Προκλήσεις και αντιφάσεις στο RePowerEU - Ο διπολικός ρόλος του φυσικού αερίου
Η ενεργειακή προσαρμογή της Ευρώπης στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα αντανακλά αποφασιστικότητα, ταχύτητα και συνοχή, σε βαθμό που θα θεωρούνταν ανέφικτος λίγους μήνες πριν. Ωστόσο, η εφαρμογή του RePowerEU, του ευρωπαϊκού σχεδίου απεξάρτησης από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες, ενέχει, εξ’ ορισμού, σύνθετες προκλήσεις και πιθανές ασυμβατότητες.
Η αξιολόγησή τους είναι κρίσιμη, ώστε να ενσωματωθούν ασφαλιστικές δικλείδες στο κοινοτικό πλαίσιο και να υλοποιηθούν οι κατάλληλες προσαρμογές στα εθνικά σχέδια. Γενικότερα, είναι αναγκαίο να διατηρηθεί ένα ρεαλιστικό πρίσμα, που θα αντανακλά όχι μόνο πρακτικές διαστάσεις αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας.
Οι αλλαγές που επιφέρει ο νέος σχεδιασμός είναι τεκτονικές. Αποτυπώνονται χαρακτηριστικά στη διαφοροποίηση του ενεργειακού μίγματος το 2030, συγκριτικά με προηγούμενες προσομοιώσεις, στο πλαίσιο του Fit-for-55. Ειδικότερα, η ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα στην ΕΕ εμφανίζεται αυξημένη κατά 105 TWh, η πυρηνική παραγωγή ενισχύεται κατά 45 TWh, ενώ η παραγωγή φυσικού αερίου συρρικνώνεται κατά 240 ΤWh (-67%). Αντίστοιχα, η κατανάλωση φυσικού αερίου στη βιομηχανία υποχωρεί κατά 35%, συγκριτικά με το προηγούμενο σενάριο. Επισημαίνεται επίσης, η παύση των επιδοτήσεων σε καυστήρες φυσικού αερίου από το 2025, που θα έχει ίσως αντανάκλαση και στην ανάπτυξη των δικτύων διανομής.
1. Ανοχή στον άνθρακα
Το ευρωπαϊκό σχέδιο συνεπάγεται ανοχή προς τον άνθρακα, η οποία αρχικά είχε χαρακτηριστεί συγκυριακή, αλλά πλέον διαφαίνεται σημαντική. Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις αξιωματούχων της Κομισιόν τον Απρίλιο, η βραχυπρόθεσμη αυτή προσέγγιση μεταφράζεται σε αύξηση 5% της ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα στα επόμενα 5-10 έτη.
Για να γίνει φανερή η διάσταση αυτής της αλλαγής, επισημαίνεται ότι το 2021 η ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα διαμορφώθηκε στις 436 TWh, συνιστώντας το 15% της ευρωπαϊκής παραγωγής. Η ποσότητα αυτή εμφανίζει πτώση μόλις 3% συγκριτικά με τα επίπεδα του 2019, έναντι αισθητής υποχώρησης, κατά 29%, την προηγούμενη τριετία (2017-19).
Η ανατρεπτική αυτή εξέλιξη εντός του 2021 αποτυπώνει την αντικατάσταση του φυσικού αερίου από άνθρακα (gas-to-coal switching), αντίρροπα στην περιβαλλοντική λογική, λόγω του διαφορετικού βαθμού εκτίναξης των τιμών των δύο καυσίμων. Η απόκλιση του λειτουργικού κόστους (spark vs. dark spread) αντιστράφηκε συστηματικά, ιδίως από το καλοκαίρι του 2021, αγγίζοντας ακόμη και τριψήφια νούμερα, στο πλαίσιο ενός ανατροφοδοτούμενου, φαύλου κύκλου υψηλών τιμών στα χρηματιστήρια ρύπων και φυσικού αερίου.
