.
Η περιοχή φιλοξενεί επίσης το εργοστάσιο των ΗΑΕ στο νησί Das – του οποίου οι αποστολές πρέπει απαραίτητα να διέρχονται από τό Στενό – καθώς και του Ομάν, με εξαγωγική διέλευση περίπου εκτός της περιοχής κρίσης, αλλά παρόλα αυτά εντός ολόκληρης της αρχιτεκτονικής ασφάλειας της περιοχής.
Με τις εχθροπραξίες και την απόφαση της Qatar Energy, η αγορά αντέδρασε αμέσως.
Οι τιμές του φυσικού αερίου ( TTF) αυξήθηκαν περισσότερο από 70-90%.
Αυτή η κίνηση αντανακλά όχι μόνο το κλίμα της αγοράς για απώλεια προσφοράς, αλλά κυρίως τη διασυνδεδεμένη φύση της αγοράς LNG.
Ανταγωνιστές εισαγωγείς της ΕΕ, Κίνα, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ταϊβάν
Όπως προαναφέρθηκε, σε αντίθεση με το παρελθόν, το φυσικό αέριο δεν περιορίζεται πλέον σε μια περιφερειακή αγορά. Κάθε κλυδωνισμός μεταδίδεται παγκοσμίως μέσω spot ροών φορτίου. Ως εκ τούτου, η προσωρινή έξοδος του Κατάρ ανοίγει και πάλι ένα μέτωπο αγοράς για την Ευρώπη, που είναι ο ανταγωνισμός με τους Ασιάτες πελάτες.
Από την ανάλυση των δεδομένων, η Κίνα φαίνεται να είναι η πλέον εκτεθειμένη.
Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, στην πραγματικότητα, παρουσιάζει το πλέον διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο προμηθευτών, καθώς το ένα τρίτο των εισαγωγών της LNG προερχόταν από τον Κόλπο, το ένα τρίτο από την Αυστραλία και περίπου το είκοσι τοις εκατό από τη Μαλαισία και την Αυστραλία μαζί. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η κινεζική ζήτηση LNG παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σταθερή τον περασμένο χρόνο, χάρη στην υψηλότερη εγχώρια παραγωγή και την αύξηση του όγκου φυσικού αερίου από τη Ρωσία ( αγωγός Power of Siberia).
Είναι πιθανό, ότι ένα παρατεταμένο σοκ θα μπορούσε να επηρεάσει την ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας, αλλά εξετάζοντας το μείγμα και την αντίδρασή του σε προηγούμενες κρίσεις (όπως αυτή του 2022) το Πεκίνο μπορεί πάντα να πιέσει για άνθρακα, ο οποίος παραμένει μακράν η κύρια πηγή ενέργειας , καθώς και να τον χρησιμοποιήσει εντατικά για να μετριάσει τις επιπτώσεις από υπερβολικά υψηλές τιμές του φυσικού αερίου. Ωστόσο, εάν τα φορτία από το Κατάρ παραμείνουν μη διαθέσιμα, είναι πιθανό οι Κινέζοι αγοραστές να καταφύγουν στην αγορά spot ή ακόμη και στο ρωσικό LNG, υπό αμερικανικές κυρώσεις (Arctic 2, ρωσικό εργοστάσιο Yamal).
Έχοντας μικρή ορατότητα στα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου της Κίνας και λαμβάνοντας υπόψη, ότι το LNG αντιπροσωπεύει περίπου το 10% των συνολικών αναγκών της χώρας σε φυσικό αέριο, αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι λιγότερο σκληρός ανταγωνιστής τους επόμενους μήνες. Αυτό εκτιμάται υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι, ιστορικά, η Κίνα ήταν ένας περισσότερο ελαστικός αγοραστής ως προς τις τιμές από άλλους εισαγωγείς, δεδομένου του ενεργειακού της μείγματος.
Είναι όμως ενδιαφέρουσα μια μάλλον περίεργη είδηση σύμφωνα με την S&P, καθώς φαίνεται ότι τουλάχιστον δύο πλοία LNG που ανήκουν στην QatarEnergy έχουν ήδη αποπλεύσει για την Tianjin, αλλά μετά τη φόρτωση του καυσίμου στον τερματικό σταθμό Plaquemines στη Λουϊζιάνα. Εάν επιβεβαιωθεί, θα είναι το πρώτο αμερικανικό LNG που θα φτάσει ξανά στην κινεζική αγορά από τις αρχές του 2025, όταν, μετά τον εμπορικό "πόλεμο" που ξεκίνησε ο Τραμπ, η Κίνα είχε αναστείλει τις εισαγωγές από τις ΗΠΑ. Ίσως πρόκειται για μια συμβολική ενέργεια ενόψει της σινο-αμερικανικής συνόδου κορυφής τον Απρίλιο, η οποία εκκρεμεί.
