Από το πετρέλαιο στο LNG: Γιατί η υπερβολική προσφορά εξακολουθεί να καθορίζει την τάση και το 2026
Παρά τις σημαντικές γεωπολιτικές εξελίξεις, που υπό άλλες συνθήκες θα είχαν λειτουργήσει ως καταλύτης ανόδου, οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου ξεκίνησαν το 2026 με σαφή καθοδική διάθεση.
Η είδηση των αμερικανικών πληγμάτων στη Βενεζουέλα και, κυρίως, της σύλληψης και μεταφοράς του προέδρου Νικολάς Μαδούρο στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν στάθηκε αρκετή για να ανατρέψει το κλίμα. Αντίθετα, ανέδειξε μια νέα πραγματικότητα: φέτος, για να κινηθούν ανοδικά οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, θα απαιτηθεί μια πολύ μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη διαταραχή της προσφοράς και της ζήτησης.
Οι ανησυχίες για την υπερπροσφορά
Στις αρχές της πρώτης πλήρους χρηματιστηριακής εβδομάδας του 2026, το Brent διαπραγματευόταν λίγο πάνω από τα 60 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο που αντανακλά περισσότερο ανησυχίες για υπερπροσφορά και ασθενή ζήτηση παρά γεωπολιτικό ρίσκο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε τη σύλληψη του Βενεζουελάνου προέδρου, συνοδεύοντας την είδηση με δηλώσεις για το μέλλον της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας. «Θα βάλουμε τις πολύ μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, τις μεγαλύτερες στον κόσμο, να μπουν στη χώρα, να επενδύσουν δισεκατομμύρια, να φτιάξουν τις κατεστραμμένες υποδομές και να αρχίσουν να παράγουν κέρδη για τη χώρα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι πρώτες αναλύσεις, ωστόσο, ήταν αρκετά ψύχραιμες, τουλάχιστον ως προς τις επιπτώσεις στις ενεργειακές τιμές. Αναλυτές και διεθνή μέσα επισήμαναν αμέσως το χάσμα ανάμεσα μεταξύ της ρητορικής και της πράξης. Το κόστος ανασυγκρότησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας εκτιμάται –σύμφωνα με τη Wall Street Journal– στα 10 δισ. δολάρια ετησίως, ενώ εξίσου κρίσιμος παράγοντας είναι η πολιτική σταθερότητα. Όπως σημειώνουν αναλυτές της Jefferies, η αύξηση της παραγωγής θα εξαρτηθεί από την εισροή κεφαλαίων, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει πολιτική σταθερότητα και πιθανότατα εγγυήσεις από την αμερικανική κυβέρνηση.
Μετά το αρχικό σοκ
Με άλλα λόγια, παρά το αρχικό σοκ από την αμερικανική επέμβαση στη χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, δεν διαφαίνεται άμεση μεταβολή στην παγκόσμια προσφορά. Και ακόμη κι αν υπάρξει αλλαγή σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, αυτή θα σημαίνει περισσότερο πετρέλαιο στην αγορά και όχι λιγότερο, ενισχύοντας περαιτέρω το ήδη έντονα πτωτικό κλίμα μεταξύ των traders.
Ο ρόλος του ΟΠΕΚ+
Ούτε και ο ΟΠΕΚ+ κατάφερε να αλλάξει το αφήγημα. Στην τελευταία του συνεδρίαση, ο οργανισμός επανέλαβε την παύση στις αυξήσεις παραγωγής, κάτι που ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο. Παράλληλα, η απόφαση θεωρείται από πολλούς ως μονόδρομος, μετά από μια χρονιά κατά τα οποία, παρά τις περικοπές, οι τιμές των βασικών δεικτών υποχώρησαν σχεδόν κατά 20%. Το πετρελαϊκό καρτέλ υποστήριξε ότι η παγκόσμια αγορά είναι «καλά ισορροπημένη» ενόψει του 2026, μια άποψη που, ωστόσο, δεν συμμερίζονται πολλοί εκτός του καρτέλ.
Οι εκτιμήσεις για το 2026
Για την πλειονότητα των αναλυτών, το 2026 προμηνύεται μια έντονα πτωτική χρονιά για το πετρέλαιο. Σύμφωνα με την Kpler, τα φορτία πετρελαίου που βρίσκονται σε δεξαμενόπλοια έχουν αυξηθεί περαιτέρω από το ιστορικό υψηλό του περασμένου έτους και βρίσκονται πλέον στο υψηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2020. Όπως σημείωσε ο Clyde Russell του Reuters, αν και μεγάλο μέρος αυτών των ποσοτήτων βρίσκεται καθ’ οδόν προς τους αγοραστές, το συνολικό μέγεθος προκαλεί ανησυχία στους παρατηρητές της αγοράς.