Στη σύνθετη αυτή δυναμική υπεισέρχεται μια νέα παράμετρος. Οι εισαγωγές άνθρακα της ΕΕ, που προέρχονταν κατά 46% από τη Ρωσία, καταργούνται πλέον από τον Αύγουστο. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι εισαγωγές αυτές είναι αμελητέες συγκριτικά με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μέσες τιμές, αποτιμώνται σε 15 εκατ. ευρώ ημερησίως έναντι 800 εκατ. ευρώ, που αφορούν τους υπόλοιπους ρωσικούς υδρογονάνθρακες.
Οι υψηλές διακυμάνσεις της τιμής του άνθρακα είναι όμως, μια νέα πραγματικότητα, παρά την προσαρμογή των παραγωγών άνθρακα διεθνώς. Ενδεικτικά, η παραγωγή των ΗΠΑ σημειώνει ήδη αύξηση 4% ενώ η Πολωνία έχει αιτηθεί χαλάρωση περιβαλλοντικών περιορισμών για να αξιοποιήσει επιβαρυμένα ορυχεία. Αποτιμώντας τις διεθνείς εξελίξεις, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι το φυσικό αέριο θα καταστεί οικονομικότερο από τον άνθρακα μετά το 2025. Το γεγονός αυτό μπορεί να επιφέρει νέες αναταράξεις στην εφαρμογή του RePowerEU, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις σε υποδομές αερίου που έχουν δρομολογηθεί.
2. Αναθεώρηση απολιγνιτοποίησης και αποζημίωση εφεδρειών
Στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες, είναι γεγονός ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες επανεξετάζουν ή αναθεωρούν τα σχέδια απόσυρσης των μονάδων άνθρακα. Ενδεικτικά, η Πορτογαλία που είχε εκμηδενίσει τον άνθρακα από το ενεργειακό της μίγμα εξετάζει την πιθανότητα επαναλειτουργίας 1800 MW, σε έκτακτες συνθήκες. Αντίστοιχα, η Ιταλία αποφάσισε την παράταση 4 μονάδων άνθρακα για 2 έτη. Η Τσεχία ανακοίνωσε αόριστα την μετάθεση του προσυμφωνημένου χρονοδιαγράμματος (2033), ενώ η Ρουμανία έχει ήδη προβεί στην επαναλειτουργία κλειστών ορυχείων. Η γενικότερη προσέγγιση δεν εξαιρεί ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Γαλλική EdF επανεξετάζει παράταση λειτουργίας μιας ανθρακικής της μονάδας 2GW στην Αγγλία, η οποία προγραμματιζόταν να κλείσει τον Σεπτέμβριο.
Αλλαγή πλεύσης συντελείται και στη Γερμανία. Οι RWE και Vattenfall ανακοίνωσαν από τον Μάρτιο ότι επανεξετάζoυν τα σχέδια απόσυρσης των μονάδων τους, ενώ η Steag μετέθεσε για την άνοιξη του 2023 την επικείμενη απόσυρση μονάδας 460 MW. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι στην 5η δημοπρασία για απόσυρση μονάδων άνθρακα, που διεξήχθη τον Μάιο, εκδηλώθηκε συνολικό ενδιαφέρον από ισχύ 1015 ΜW έναντι ρυθμιστικού στόχου 1222 MW.
Σημειώνεται ότι η μεσοσταθμική αποζημίωση διαμορφώθηκε στα 45000 ευρώ/MW και ενώ ο όρος συμμετοχής ήταν η απόσυρση εντός διετίας, οι Διαχειριστές εκλήθησαν να εξετάσουν τη δυνατότητα παράτασης λειτουργίας, εφόσον κριθεί σκόπιμο. Παράλληλα, στη Γερμανία διαμορφώνεται νομοθετικό πλαίσιο που εισάγει την υποχρέωση για τήρηση αποθεμάτων άνθρακα, και σχήμα αποζημίωσης μονάδων, ώστε να παραμείνουν σε ετοιμότητα έως τον Μάρτιο του 2024. Συνολικά αξιολογούνται 26 μονάδες, ισχύος 8.5 GW, συμπεριλαμβανομένων και 6 πετρελαϊκών.
