Επένδυση στη διάλυση της E.E.
Το δημοσίευμα του Economist, που χαρακτηρίζει τη Γαλλία ωρολογιακή βόμβα στην Ευρώπη, έχει δύο αναγνώσεις:
Η μια είναι ψυχαναλυτική, καθώς η Γαλλία κατηγορείται γι' αυτό που είναι, όχι σήμερα, αλλά από την εποχή του Λουδοβίκου του 14ου και του Κολμπέρ, που θεμελίωσαν τον παντοδύναμο συγκεντρωτικό κρατικό παρεμβατισμό. Για τη βρετανική θεώρηση η Γαλλία είναι εδώ και αιώνες απροσάρμοστη, παραφωνία, πρόβλημα έως παρενόχληση.
Η δεύτερη είναι ότι το αφιέρωμα του βρετανικού περιοδικού είναι μήνυμα προς τη Γερμανία αλλά και δήλωση προθέσεων του Λονδίνου: Αν η Γαλλία είναι απροσάρμοστη στη γερμανική Ευρώπη, τότε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι καταδικασμένη. Στην περίπτωση αυτή, ο ευρωσκεπτικισμός του Κάμερον όχι μόνον δεν οδηγεί στην απομόνωση, αλλά είναι μια ακαταμάχητη ρεαλπολιτίκ.
Πρόκειται για μια τομή στη βρετανική πολιτική, πολύ πιο σημαντική από την άκαμπτη διαπραγματευτική στάση της Θάτσερ, που βραχυκύκλωνε την αναζήτηση κοινής ευρωπαϊκής σύνθεσης.
Στη Βρετανία τελειώνει η εποχή όπου με πρώτο τον Μακμίλαν το 1960, δεύτερο τον Χιθ το 1970 και τρίτο τον Μπλερ μετά το 1997, η κρατούσα πεποίθηση ήταν ότι η χώρα έπρεπε να βρίσκεται εντός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ώστε το Λονδίνο να μπορεί να την επηρεάζει και να την ελέγχει ώστε να μην απειληθούν ζωτικά συμφέροντα της χώρας.
Σήμερα, η επιβίωση του City ως παγκόσμιου κέντρου χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και μόνης στην ουσία ουσιαστικής οικονομικής δραστηριότητας της χώρας είναι ασύμβατη με τη συνέχιση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Την ίδια στιγμή, είναι σαφές ότι με υπαιτιότητα του Βερολίνου υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αποσύνθεσης της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., μια προοπτική που συνιστά ανέλπιστη γεωπολιτική ευκαιρία για το Λονδίνο.
Σε πολύ μεγάλο βαθμό η υπεροχή της Γερμανίας οφείλεται στην αδυναμία της Βρετανίας, μετά το Μαάστριχτ, να μπει στην ΟΝΕ και είτε να αποτελέσει μαζί με τη Γαλλία ένα αντίπαλο δέος στη γερμανική ισχύ, είτε ως τρίτος ενδιάμεσος ανάμεσα στο Βερολίνο και στο Παρίσι να γίνει ο ρυθμιστής των ευρωπαϊκών ισορροπιών.
Είναι η τέταρτη φορά μέσα στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια που η Βρετανία αποσυρόμενη από την Ευρώπη ανοίγει τον δρόμο στη γερμανική παντοδυναμία:
Την πρώτη, μετά το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου το 1856, επέτρεψε στον Μπίσμαρκ να κυριαρχήσει στη Γερμανία, να νικήσει την Αυστρία στον πόλεμο του 1866 και να συνθλίψει τη Γαλλία το 1870.
Τη δεύτερη, μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1876-77 και την ακύρωση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, με βρετανική παρέμβαση, η Ρωσία παρέμεινε ο κύριος αντίπαλος του Λονδίνου μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα και κατά συνέπεια το Βερολίνο ανεξέλεγκτο στην Ηπειρωτική Ευρώπη.
Την τρίτη, από τα μέσα της δεκαετίας του '20, ήταν σαφές ότι η Βρετανία έβλεπε μια ισχυρή Γερμανία ως ανάχωμα στη Σοβιετική Ενωση και τον κομμουνιστικό κίνδυνο, μια στάση που δεν άλλαξε και μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933. Από την ευνοϊκή ρύθμιση των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων στη Γαλλία το 1925 μέχρι στη Συμφωνία του Μονάχου το 1938, προτεραιότητα του Λονδίνου ήταν να επιβάλει στη Γαλλία την πολιτική των συνεχών παραχωρήσεων απέναντι στο Βερολίνο.
Τούτων λεχθέντων, η Βρετανία είναι σε μειονεκτική θέση: Η απειλή της για αποχώρηση είναι ταυτόχρονα ολόψυχη ευχή και επιθυμία του Βερολίνου.
Το πώς μπορείς να απειλήσεις κάποιον με μια εξέλιξη που επιθυμεί, είναι ερώτημα φιλοσοφικού - ψυχαναλυτικού χαρακτήρα...
Στο βωμό του City...
Σήμερα, η επιβίωση του City ως παγκόσμιου κέντρου χρηματο-πιστωτικών συναλλαγών και μόνης στην ουσία ουσιαστικής οι-κονομικής δραστηριότητας της χώρας είναι ασύμβατη με τη συνέχιση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Την ίδια στιγμή, είναι σαφές ότι με υπαιτιότητα του Βερολίνου υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αποσύνθεσης της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., μια προοπτική που συνιστά ανέλπιστη γεωπολιτική ευκαιρία για το Λονδίνο.
(Ημερησία, 19/11/2012)