Αβέβαιο το μέλλον για τις νέες μονάδες αερίου με βάση τη νέα ευρωπαϊκή ταξινομία - Τα ερωτήματα που θα κρίνουν τη βιωσιμότητα των επενδύσεων
Αβεβαιότητα επικρατεί στην αγορά ως προς το μέλλον των νέων μονάδων φυσικού αερίου μετά τη πρόταση της Κομισιόν για το νέο Taxonomy, το οποίο και θα κρίνει την ίδια τους την βιωσιμότητα, καθορίζοντας κατά πόσο θα μπορέσουν να χρηματοδοτηθούν ή όχι.
Στην αγορά επικρατεί σύγχυση, το προσχέδιο που έστειλε παραμονές Πρωτοχρονιάς η Κομισιόν στα κράτη-μέλη, προκειμένου να διαβουλευθεί μαζί τους, δίνει μεν ένα πρώτο πράσινο φως, βήμα πολύ θετικό για τους επενδυτές, γεννά ωστόσο σημαντικά ερωτήματα, και όλοι οι ηλεκτροπαραγωγοί ετοιμάζονται να στείλουν επιστολές στο ΥΠΕΝ, επισημαίνοντας την ανάγκη διευκρινίσεων. Τα ερωτήματα που θέτουν οι παραγωγοί, πολλά.
Το ευρωπαικό Taxonomy προβλέπει ότι το φυσικό αέριο μπορεί να χαρακτηρίζεται ως «μεταβατική δραστηριότητα», εφόσον οι νέες μονάδες που θα εγκριθούν πριν το 2030, αντικαθιστώντας παραδοσιακά ορυκτά καύσιμα, θα εκπέμπουν λιγότερο από 270 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα.
- Υπό ποιές όμως προυποθέσεις;
- Ποια θα είναι η χρονική αφετηρία για τον υπολογισμό της παραγωγής από άνθρακα που θα αντικαθίσταται;
- Είναι εφικτό με βάση τη σημερινή τεχνολογία, οι εκπομπές του κύκλου ζωής μιας επένδυσης να μην ξεπερνούν τα 100 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, όπως ορίζει το προσχέδιο; Είναι προφανές ότι για να επιτευχθούν τέτοια όρια οι νέες μονάδες πρέπει να καίνε 50% φυσικό αέριο και 50% και υδρογόνο. Σε μια τέτοια περίπτωση, υπολογίζεται ότι θα εκπέμπουν κοντά στα 250 γραμμάρια CO2 ανά παραγόμενη κιλοβατώρα.
- Τι αξία μπορεί να έχει η πρόταση, όταν ακόμη δεν έχουν γίνει ούτε επενδύσεις πάνω στο υδρογόνο, ούτε είναι σαφές με ποιο τρόπο και μέσω ποιων δικτύων αυτό θα μεταφέρεται; Το αν και πότε θα μπορούν οι νέες μονάδες φυσικού αερίου να χρησιμοποιούν υδρογόνο δεν εξαρτάται από τις ίδιες, όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, αλλά από εξωγενείς παράγοντες.
Διευκρινήσεις σε ερωτήματα όπως αυτά θα ζητούν οι ηλεκτροπαραγωγοί στις επιστολές προς το ΥΠΕΝ, το οποίο και υποχρεούται να έχει αποστείλει τα σχόλιά του στην Κομισιόν μέχρι την επόμενη Τετάρτη 12 Ιανουαρίου. Το καλό νέο είναι ότι η παραγωγή ενέργειας από αέριο συγκαταλέγεται στο προσχέδιο του νέου Τaxonomy, το οποίο και θα καθορίσει τις χρηματοδοτήσεις των επομένων ετών, τόσο από τους γνωστούς ευρωπαικούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς, όσο πιθανώς και από ιδιώτες.
Το κακό είναι ότι σήμερα καμία από τις νέες μονάδες που προγραμματίζονται, εφόσον αυτή καίει μόνο φυσικό αέριο, δεν πιάνει τα όρια εκπομπών που θέτει η Κομισιόν. Οι εκπομπές για τις εν λειτουργία μονάδες αερίου είναι γύρω στα 380 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, ενώ για τις υπό κατασκευή ή όσες δρομολογούνται, κοντά στα 330 γραμμάρια.
Γενικά υπάρχουν αρκετές ασάφειες (π.χ. πώς θα αξιολογείται η αντικατάσταση αποσυρόμενης ισχύος) και ότι η διατύπωση ευνοεί τη Γερμανία που έχει μεγάλο χρονικό ορίζοντα απολιγνιτοποιησης, αλλά όχι χώρες με ταχύτερους ρυθμούς, όπου η εναπομείνασα ισχύς άνθρακα θα είναι ήδη χαμηλή πριν την κατασκευή νέων μονάδων.
Αν και η διαβούλευση μεταξύ των κρατών-μελών και της Κομισιόν πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ως τις 12 Ιανουαρίου, ημερομηνία μέχρι την οποία οι εμπειρογνώμονες από τα κράτη-μέλη θα μπορούν να σχολιάσουν το προσχέδιο που απέστειλε η ΕΕ, εντούτοις είναι τόσες πολλές οι ενστάσεις ώστε θεωρείται σίγουρο ότι η τελική απόφαση θα καθυστερήσει.
Τυπικά, θα πρέπει μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου, η Κομισιόν να έχει εγκρίνει την τελική μορφή της διαβούλευσης και αν δεν υπάρχει αντίρρηση κατά τη διαδικασία ελέγχου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο, το taxonomy να έχει τεθεί σε ισχύ το αργότερο τον Ιούλιο του 2022. Στην πράξη, θεωρείται βέβαιο ότι οι χρόνοι αυτοί δεν πρόκειται να τηρηθούν.
Σε κάθε περίπτωση και παρ' ότι είναι ακόμη σε ζύμωση οι ισορροπίες μεταξύ των χωρών που είναι θετικές στα όσα προβλέπει το Τaxonomy και σε εκείνες που έχουν σοβαρές ενστάσεις, εντούτοις η σημασία του είναι τεράστια για ένα απλούστατο λόγο: Είναι εκείνο που θα κατευθύνει τις ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις που απαιτούνται για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας για τα επόμενα 30 χρόνια.