3. Κλιματικές ασυμβατότητες;
Η συλλογιστική που διέπει το RepowerEU είναι ότι οι κλιματικές παρενέργειες από την επαναφορά του άνθρακα θα αντισταθμιστούν, καθώς το σχέδιο περιλαμβάνει:
- Εκτενείς δράσεις εξοικονόμησης ηλεκτρικής ενέργειας, αναθεωρώντας τον δεσμευτικό στόχο του 2030 από 9% σε 13%, συγκριτικά με τα επίπεδα του 2020.
- Καταλυτική μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου ανά τομέα, και θέσπιση κριτηρίων συντονισμένων περικοπών, για περιπτώσεις κρίσης.
- Αλλαγές στην καθημερινή συμπεριφορά των καταναλωτών, που μπορούν να μειώσουν έως και 5% τη ζήτηση πετρελαίου και φυσικού αερίου.
- Eπιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, με αύξηση του στόχου για τις ΑΠΕ από 40% σε 45% στην ενεργειακή κατανάλωση έως το 2030.
- Τον πράσινο μετασχηματισμό των μεταφορών και της βιομηχανίας, μέσω ανανεώσιμων καυσίμων (κυρίως υδρογόνου και βιομεθανίου).
Η αντιστάθμιση αυτή υιοθετεί ωστόσο παραδοχές που δεν είναι απαραίτητα ρεαλιστικές, ως προς την τεχνολογική ωριμότητα, τη διαθέσιμη κλίμακα και το κόστος των εναλλακτικών λύσεων. Ενδεικτικά, στην περίπτωση του υδρογόνου, ακόμη και οι προτεινόμενοι ορισμοί είναι περιοριστικοί για την ανάπτυξή του.
Επιπλέον, αυτό που επισημαίνουν περιβαλλοντικοί αναλυτές είναι ότι το RePower EU υποτιμά την κλιματική δυναμική. Είναι αποκαλυπτικό ότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην Ευρώπη είχαν ήδη αναστρέψει την ύφεση του 2020, υπερβαίνοντας μάλιστα τα επίπεδα του 2019, από το τελευταίο τρίμηνο του 2021. Ειδικότερα, οι τριμηνιαίες εκπομπές εκτινάχθηκαν στο 1 δις τόνους, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, που ανακοινώθηκαν τον Μάιο.
Επίσης, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ember, οι ετήσιες εκπομπές από την ηλεκτροπαραγωγή κατά το 2021 διαμορφώθηκαν στους 700 εκατ. τόνους CO2, σημειώνοντας πτώση μόλις 2.5% συγκριτικά με το 2019. Επισημαίνεται ότι ο IEA έχει εκτιμήσει ως αναγκαία την υποχώρηση τους κατά 6% ετησίως, σταθερά έως το 2035, προκειμένου να μην εκτροχιαστεί ο στόχος του 1.5 βαθμού Κελσίου.
H αντιπαραβολή αυτών των εξελίξεων αυτές με πρόσφατες Εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών (IPCC, Απρίλιος 2022) και του Παγκόσμιου Οργανισμού Μετεωρολογίας (Μάιος 2022), εγείρει σημαντικούς προβληματισμούς. Ειδικότερα, η πιθανότητα της υπέρβασης του ορίου του 1.5 βαθμού εντός της επόμενης πενταετίας, εκτιμάται πλέον στο 50%, ενώ η πιθανότητα να βιώσουμε έως το 2027 το πιο θερμό έτος που έχει καταγραφεί ποτέ, είναι 93%. Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται το ερώτημα αν η βραχυπρόθεσμη επιλογή του άνθρακα επιταχύνει τη μετάβαση σε μη αναστρέψιμες κλιματικές συνθήκες.