Η εικόνα στην Ευρώπη
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πέρυσι, οι Βρυξέλλες υπέγραψαν δέσμευση για αγορές ενεργειακών προϊόντων από τις ΗΠΑ ύψους 750 δισ. δολαρίων σε βάθος τριετίας. Γρήγορα, ωστόσο, έγινε σαφές ότι η δέσμευση αυτή ήταν πρακτικά αδύνατο να υλοποιηθεί. Παρά τις προσδοκίες για αύξηση των εισαγωγών, η ΕΕ τελικά δαπάνησε λιγότερα για αμερικανικό αργό και υγροποιημένο φυσικό αέριο – και όχι μόνο λόγω των χαμηλότερων τιμών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Reuters, η Ευρωπαϊκή Ένωση αγόρασε κατά μέσο όρο 1,73 εκατ. βαρέλια ημερησίως αμερικανικού αργού το 2025, έναντι 1,91 εκατ. βαρελιών το 2024. Οι εισαγωγές LNG πράγματι αυξήθηκαν σημαντικά, από 45,14 εκατ. τόνους το 2024 σε 72,24 εκατ. τόνους το 2025. Ακόμη κι έτσι, η συνολική αξία των ενεργειακών εισαγωγών της ΕΕ από τις ΗΠΑ ανήλθε στα 82,3 δισ. δολάρια, πολύ χαμηλότερα από τον στόχο των 250 δισ. για το ίδιο έτος.
Πέρα από τις –όπως αποδείχθηκαν– μη ρεαλιστικές ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, και η Κίνα στέλνει σήματα ασθενέστερης ζήτησης, τόσο για πετρέλαιο όσο και για LNG. Το Πεκίνο έχει εκμεταλλευτεί τις χαμηλές τιμές για να αυξήσει τα στρατηγικά του αποθέματα, ιδίως αγοράζοντας πετρέλαιο με έκπτωση από χώρες υπό κυρώσεις, όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα. Αυτό έχει ενισχύσει την εντύπωση ότι η πραγματική κατανάλωση είναι χαμηλότερη από τις αγορές, ακόμη κι αν ο βασικός στόχος είναι η αξιοποίηση της συγκυρίας των τιμών.
Οι εκτιμήσεις για το LNG
Η εικόνα είναι παρόμοια και στο LNG. Η κινεζική ζήτηση αποδεικνύεται ασθενέστερη από ό,τι ανέμεναν πολλοί, ενώ η χώρα στρέφεται και σε αυξημένες προμήθειες από τη Ρωσία. Την ίδια στιγμή, νέα έργα εξαγωγής LNG στις ΗΠΑ αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία εντός του έτους, προσθέτοντας επιπλέον προσφορά και ασκώντας περαιτέρω πίεση στις τιμές.
Αυτή η εξέλιξη περιπλέκει ιδιαίτερα την κατάσταση για τη βιομηχανία. Οι χαμηλότερες τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη –τον μεγαλύτερο εισαγωγέα αμερικανικού LNG– συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους των εξαγωγέων. Αναλυτές προειδοποιούν ότι αν οι τιμές υποχωρήσουν περαιτέρω, οι εταιρείες θα χάσουν το κίνητρο να διατηρούν τόσο υψηλούς όγκους εξαγωγών.
Όπως δήλωσε στο Reuters ο Saul Kavonic, επικεφαλής ενεργειακής έρευνας της MST Marquee, «το αμερικανικό LNG απολάμβανε εξαιρετικά περιθώρια κέρδους από τα τέλη του 2021, αλλά αυτά έχουν πλέον επιστρέψει σε πιο φυσιολογικά επίπεδα, καθώς η αγορά σταθεροποιείται και νέα δυναμικότητα μπαίνει σε λειτουργία». Πλέον, τα περιθώρια κινούνται κάτω από τα κανονικά επίπεδα και, εάν η διαφορά τιμής μεταξύ του αμερικανικού δείκτη φυσικού αερίου και του ευρωπαϊκού TTF περιοριστεί κάτω από τα 4 δολάρια ανά mmBtu, πολλοί εξαγωγείς θα αναγκαστούν να μειώσουν την παραγωγή.
Το νέο έτος, λοιπόν, δεν επιφυλάσσει –τουλάχιστον προς το παρόν– μεγάλες εκπλήξεις στα θεμελιώδη μεγέθη των ενεργειακών αγορών. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι το 2026 μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας ευρύτερης διόρθωσης, που θα προκληθεί από την επίμονη αντίληψη περί ασθενικής ζήτησης και υπερπροσφοράς. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και γεγονότα υψηλής γεωπολιτικής έντασης φαίνεται να έχουν περιορισμένη επίδραση, υπογραμμίζοντας πόσο βαθιά έχει αλλάξει η ισορροπία στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.