Γιατί η είσοδος του αμερικανικού κρατικού fund DFC θεωρείται καταλυτική για τον Great Sea Interconnector - Το παρασκήνιο της προσέγγισης με τον ΑΔΜΗΕ και τα σενάρια για είσοδο με 10% στο μετοχικό κεφάλαιο
Καταλύτης για την υλοποίηση του ηλεκτρικού διαδρόμου Ελλάδας -Κύπρου - Ισραήλ, του πιο ώριμου αυτή τη στιγμή έργου διασύνδεσης μεταξύ Ευρώπης και Μ.Ανατολής, μπορεί να αποτελέσει η διαφαινόμενη είσοδος του αμερικανικού κρατικού fund DFC στο μετοχικό του κεφάλαιο.
Οχι μόνο γιατί θα αποτελέσει μια επιπλέον πηγή χρηματοδότησης για το project των 1,9 δισ ευρώ, αλλά κυρίως για την αναμφισβήτητη γεωπολιτική αξία που θα του προσδώσει το γεγονός να έχει μέτοχο το ίδιο το κράτος των ΗΠΑ.
Στο ερώτημα τι είδε στον Great Sea Interconnector (GSI) ο αναπτυξιακός οργανισμός Development Finance Corporation (DFC), με προυπολογισμό για φέτος πάνω από 1 τρισ δολ., την απάντηση τη δίνει το ίδιο το καταστατικό του, σύμφωνα με το οποίο το κρατικό fund στηρίζει και προωθεί ανά το κόσμο μόνο έργα τα οποία συνάδουν με τα αμερικανικά συμφέροντα, όπως η πρόσφατη χρηματοδότηση στην Onex για την απόκτηση των Ναυπηγείων Ελευσίνας.
Και η διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου - Ισραήλ μήκους 1.200 χλμ και μεταφορικής ικανότητας 2 GW, συμβαδίζει ακριβώς με αυτά τα συμφέροντα, εξυπηρετεί την ασφάλεια εφοδιασμού της Αν.Μεσογείου, τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας και κυρίως την ανάπτυξη υποδομών, ικανές να συνδέσουν διαφορετικές ηπείρους. Οπως ο μεγάλος Ινδικός Διάδρομος (IMEC) που είχε ανακοινωθεί πέρυσι στην G-20, με τις ευλογίες του Προέδρου Μπάιντεν.
Εάν πράγματι κινηθούν γρήγορα οι διαδικασίες και ξεπεραστούν τα όποια γραφειοκρατικά εμπόδια, η παρουσία των Αμερικανών ως 5ος μέτοχος στο σχήμα, μαζί με τους ΑΔΜΗΕ, Κυπριακή Δημοκρατία, Aluma (Ισραήλ), TAQA (Αμπου Ντάμπι), θα προσφέρει στο project ένα άλλου είδος γεωστρατηγικό βάρος, μια νέα δυναμική και φυσικά μια θωράκιση που δεν θα επιτρέπει σε κανένα τρίτο μέρος να το αμφισβητήσει μελλοντικά.
Δίχως να αγνοεί κανείς την όποια παροχή χρηματοδότησης από το DFC μέσω της μετοχικής του παρουσίας στο σχήμα, με ένα ποσοστό της τάξης του 10%, όπως λέγεται ότι μπορεί να έχει, εντούτοις αυτό που μετρά περισσότερο είναι η σημασία και μόνο της συμμετοχής του. Δεν υπάρχουν πολλές υποδομές διεθνώς, όχι μόνο ενεργειακές αλλά ευρύτερα, με το αμερικανικό Δημόσιο να είναι ένας από τους βασικούς τους μετόχους.
Αυτό θα συμβεί, εφόσον ο οικονομικός και αναπτυξιακός οργανισμός επενδύσεων των ΗΠΑ, μπει π.χ. με ένα 10% στο μετοχικο κεφαλαιο του GSI, το οποίο ανέρχεται σε 300 εκατ. ευρώ. Καθίσταται αυτομάτως με 100 εκατ ευρώ, ένας από τους ισχυρότερους παίκτες.
Η σημασία που αποδίδουν οι Αμερικανοί στο έργο φαίνεται και από το πολύμηνο παρασκήνιο που προηγήθηκε της δήλωσης στην οποία προέβη τη Πέμπτη από την Ουάσιγκτον η υφυπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας Αλεξάνδρα Σδούκου στο πλαίσιο του 5ου Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας- ΗΠΑ.