Το ερώτημα αυτό είναι σημαντικό, καθώς η ευρωπαϊκή πολιτική δεν αφορά απλώς το 12% των παγκοσμίων εκπομπών CO2 αλλά σηματοδοτεί και τον τόνο των διεθνών εξελίξεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Διάσκεψη των Υπουργών Ενέργειας και Κλίματος των χωρών του G7, που διεξήχθη στο Βερολίνο τον Μάιο του 2022, κατέληξε σε μετάθεση των δεσμεύσεων για απεξάρτηση από τον άνθρακα, με νέο ορίζοντα το 2035, υιοθετώντας μάλιστα προσεκτικές διατυπώσεις για πιθανές εξαιρέσεις, ανάλογα με τις γεωπολιτικές συνθήκες.
4. Η επαναφορά των πυρηνικών - Αλλαγές στους μηχανισμούς ισχύος
Το νέο γεωπολιτικό τοπίο επιφέρει αλλαγές στο ενεργειακό μίγμα αλλά και τους μηχανισμούς ισχύος. Αποκαλυπτικό είναι το παράδειγμα του Βελγίου. Τον Νοέμβριο του 2021, ο Διαχειριστής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, Elia, ανακοίνωσε τα αποτελέσματα της πρώτης δημοπρασίας για το διάστημα 2025-26.
Είναι ενδεικτικό ότι τo 56% της ισχύος αφορούσε υφιστάμενες μονάδες φυσικού αερίου, το 36% δύο νέες μονάδες της τάξης των 800 MW, το 7% διαχείριση ζήτησης, και το 1% μπαταρίες. Οι 40 προσφορές που κατακυρώθηκαν στη διαγωνιστική διαδικασία καλύπτουν συνολική ισχύ 4.450 MW, ενώ η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 31.672 ευρώ/ΜW ανά έτος.
Βασικός στόχος ήταν η διασφάλιση της επάρκειας ισχύος λόγω της παύσης λειτουργίας των πέντε από τους επτά πυρηνικούς σταθμούς του Βελγίου. Επισημαίνεται ότι στο ενεργειακό μίγμα της χώρας το 2021, το 52% της παραγωγής προήλθε από πυρηνικά, το 25% από φυσικό αέριο, το 12% από αιολικά και το 5% από φωτοβολταϊκά.
Ειδικότερα, τον Δεκέμβριο του 2021, η Βελγική κυβέρνηση ανακοίνωσε την πλήρη απόσυρση των πυρηνικών της έως το 2025, με σταδιακή απόσυρση δύο μονάδων τα έτη 2022 και 2023, και δύο νεότερων μονάδων έως το 2025. Παράλληλα, ζήτησε από την εθνική αρχή για την πυρηνική ενέργεια να εξετάσει το ενδεχόμενο παράτασης λειτουργίας των δύο νεότερων μονάδων, εάν ο Διαχειριστής εντόπιζε κίνδυνο επάρκειας ισχύος μετά το 2025, λόγω της εκτίναξης των τιμών ενέργειας.
Εν τέλει, τον Μάρτιο του 2022, η βελγική κυβέρνηση ανακοίνωσε την παράταση της λειτουργίας τους έως το 2035, σταθμίζοντας, όπως τόνισε, τις γεωπολιτικές αναταράξεις σε έναν νέο κόσμο. Παράλληλα με τη διατήρηση 2 GW πυρηνικών, το Βέλγιο θα εντείνει τις επενδύσεις σε σύγχρονους αντιδραστήρες μικρής κλίμακας, επενδύοντας 100 εκατ. ευρώ σε έρευνα και αξιοποιώντας ένα συναφές ερευνητικό πρότυπο που έχει αναπτύξει. Στο πλαίσιο αυτό, επανεξετάζεται ο μηχανισμός ισχύος, υπό το πρίσμα των νέων συνθηκών, γεγονός που έχει προκαλέσει ανησυχία για τις επενδύσεις που έχουν δρομολογηθεί.
