Α. Πιμπίσιης: Απαραίτητη η σταθερότητα για την ενεργειακή ανάπτυξη
Η ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έχει αναβαθμίσει το ενδιαφέρον των ισχυρών παικτών της υφηλίου, χωρίς την εμπλοκή των οποίων θα είναι αδύνατο να υπάρξει πλήρης ενεργειακή ανάπτυξη.
Σύμφωνα με μια από τις ισχυρές δεξαμενές σκέψεις στον δυτικό χώρο, τον German Marshall Plan, οι ανακαλύψεις αυτές οδηγούν ισχυρούς παίκτες (βλέπε Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία κλπ.) να επιδεικνύουν ενδιαφέρον στη δημιουργία συνθηκών σταθερότητας και συνεργασίας. Δύο συστατικά, όπως αναφέρεται σε έκθεση του GMF, απαραίτητα για να μπορεί να ευοδωθεί η ενεργειακή προοπτική της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου.
Το ενδεχόμενο πρόκλησης συγκρούσεων στην Ανατολική Μεσόγειο με αφορμή τους υδρογονάνθρακες δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αλλά, όπως σημειώνεται στην έκθεση του GMF, ζυγίζοντας τα πράγματα η ενέργεια αποτελεί ένα δευτερεύον θέμα στις σχέσεις των κρατών της περιοχής που επηρεάζονται από πιο θεμελιώδεις διαμάχες.
Από την άλλη, οι δυνατότητες συγκρούσεων μεταξύ κρατών στη Μεσόγειο, ενώ παραμένει μια πραγματικότητα εντούτοις θεωρείται χαμηλότερης ανησυχίας σε σύγκριση με το παρελθόν. Σημειώνεται, επίσης, ότι σήμερα υπάρχουν μικρότερες δυνατότητες μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης στο τρίγωνο Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος. Σ’ ό,τι αφορά τις δράσεις της Τουρκίας περισσότερο ενδιαφέρον φαίνεται να προκαλεί η δράση της στη Ρωσία παρά αλλού, με τη Δύση να περιμένει να δει πώς θα εξελιχθεί η τουρκική δραστηριότητα στη Συρία. Δραστηριότητα η οποία εκτιμάται ότι αφορά την ευρύτερη περιοχή.
Σε έκθεσή του το GMF σε σχέση με το πρόγραμμα του ΝΑΤΟ Μεσογειακός Διάλογος αναφέρεται ότι το στρατηγικό περιβάλλον στη Μεσόγειο θα διαμορφωθεί από μια σειρά πολιτικών και θεσμικών εξελίξεων στη γύρω περιοχή και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
- Πρώτον, το εξελισσόμενο ισοζύγιο ανάμεσα σε εθνικές και πολυμερείς στρατηγικές στη διατλαντική και παγκόσμια ασφάλεια θα γίνει αισθητό και στη Μεσόγειο.
- Δεύτερον, το πεδίο ασφάλειας της Μεσογείου θα επηρεαστεί από την ανάπτυξη της πολιτικής της ΕΕ προς τη νότια γειτονιά της. Η εταιρική συνεργασία που ξεκίνησε το 1995 ως Διαδικασία της Βαρκελώνης και επανασχεδιάστηκε αρκετές φορές έκτοτε, είναι πολύ πιθανόν να βρεθεί στο επίκεντρο της ίδιας της ευρωπαϊκής εξωτερικής και αμυντικής φιλοδοξίας. Σ’ αυτήν περιλαμβάνεται η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία στην ασφάλεια, γνωστή ως PESCO.
Ως προς το ποιες εξελίξεις μπορεί να επιφέρουν θετικά αποτελέσματα στη μεσογειακή σταθερότητα αυτά είναι: Μια πρόοδος έκπληξη στην ειρηνευτική διαδικασία της Μέσης Ανατολής, μια συμφωνία στην Κύπρο ή πολιτικές συμφωνίες σε Λιβύη και Συρία.
Σήμερα, η αρχική ιδέα για μια ενεργότερη συνεργασία του ΝΑΤΟ με τους εταίρους του στη Μεσόγειο καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία της Συμμαχίας. Ζητήματα όπως η τρομοκρατία, η μετανάστευση και η ανθρώπινη ασφάλεια, καθοδηγούν τις συζητήσεις για εφαρμογή πολιτικών παράλληλα με τις πιο συμβατικές ανησυχίες σ’ ό,τι αφορά την περιφερειακή σταθερότητα. Υπό αυτές τις συνθήκες, σημειώνεται στην έκθεση του GMF, η ανάγκη ύπαρξης μιας κοινότητας ασφάλειας, σε πολιτικούς και πρακτικούς όρους, καθίσταται αναγκαία.