Παρατηρώντας την ευρύτερη περιφερειακή αγορά, ορισμένα σημεία είναι εμφανή.
Οι ναύλοι spot φορτίου LNG στη διαδρομή ΗΠΑ-Ιαπωνίας, για παράδειγμα, παρουσιάζουν 5πλάσια αύξηση από προ έτους, σηματοδοτώντας μια ισχυρή τεχνική ένταση και μια στενή αγορά LNG.
Εάν η Ασία πληρώνει περισσότερα, οι ροές μετατοπίζονται αυτόματα σε αυτές τις αγορές. Κοιτάζοντας τους πιθανούς ενδιαφερόμενους αγοραστές, η Ινδία ξεχωρίζει ξεκάθαρα, αλλά περισσότερο από όλους η Ταϊβάν, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Οι χώρες αυτές είναι άμεσα εκτεθειμένες στην κρίση του Ορμούζ και παρουσιάζουν εξαιρετικά υψηλή συνολική εξάρτηση από το ΥΦΑ για τους συνολικούς όγκους αερίου που καταναλώνουν.
Αυτό σημαίνει ότι οι επιλογές σε ένα σενάριο παρατεταμένου "κλεισίματος" και διακοπής των ροών από το Κατάρ είναι περιορισμένες.
Είτε θα καταφύγουμε σε δελτίο κατανάλωσης, είτε θα καταρρεύσει η ζήτηση μετά από μη βιώσιμες τιμές, είτε θα μπορούσαμε να δούμε ένα σπασμωδικό ανταγωνισμό χωρών που εισάγουν για θέσεις φορτίου.
Για την Ευρώπη, αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να είναι διατεθειμένη για περαιτέρω υψηλές τιμές εισαγωγής , τροφοδοτώντας ένα ανοδικό σπιράλ κατά την πλέον ευαίσθητη εποχή του χρόνου: την περίοδο πλήρωσης των αποθηκευτικών χώρων.
Θερμοκρασία φυσικού περιβάλλοντος και γεωπολιτική;
Και είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο, που το πρόβλημα μετατοπίζεται από τις προμήθειες στη δομή του συστήματος.
Ο χειμώνας του 2025-2026 ήταν σκληρότερος από το αναμενόμενο και μείωσε σημαντικά τα επίπεδα φυσικού αερίου που αποθηκεύτηκαν στην ήπειρο.
Στις αρχές Μαρτίου, η μέση αποθήκευση στην ΕΕ ήταν περίπου 30%, περίπου 9 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από το προηγούμενο έτος.
Το κλίμα της αγοράς, πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών στον Κόλπο, είχε ήδη αντιληφθεί μια πιθανή τεταμένη κατάσταση. Στοιχεία έδειξαν, ότι η τοποθέτηση στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης TTF ήταν ήδη "μακρά" – δηλαδή προσδοκίες για άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου.
Το παραπάνω επίπεδο αποθήκευσης, εκτός από την προοπτική απώλειας 20% της παγκόσμιας προσφοράς LNG, θα μπορούσε να αλλάξει εντελώς το σημείο εκκίνησης σε σύγκριση με τα τελευταία χρόνια, όταν η Ευρώπη κατάφερνε να εισέλθει στη θερινή περίοδο με σχετικά άνετα επίπεδα αποθέματος, βασιζόμενη στην άφθονη διαθεσιμότητα αμερικανικού LNG και στις σταθερές ροές από αγωγούς.
Αυτό που μπορούμε να φανταστούμε, ακόμη και αν υποθέσουμε ένα συντηρητικό σενάριο για την κατανάλωση φυσικού αερίου τους επόμενους μήνες, είναι ότι θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε την άνοιξη και το καλοκαίρι σε μια πολύ λεπτή κατάσταση.
Το θέμα, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι τόσο "αν και πόσο", αλλά "σε ποια τιμή". Ο κίνδυνος της τρέχουσας κατάστασης στο Ορμούζ, και σε σχέση με την "παγκοσμιοποίηση" του LNG και τον ασιατικό ανταγωνισμό, είναι ότι οι ευρωπαϊκοί φορείς εκμετάλλευσης δεν θα βρεθούν τόσο σε κατάσταση έλλειψης εφοδιασμού όσο το 2022, αλλά ότι θα πρέπει να αγοράσουν φυσικό αέριο σε ένα πλαίσιο υψηλών τιμών και ακραίας αστάθειας, συμπιέζοντας τα τυπικά περιθώρια των δραστηριοτήτων αποθήκευσης.
Με επανειλημμένες επιθέσεις σε υποδομές, είναι λογικό να πιστεύουμε, ότι ακόμη και η προγραμματισμένη επέκταση του North Field East (NFE) στα βορειοανατολικά του Κατάρ, - QatarEnergy με κατασκευαστή την Chiyoda Corporation- θα μπορούσε να καθυστερήσει πολύ πέρα από τον επαναπρογραμματισμό, που είχε αρχικά γίνει για το τέλος του 2026. Πρόκειται για παραγωγή 32 επιπλέον δισεκ. κυβ. μέτρων, σχεδόν 30% περισσότερα από την προ της ιρανικής επίθεσης παραγωγή. Αυτό θα επηρεάσει επίσης τις προσδοκίες της αγοράς για την παγκόσμια αύξηση της προσφοράς LNG το επόμενο έτος. Το TTF αντέδρασε αμέσως υπερβαίνοντας τα 61 €/MWh, καταγράφοντας υψηλό τριετίας.
Λύσεις;
Πρέπει να εκτιμηθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα τρέχοντα επίπεδα παραγωγής και την έναρξη λειτουργίας νέων έργων μόνο στα τέλη του 2026-αρχές του 2027, εάν υπάρχει αρκετή πλεονάζουσα δυνατότητα αμερικανικού LNG για να αντικαταστήσει το Κατάρ στο άμεσο μέλλον.
Αλλά ακόμα κι αν αυτό ήταν δυνατό, η παρατεταμένη απώλεια όγκων από το Κατάρ, ειδικά μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα, σύμφωνα με αναλυτές, δεν θα επέτρεπε επάρκεια. Σε αυτό το πλαίσιο της ζημιάς στις υποδομές του Ras Laffan, η διάρκεια της κρίσης δεν είναι πλέον η μόνη βασική μεταβλητή και ενδέχεται έστω και αν επιλυθεί, να μην αποτρέπει τον κίνδυνο ελλείματος στην αγορά.
Σε επίπεδο ΕΕ, ένας περιορισμένος κλυδωνισμός θα μπορούσε να απορροφηθεί μέσω προσωρινών εισαγωγών με βάση τις διαφορές τιμών TTF-JTK – η ΕΕ θα πλήρωνε ένα premium- ή με πρόσθετους όγκους αερίου από τη Νορβηγία ή (απίθανο) τη Ρωσία, πριν από την τελική σταδιακή κατάργηση εισαγωγών από την τελευταία το 2027.
Επίσης η μείωση της κατανάλωσης αερίου από τους ενεργοβόρους καταναλωτές, είναι μια επιλογή που έχει ήδη οδηγήσει σε αναγκαστικό κλείσιμο χημικών, βιομηχανικών και μεταλλουργικών εγκαταστάσεων, στον απόηχο της κρίσης του 2022.
Ένας παρατεταμένος κλυδωνισμός θα κινδύνευε να μετατραπεί σε διαρθρωτική κρίση, η οποία θα επηρέαζε έντονα τη δυναμική της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και αποθήκευσης, με άμεσες επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια, τουλάχιστον, του χειμώνα 2026-2027.
Συμπέρασμα
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ υπογραμμίζει τη σχετική ευθραυστότητα της θέσης της Ευρώπης στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου.
Παρά την πρόοδο που σημειώθηκε μετά το 2022, η Ευρώπη πληρώνει τη στρατηγικά αμφισβητήσιμη κίνηση του κύριου συμμάχου της, των ΗΠΑ, και πλέον κύριου ενεργειακού εταίρου της.
Σε αυτό το σημείο, είναι δύσκολο να κατανοήσουμε αν πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, δεδομένης της υψηλής αλληλεξάρτησης που χαρακτηρίζει πλέον το LNG.
Τους επόμενους μήνες, το "πεδίο μάχης" δεν θα είναι μόνο η τιμή του φυσικού αερίου και οι επιπτώσεις του στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και η δυνατότητα πλήρωσης των εγκαταστάσεων αποθήκευσης σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού εισαγωγών με την Ασία.
Σε αυτή την ισορροπία μεταξύ τιμών, ροών και χρονοδιαγράμματος, θα επανέλθει με οξύτητα στο επίκεντρο το ζήτημα της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας. Και, για άλλη μια φορά, το επιτρεπτό περιθώριο σφάλματος φαίνεται να είναι εξαιρετικά μικρό.
* Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής
(capital.gr)