Επιπλέον, αξίζει να επισημάνουμε ότι ο ΔΟΕ εξέφρασε τον προβληματισμό του για την ενεργειακή μετάβαση του Βελγίου, καθώς η χώρα σημειώνει ελάχιστη πρόοδο ως προς την μείωση ρύπων. Στην κατεύθυνση αυτή, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Δανία και η Γερμανία, ανακοίνωσαν τον Μάιο τη συνεργασία τους για την ανάπτυξη 65 GW υπεράκτιων αιολικών στη Βόρεια θάλασσα έως το 2030 και 150 GW έως το 2050.
5. Η διαφοροποίηση του φυσικού αερίου
Η διαφοροποίηση των πηγών φυσικού αερίου στην Ευρώπη υλοποιείται με μια πολυεπίπεδη και ολιστική προσέγγιση.
α) Ενεργοποιείται κάθε δίαυλος διαλόγου, σε διμερές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η συμφωνία με τις ΗΠΑ αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο. Πέρα από χώρες που θεωρούνται αξιόπιστοι εταίροι, η ΕΕ συνδιαλέγεται με ένα διευρυμένο φάσμα πιθανών προμηθευτών. Άλλωστε, οι αλληλουχίες είναι εξ’ ορισμού σύνθετες. Για παράδειγμα, σύμφωνα με εκτιμήσεις traders, swaps που εφαρμόζει το Αζερμπαϊτζάν με το Ιράν και το Τουρκμενιστάν, μπορεί να αποδεσμεύσουν πρόσθετες ποσότητες αερίου για εξαγωγή από το Αζερμπαϊτζάν προς την Ευρώπη.
β) Αναδιοργανώνεται η λειτουργία αγωγών που έμεναν ανενεργοί, μέσω των απαραίτητων συντηρήσεων και αναβαθμίσεων, αλλά και ρυθμιστικών παρεμβάσεων. Το ζητούμενο είναι να επιτευχθούν ροές συχνά στην αντίθετη κατεύθυνση από τα δεδομένα κατασκευής τους. Στο πλαίσιο αυτό είναι σημαντικό να διατηρηθεί μια ρεαλιστική προσέγγιση, καθώς μια ονομαστική δυναμικότητα 20 bcm μπορεί να καταλήγει στην πράξη σε 6 bcm, αν δεν υλοποιηθούν σημαντικές επενδύσεις.
γ) Συστήνονται νέοι μηχανισμοί συνεργασίας, όπως η ενεργειακή πλατφόρμα για από κοινού αγορές φυσικού αερίου, αξιοποιώντας την αυξημένη αθροιστικά, διαπραγματευτική ισχύ των χωρών (μέσω demand pooling). Η αποτελεσματική αντιστοίχιση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, ώστε να ενσωματωθούν οι εγγυήσεις και η ευελιξία που χρειάζεται κάθε πλευρά, είναι μια σημαντική πρόκληση. Ένα πιο εστιασμένο και ολιστικό σχήμα συνεργασίας, που βελτιώνει έμπρακτα τον συντονισμό των ενεργειακών υποδομών, είναι οι περιφερειακές πλατφόρμες, όπως η πιλοτική πλατφόρμα της Σόφιας.
δ) Επιταχύνονται οι συμβάσεις αλληλεγγύης στο φυσικό αέριο, που τελούσαν σε εκκρεμότητα για αρκετά χρόνια, ενώ αναδύονται μηχανισμοί επιμερισμού κόστους (κατανομής βαρών) για την αποθήκευση του φυσικού αερίου, στη βάση του νέου Κανονισμού και των επιλογών που δημιουργεί, σε εθνικό επίπεδο (αποθήκευση LNG, αποθέματα πετρελαίου πέραν του IEA).
Ωστόσο, η ανάπτυξη των πολυάριθμων και κρίσιμων υποδομών φυσικού αερίου, που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη ή έχουν δρομολογηθεί στην Ευρώπη, έρχεται πλέον αντιμέτωπη με την προοπτική ισχυρής συρρίκνωσης του αερίου, θέτοντας σημαντικά ζητήματα ως προς την απόσβεση των υποδομών. Πέρα από τα FSRUs, που σημειώνουν έκρηξη βραχυπρόθεσμα, είναι ενδεικτικό ότι η Ιταλία εξετάζει διασυνδετήριο αγωγό με την Ισπανία, ώστε να παρακάμπτει τους περιορισμούς του γαλλικού συστήματος μεταφοράς και να έχει πρόσβαση στα LNG terminals της Ιβηρικής, που συστηματικά υποαξιοποιούνται.
6. Η συρρίκνωση του φυσικού αερίου
Τον Μάιο, η S&P Global παρουσίασε, χωρίς να υιοθετεί, ένα αναθεωρημένο σενάριο, που εξειδικεύει τον νέο, συρρικνωμένο ρόλο του φυσικού αερίου στην ενεργειακή μετάβαση. Το σενάριο αυτό ενσωματώνει τα νέα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί τον Μάρτιο, από την αρχική παρουσίαση του RePower EU.
Η ανάλυση αφορά τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής σε 16 συνολικά χώρες, που καλύπτουν την Βορειοδυτική (NWE) και Κεντροανατολική Ευρώπη (CEE) καθώς και την Ιταλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ειδικότερα, στην ευρεία αυτή περιοχή της Ευρώπης, η ισχύς των μονάδων φυσικού αερίου που σήμερα ανέρχεται στα 160 GW εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στα 80 GW έως το 2035, δηλαδή στο 50%, και στα 12 GW έως το 2050. Τα επίπεδα αυτά είναι μειωμένα κατά 22 GW και 4 GW αντίστοιχα συγκριτικά με το σενάριο αναφοράς της S&P Global.
Για συγκριτικούς σκοπούς, επισημαίνεται ότι το βασικό σενάριο, πριν τη Ρωσική εισβολή, προέβλεπε αύξηση της ζήτησης φυσικού αερίου στην Ευρώπη έως το 2027, αντανακλώντας τις αποσύρσεις πυρηνικών και ανθρακικών μονάδων. Το νέο σενάριο βάσης είναι ότι η ετήσια κατανάλωση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, που ανήλθε στα 75 bcm το 2021, θα υποχωρήσει κατά 10 bcm έως το 2027 και θα βυθιστεί στα 25 bcm έως το 2050.
Στην ανάλυση, τονίζεται ότι η προσομοίωση του RePowerEU έχει ακόμη πιο καταλυτική επίδραση, με την κατανάλωση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή να βυθίζεται στα 20 bcm ήδη από το 2037 και να συγκλίνει γρήγορα στα 10 bcm από το 2042.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η μετάβαση από το φυσικό αέριο στο υδρογόνο αποτελεί μια δυνατότητα μακροπρόθεσμα, αλλά ο χρονισμός της παραμένει ασαφής, όχι μόνο για τεχνικούς λόγους αλλά και για κανονιστικούς, όπως αναφέρεται παρακάτω.
7. Το πράσινο υδρογόνο - Προβλήματα ήδη από τον ορισμό
Στο πλαίσιο του RePowerEU, η EE ανακοίνωσε ως στόχο την παραγωγή 10 εκατ. τόνων πράσινου υδρογόνου έως το 2030 και την εισαγωγή άλλων 10 εκατ. τόνων. Το σύνολο των ποσοτήτων θα πρέπει να πληρούν τα κριτήρια που περιγράφονται στις εξουσιοδοτικές πράξεις, που έχουν τεθεί σε διαβούλευση.
Επιγραμματικά, η πράσινη ενέργεια που θα χρησιμοποιείται στην ηλεκτρόλυση θα πρέπει να προέρχεται από σταθμούς ΑΠΕ αποκλειστικού σκοπού, ή περικοπτόμενη ενέργεια ΑΠΕ ή από αυστηρά ρυθμιζόμενα πράσινα PPAs (και όχι πράσινα, χρηματιστηριακά PPAs). Με έναρξη εφαρμογής το 2027, ο σταθμός ΑΠΕ θα πρέπει να έχει τεθεί σε λειτουργία εντός 3 ετών από την έναρξη της μονάδας υδρογόνου και να μην έχει λάβει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Ακόμη πιο κρίσιμη διαφοροποίηση είναι ότι η παραγωγή της πράσινης ενέργειας και του υδρογόνου θα πρέπει να συγχρονίζονται σε επίπεδο ώρας μετά το 2027, ενώ προηγουμένως σε επίπεδο μήνα.
Ο περιορισμός αυτός εκτιμάται ότι θα περιορίσει αισθητά τις ώρες λειτουργίας των ηλεκτρολυτών, ακόμη και στο 40%, εκτός και αν τα έργα είναι υπερδιαστασιολογημένα ή περιέχουν μπαταρίες μεγάλης κλίμακας. Οι παράμετροι αυτοί συντείνουν σε αύξηση του κόστους. Όπως επισήμαναν αρκετοί φορείς από τον χώρο του υδρογόνου: «οι νέοι κανόνες αντιβαίνουν στην παραγωγή πράσινου υδρογόνου σε μεγάλες ποσότητες έως το 2030».
Συμπεράσματα
1. Στο RePowerEU φιλόδοξοι κλιματικοί στόχοι καλούνται να αναθεωρηθούν περαιτέρω, ενώ παράλληλα, η στροφή στον άνθρακα είναι ισχυρή και πιθανόν εκτεταμένη χρονικά, προκαλώντας κλιματικές «αντιφάσεις» ή ασυμβατότητες.
2. Η ανάπτυξη υποδομών φυσικού αερίου, αναγκαίων για την ενεργειακή επάρκεια και διαφοροποίηση, καλείται να συνυπάρξει με τον στόχο της συρρίκνωσης της ζήτησης αερίου, θέτοντας ζητήματα για την απόσβεση των επενδύσεων.
3. Στο πλαίσιο αυτό, ανακύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα. Mπορούν να προκύψουν επαρκή σήματα, για να ενεργοποιήσουν νέες εξορύξεις αερίου, με ικανοποιητικές τιμές για τους προμηθευτές και επενδυτική ορατότητα / δυνατότητα χρηματοδότησης για τους παραγωγούς (και σε συμφωνία με τα κριτήρια που θέτει η ευρωπαϊκή στρατηγική μεθανίου);
4. Η αναδιοργάνωση υφιστάμενων υποδομών φυσικού αερίου για αναδιάταξη ροών, η δημιουργία νέων υποδομών για την αύξηση της αεριοποίησης ή της αποθήκευσης (μέσω FSRU ή FSU), και η εκπλήρωση νέων υποχρεώσεων αποθήκευσης, συνεπάγονται, πέρα από οφέλη, και σημαντικά, πρόσθετα κόστη.
5. Παράλληλα, υφίστανται αντικειμενικοί περιορισμοί, όπως τα βραχυπρόθεσμα περιθώρια της παγκόσμιας παραγωγής LNG, τα υφιστάμενα τεχνικά όρια αεριοποίησης στην Ευρώπη, η επιθυμητή ευελιξία των συμβολαίων, και οι όροι take-or-pay που διέπουν τις υφιστάμενες συμβάσεις με τη Ρωσία. Σε όλα αυτά, προστίθεται μια κρίσιμη παράμετρος. Καμία πλευρά δεν μπορεί να αντισταθμίσει επαρκώς τις αβεβαιότητες που απορρέουν από την αναθεωρημένη ευρωπαϊκή πολιτική και τις πιθανές τροποποιήσεις της στο μέλλον, λόγω ενδογενών αντιφάσεων και έλλειψης ρεαλισμού.
6. Είναι αποκαλυπτικό ότι από τα 300 δις € πρόσθετων επενδύσεων που απαιτεί το ευρωπαϊκό σχέδιο, πέραν δηλαδή των αναγκαίων για την επίτευξη των στόχων του Fit-for-55, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι μόλις 10 δις ευρώ θα πρέπει να κατευθυνθούν σε υποδομές που αφορούν φυσικό αέριο.
7. Η χώρα μας κατέχει μια ιδιαίτερα σημαντική θέση για την ενεργειακή ασφάλεια των Βαλκανίων, τον περιορισμό της εξάρτησής τους από το ρωσικό αέριο, και την απολιγνιτοποίησή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το τρέχον έτος οι εξαγωγές από την Ελλάδα στη Βουλγαρία έχουν υπερβεί τις 6 TWh, ενώ ο αγωγός IGB από τον προσεχή Ιούλιο και το FSRU της Αλεξανδρούπολης από τα τέλη του 2023, θα αποτελέσουν game-changers στην ευρύτερη περιοχή. Επιπλέον, η αύξηση της αποθηκευτικής ικανότητας της Ρεβυθούσας κατά 70%, μέσω FSU από τον Ιούλιο, και η προοπτική μιας μόνιμης εγκατάστασης, βελτιστοποιούν τις εκφορτώσεις LNG, εδραιώνοντας την ενεργειακή μας ασφάλεια.
8. Η συνοχή της ευρωπαϊκής πολιτικής θα αποδειχθεί στην πράξη και από τον βαθμό ευρωπαϊκής χρηματοδότησης κρίσιμων έργων φυσικού αερίου, όπως ο συμπιεστής της Κομοτηνής, η αποθήκη της Καβάλας, ο διπλασιασμός τμημάτων του εθνικού συστήματος μεταφοράς, και τα νέα FSRUs, που μετασχηματίζουν τη χώρα μας όχι μόνο σε πύλη φυσικού αερίου, αλλά και πυλώνα ανάπτυξης και σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
9. Γενικότερα, η μετάβαση στο υδρογόνο αποτελεί μια μακροπρόθεσμη δυνατότητα για τις υποδομές αερίου, αλλά ο χρονισμός της παραμένει ασαφής, όχι μόνο για τεχνικούς λόγους αλλά και για κανονιστικούς, όπως τα περιοριστικά κριτήρια που προαναφέρθηκαν για τον ορισμό του πράσινου υδρογόνου. Δεδομένη είναι και η πολυπλοκότητα της ανάπτυξης μιας ολοκληρωμένης αλυσίδας υδρογόνου, ικανοποιητικής κλίμακας. Αν αναλογιστούμε ότι αρκετές χώρες αφιέρωσαν πάνω από 3 χρόνια για την θεωρητική κατάρτιση της στρατηγικής υδρογόνου και την έναρξη πιλοτικών έργων, μπορούμε να αντιληφθούμε την πολυπλοκότητα της εφαρμογής ακόμη πιο φιλόδοξων στόχων στα νέα χρονοδιαγράμματα.
10. Τα κόστη που απορρέουν από ένα εξ’ ορισμού σύνθετο σχήμα προσαρμογής δεν μπορούν να απορροφηθούν από κανέναν κρατικό προϋπολογισμό. Με αυτό το δεδομένο, οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί οφείλουν να εξελιχθούν περαιτέρω, με περισσότερη αποφασιστικότητα. Εν προκειμένω, δεν διακυβεύεται μόνο η ενεργειακή ασφάλεια αλλά και η εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων πολιτών σε θεμελιώδες έννοιες, όπως η κοινωνική δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη.
Το βέβαιο είναι ότι η χώρα μας εφαρμόζει ένα πολύπτυχο και συγκροτημένο σχέδιο για να εξομαλύνει τις επιπτώσεις της γεωπολιτικής κρίσης και παράλληλα, αναπτύσσει μεθοδικά κρίσιμες υποδομές, που εδραιώνουν την ενεργειακή ασφάλεια, τόσο σε εθνικό όσο και περιφερειακό επίπεδο. Μετουσιώνει έτσι, δυναμικά, την προσαρμογή σε ασταθή και δυσμενή, διεθνή δεδομένα, σε μια ισχυρή και βιώσιμη αναπτυξιακή προοπτική.
Η Νεκταρία Καρακατσάνη είναι μαθηματικός με εξειδίκευση στα οικονομικά της ενέργειας.
(Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο Greek Energy 2022 του energypress)