Όπως σημειώνεται στην έκθεση, «οι επιρροές στη μεσογειακή ασφάλεια έχουν καταστεί πιο διαφοροποιημένες και παγκόσμιες». Παράλληλα, το στρατηγικό περιβάλλον στη Μεσόγειο συνεχίζει να διευρύνεται τόσο σ’ ό,τι αφορά τη γεωγραφία όσο και τους παίκτες που συμμετέχουν. Αποτέλεσμα είναι σήμερα να βλέπουμε μια μίξη στις προτεραιότητες ασφάλειας στις δύο πλευρές της Μεσογείου αλλά και απέναντι του Ατλαντικού. Τόσο στον βορρά όσο και στον νότο η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η ανθρώπινη ασφάλεια αποτελούν κορυφαία ζητήματα. Σε συνάρτηση με αυτά, θέματα όπως ο έλεγχος των συνόρων, η θαλάσσια και ηλεκτρονική ασφάλεια, διαμορφώνουν και τις πολιτικές στην περιοχή και θα αποτελούν τον κεντρικό άξονα στη διαμόρφωση συνεργασιών στα επόμενα χρόνια.
Γι’ αυτό και κρίνεται αναγκαίο να σταλεί το μήνυμα προς τις Βρυξέλλες ενόψει της συνόδου του 2018, που θα πραγματοποιηθεί αυτή την εβδομάδα, ότι θα πρέπει το ΝΑΤΟ να διατυπώσει μια πιο σαφή στρατηγική για τον νότο. Επισημαίνεται ακόμα ότι «η ασφάλεια στη Μεσόγειο και οι συνεργασίες θα είναι το επίκεντρο, αλλά οι ευρύτερες ανησυχίες θα είναι επίσης ένα μέρος της εξίσωσης». Τα ζητήματα της Μεσογείου και η μεσογειακή ασφάλεια αποτελούν έναν χώρο για την περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων ΝΑΤΟ-Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναζήτηση νέων παικτών
Αυτή τη στιγμή στο πρόγραμμα Μεσογειακός Διάλογος του ΝΑΤΟ συμμετέχουν εφτά χώρες, κυρίως από τη βόρειο Αφρική. Συγκεκριμένα, στον διάλογο αυτό συμμετέχουν το Ισραήλ, η Ιορδανία, η Αίγυπτος, η Αλγερία, η Μαυριτανία, το Μαρόκο και η Τυνησία. Πέραν αυτών των χωρών που έχουν εμπλακεί στο όλο πρόγραμμα, εδώ και μια 20ετία περίπου φαίνεται πως εντός της Συμμαχίας δεν υπάρχει η διάθεση αλλά και η πρόθεση για διεύρυνση ώστε να συμπεριληφθούν κι άλλες χώρες.
Γι’ αυτό και το GMF στην έκθεσή του προτείνει μια άλλη οδό, την οποία θεωρεί εξίσου σημαντική σ’ ό,τι αφορά τους στόχους της Συμμαχίας. Να αναπτυχθούν «νέοι άτυποι μηχανισμοί οι οποίοι θα φέρουν περιφερειακούς μηχανισμούς και παίκτες κοντά στον Διάλογο». Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από μια ευρύτερη θεματολογία όπως είναι η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η καταπολέμηση της εκπαίδευσης ανταρτών (συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς, προμήθειας όπλων κλπ.), η ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, η ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, η προστασία των πολιτών κλπ.
Μέχρι πρόσφατα. ο Μεσογειακός Διάλογος αντιμετωπιζόταν από το ΝΑΤΟ ως ένα καθαρά εσωτερικό ζήτημα, περισσότερο τεχνοκρατικό παρά ουσιαστικό. Ωστόσο, τα δεδομένα έχουν διαφοροποιηθεί με αποτέλεσμα η όλη συζήτηση για τη μεσογειακή στρατηγική του ΝΑΤΟ να μην αποτελεί σήμερα ένα εσωτερικό ζήτημα της Συμμαχίας. Η προτεραιότητα που υπάρχει σήμερα -τόσο από πολιτικής σκοπιάς όσο και στην κοινή γνώμη- στα ζητήματα της μετανάστευσης και της τρομοκρατίας έχουν ωθήσει τις διάφορες συζητήσεις στρατηγικής να ρίχνουν περισσότερη προσοχή προς τα νότια.
Σύμφωνα με το GMF: «Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην εμφανή γεωγραφία της νοτίου Ευρώπης, της Τουρκίας και στη Μεσόγειο. Κίνδυνοι που προέρχονται από τη Μεσόγειο και την ενδοχώρα της επηρεάζουν προοπτικές και πολιτικές στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά, τη Βρετανία, τη Γερμανία, το Βέλγιο και την Ολλανδία, αναφέροντας μόνο μερικές από τα μέλη της Συμμαχίας που βρίσκονται εκτός της περιοχής. Αυτοί οι κίνδυνοι επηρεάζουν έμμεσα τα ανατολικά του ΝΑΤΟ, όπου οι απειλές από τη Ρωσία, όπως είναι φυσικό, κυριαρχούν σ’ ό,τι αφορά σχεδιασμούς».
Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως εκτός Ευρώπης
Η μετανάστευση διαμέσου της Μεσογείου μπορεί να βρίσκεται στην κορυφής της ευρωπαϊκής πολιτικής ατζέντας. Ωστόσο, η μεγάλη πλειοψηφία των προσφύγων, μεταναστών και εσωτερικά εκτοπισθέντων ατόμων μπορούν να βρεθούν στη νότια Μεσόγειο και ειδικότερα στην Ιορδανία, την Τουρκία, τον Λίβανο, τη Λιβύη και την Τυνησία. Στην Ιορδανία υπολογίζεται ότι σήμερα φιλοξενούνται περί τα 3 εκατομμύρια μετανάστες (οι 700 χιλιάδες από τη Συρία), κάπου 3 εκατομμύρια βρίσκονται στην Τουρκία με τους μισούς από τη Συρία, στον Λίβανο υπολογίζονται στα 2 εκατομμύρια με την πιθανότητα οι μισοί να έφτασαν από τη Συρία. Στη Λιβύη οι μετανάστες υπολογίζονται στις 800 χιλιάδες, στην Αλγερία 250 χιλιάδες, στο Μαρόκο περίπου 90 χιλιάδες και στην Τυνησία κάπου 100 χιλιάδες μετανάστες.
Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους μετανάστες ενδεχομένως να μην επιστρέψουν ποτέ πίσω στην πατρίδα τους. Στη Βόρειο Αφρική και ως ένα σημείο στη Λεβαντίνη, οι μετανάστες που κατευθύνονται προς την Ευρώπη προέρχονται από περιοχές πολύ πιο μακριά από τη Μεσόγειο. Η Νιγηρία και το Μπαγκλαντές αποτελούν σήμερα τους «βασικούς συνεισφορείς» σ’ αυτή τη ροή. Σύμφωνα με στοιχεία από διάφορες ευρωπαϊκές υπηρεσίες, ο μεγαλύτερος αριθμός μεταναστών που περνούν τη Μεσόγειο προέρχονται από τη Νιγηρία.
Στην όλη εξίσωση, όμως, δεν υπάρχει μόνο το φαινόμενο των μεταναστών που ψάχνουν μια καλύτερη γη και μια άλλη ζωή. Στην εξίσωση των διακινήσεων περιλαμβάνονται και οι ξένοι μαχητές. Χιλιάδες νεοσύλλεκτοι από τη Νότιο Αφρική και τη Μέση Ανατολή, από τη Ρωσία και την Ευρώπη έχουν ταξιδεύσει προς το Ιράκ, τη Συρία και τη Λιβύη ή έχουν πάρει όπλα και συμμετείχαν σε ομάδες τζιχαντιστών στο Σαχέλ και το Κέρας της Αφρικής. Υπολογίζεται ότι οι μεγαλύτεροι συνεισφορείς σ’ αυτή τη ροή είναι η Τυνησία, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία, η Τουρκία, η Ιορδανία, η Γαλλία και το Μαρόκο. Με τις Τυνησία, Σαουδική Αραβία και Τουρκία να έχουν καταγράψει τους μεγαλύτερους αριθμούς ατόμων που επιστρέφουν από τις αποστολές τους.
(Φιλελεύθερος)