Οι πληροφορίες θέλουν να ήταν η αμερικανική πλευρά αυτή που προσέγγισε την ελληνική, όχι το αντίστροφο, στη λογική ότι το έργο που έχει φορέα υλοποίησης τον ΑΔΜΗΕ συμβαδίζει με την ευρύτερη γεωστρατηγική τους πολιτική.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η επαφή που όπως λέγεται είχε προηγηθεί, μεταξύ του CEO του DFC, Scott Nathan με τον CEO του ΑΔΜΗΕ, Μάνο Μανουσάκη, το σύμφωνο εμπιστευτικότητας που ακολούθησε (NDA) και η δουλειά που έχει ξεκινήσει να γίνεται σε επίπεδο τεχνικών ομάδων, με αρχικό στόχο η συμφωνία να κρατηθεί κάτω από τα ραντάρ.
Ακριβώς όμως επειδή το πλαίσιο που διέπει το DFC, ως τον επίσημο αναπτυξιακό οργανισμό του αμερικανικού κράτους για διεθνείς δράσεις, είναι χρονοβόρο και η κατασκευή του Great Sea Interconnector έχει ήδη πάρει μπροστά - πιο χαρακτηριστική, η αποπληρωμή προς την Nexans της πρώτης δόσης, ύψους 55 εκατ. ευρώ της σύμβασης κατασκευής του καλωδίου - κρίθηκε απαραίτητο ότι το ελληνικό ενδιαφέρον πρέπει να τεθεί σε ανώτατο αμερικανικό κυβερνητικό επίπεδο. Ετσι, ώστε να γίνει κατανοητό στην άλλη πλευρά η σημασία που αποδίδει η Αθήνα στην συμμετοχή του DFC στο σχήμα.
Οι συζητήσεις γίνονται πλέον σε κυβερνητικό επίπεδο, υπάρχει ακόμη πολύ δουλειά μπροστά, αλλά γίνεται σοβαρή συζήτηση, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει ο Συντονιστής Διεθνούς Ενεργειακής Πολιτικής του ΥΠΕΝ, Θεόδωρος Τσακίρης που ήταν μαζί με την υφυπουργό στην Ουάσινγκτον και συμμετέχει καιρό τώρα στις διεργασίες. Ο ίδιος βλέπει στη συγκεκριμένη κίνηση της DFC, μετά και την χρηματοδότηση προς την Onex για την αγορά των Ναυπηγείων, το επιστέγασμα του Στρατηγικού Διαλόγου και μια πρακτική ένδειξη στήριξης των ΗΠΑ στο σχήμα «3+1» Ελλάδα - Κύπρος - Ισραήλ.
Εως σήμερα στο ενεργειακό κομμάτι, δεν έχει υπάρξει κάποια αναλόγου βεληνεκούς συζήτηση στο πλαίσιο της συνεργασίας «3+1», όπου μέχρι τον Ιανουάριο του 2022 φιγουράριζε ως αιχμή του δόρατος ο αγωγός μεταφοράς φυσικού αερίου East Med. Εκτοτε, με non paper οι Αμερικανοί κατέστησαν σαφή την απόσυρση της στήριξης που προσέφεραν μέχρι εκείνη τη στιγμή στο έργο.
Στο δια ταύτα, των διεργασιών για το σχηματισμό του μετοχικού κεφαλαίου του GSI, το εμιρατινό fund TAQA έχει ήδη ξεκινήσει το due diligence, ενώ σύντομα λέγεται ότι θα κάνουν το ίδιο και οι ισραηλινοί του Aluma, οι οποίοι μέχρι πρότινος, λόγω του πολέμου στη Γάζα, είχαν παγώσει ανάλογες επενδυτικές κινήσεις. Κάποιες μάλιστα πληροφορίες μιλούν και για άλλους ενδιαφερόμενους.
Εχει την αξία του να επισημανθεί ότι διεθνώς επικρατεί πολύ μεγάλη κινητικότητα γύρω από τις διεθνείς διασυνδέσεις, μεταξύ των οποίων και αυτές ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Μ.Ανατολή. Μια κινητικότητα που θα εντείνεται όσο θα περνούν οι μήνες και τα χρόνια.
Η Ελλάδα δεν τρέχει μόνη της στην κούρσα, την ίδια ευκαιρία βλέπουν και άλλοι, με πρώτους και καλύτερους τους Ιταλούς, οι οποίοι λέγεται ότι έχουν κι εκείνοι προσεγγίσει τους Σαουδάραβες, προτείνοντάς τους να συνάψουν μια συμφωνία αντίστοιχη με αυτήν που υπέγραψε η Αθήνα με το Ριάντ, και η οποία οδήγησε την περασμένη εβδομάδα στην σύσταση κοινής εταιρείας μεταξύ του ΑΔΜΗΕ και της National Grid Saudi Electricity Company.
Κερδισμένος σε αυτό τον αγώνα θα είναι εκείνος που θα κόψει πρώτος το νήμα και παρ' ότι η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα δραστήρια, τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο.