Skip to main content
Menu
English edition

Τακτική υποχώρηση, χαμηλοί τόνοι και συναίνεση η «νέα γραμμή» στα ενεργειακά του ΣΥΡΙΖΑ

Δημήτρης Κοιλάκος

Αρκετά ενδιαφέρουσα, αν όχι εντυπωσιακή είναι η μεταστροφή που παρατηρείται στο λόγο των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στον ενεργειακό τομέα, μετά από μια περίοδο υψηλών τόνων και εντάσεων.

Γιατί κάνουμε αυτή την αναφορά; Γιατί νομίζουμε ότι η παρακάτω τοποθέτηση είναι ενδεικτική μιας στάσης διαφορετικής από αυτή που έχουμε συνηθίσει:

«Αν επιδιώκουμε τη συναίνεση της ελληνικής κοινωνίας στην πράγματι δύσκολη προσπάθεια οικονομικής και παραγωγικής ανάπτυξης, πρέπει να αναδείξουμε δημόσια και με ειλικρίνεια τις δυσκολίες και τη σκληρή πραγματικότητα, σχετικά με την ανάκαμψη, η οποία προϋποθέτει μια δεκαετία πολιτικής σταθερότητας, εξυπηρέτησης του χρέους, διατηρήσιμης ανάκαμψης, κοινωνικής ευαισθησίας και επιτυχημένης επικοινωνιακής πολιτικής, που θα στοχεύουν σε αξιόπιστη προσπάθεια δημιουργίας μισού εκατομμυρίου νέων θέσεων εργασίας».

Το ποιος υπογράφει αυτό το κείμενο, θα το πούμε στη συνέχεια. Ας δούμε, όμως, πως συνεχίζει λίγο παρακάτω:

«Ταυτόχρονα η οικονομική κρίση επαναπροσδιόρισε τα όρια ανάμεσα στην αγορά και στο κράτος και ανέδειξε  την ανάγκη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την από κοινού αντιμετώπιση των ζητημάτων οικονομικής και οικολογικής βιωσιμότητας, ζητήματα που παρουσιάζουν πολύ στενή συνάφεια στις σύγχρονες κοινωνίες».

Σημειωτέον, οι παραπάνω αναφορές αφορούν (και) τον ενεργειακό τομέα, αφού οι ενεργειακές αναφορές είναι διάσπαρτες στο συγκεκριμένο κείμενο.

Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί χαρακτηρίζουμε αυτή τη στάση ως μεταστροφή, αρκεί να διαβάσει ένα κείμενο που φέρει την ίδια υπογραφή, το οποίο γράφτηκε λιγότερο από ένα μήνα πριν. Το πνεύμα εκείνης της περιόδου αποτυπώνεται στο παρακάτω απόσπασμα, που αφορά τα πεπραγμένα της κυβέρνησης στον ενεργειακό τομέα:

«Εκεί  που η Κυβέρνηση έχει επιτύχει σημαντικό έργο, με χειροπιαστά αποτελέσματα, παρά τις πολλές δυσκολίες, τις ισχυρές πιέσεις και τις  προκλητικές απαιτήσεις των δανειστών και των εγχώριων κυκλωμάτων συμφερόντων».

Ενώ για την ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ έκανε την εξής εκτίμηση:

«Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, Οικολόγων τον προηγούμενο χρόνο, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, κατάφερε να αποτρέψει την εκποίηση σε ποσοστό 66% της ΑΔΜΗΕ ΑΕ και το διαμελισμό της ΔΕΗ, σε Μικρή και Μεγάλη ΔΕΗ. Κατάργησε δύο ψηφισμένους μνημονιακούς νόμους και διασφάλισε τη δημόσια υπόσταση (με μερίδιο 51%) των δύο μεγαλύτερων δημόσιων ενεργειακών επιχειρήσεων, της ΔΕΗ και της ΑΔΜΗΕ. Προφανώς οι εξελίξεις του δύσκολου αυτού εγχειρήματος προκάλεσε κλυδωνισμούς και επί μέρους προβλήματα που αντιμετωπίζονται με  επιτυχή τρόπο, παρά τη λυσσαλέα και υπονομευτική επίθεση που δέχτηκε η επιλογή αυτή από το μνημονιακό μπλοκ, η οποία και συνεχίζεται αμείωτη καθ΄όλη τη διάρκεια της ολοκλήρωσής της, του πλήρους διαχωρισμού του ΑΜΗΕ από τη ΔΕΗ».    

Όσο κι αν κάτι τέτοιο δύσκολα προκύπτει από τη διαφορά ύφους μεταξύ των δυο κειμένων, ο συγγραφέας τους είναι ο ίδιος. Πρόκειται για το Ν. Καϊμάκη, πρωτοκλασάτο κομματικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ με ευθύνη στον ενεργειακό τομέα, αλλά και θεσμικό ρόλο, αφού είναι ο πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου του ΑΔΜΗΕ.

Το γεγονός ότι αυτή η μεταστροφή αποτυπώνεται στις τοποθετήσεις του Καϊμάκη έχει ενδιαφέρον, μιας και πρόκειται για πρόσωπο που έχει βρεθεί στο «μάτι του κυκλώνα» του τεταμένου κλίματος του προηγούμενου διαστήματος.

Ως στενός συνεργάτης του πρώην υπουργού Ενέργειας, είχε «χρεωθεί» στο στρατόπεδο Σκουρλέτη και δεν τον είχαν αφήσει στο απυρόβλητο τα εσωκομματικά σκάγια. Λόγω της θέσης του, μάλιστα, έλαχε να πέσει στα χέρια του η διαχείριση της «καυτής πατάτας» της υπόθεσης Κορωνιωτάκη-Μπλάνα.

Δεν ήταν τυχαία, άλλωστε, η αναφορά Παναγιωτάκη για την υπόθεση αυτή στη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε πρόσφατα στην Πτολαμαΐδα: «Θέλω να πιστεύω ότι ο νυν πρόεδρος του Εποπτικού Νίκος Καϊμάκης δεν ήταν ενήμερος, αν και διαδικαστικά θα έπρεπε να ήταν».

Όμως, τα πράγματα πλέον έχουν αλλάξει αρκετά, σε σχέση ακόμα και με την πιο πρόσφατη περίοδο. Μια βασική αλλαγή έχει να κάνει με το ότι το ΥΠΕΝ επί ηγεσίας Σταθάκη φαίνεται να διατηρεί πολύ καλύτερο κλίμα στις σχέσεις του με τη διοίκηση της ΔΕΗ σε σχέση με τη βαριά συννεφιά που επικρατούσε επί υπουργίας Σκουρλέτη. Μια δεύτερη πλευρά, με ευρύτερη μάλιστα αναφορά, έχει να κάνει με το ότι η συσπείρωση γύρω από τις κυβερνητικές επιλογές αποτελεί βασικό ζητούμενο για το ΣΥΡΙΖΑ, την ώρα που οι φωνές της εσωκομματικής αντιπολίτευσης αναζητούν το δικό τους ρόλο στα πράγματα.

Ζητούμενο η συσπείρωση πλέον, λοιπόν. Ή, όπως γράφει και ο κ. Καϊμάκης: «Η απαραίτητη ηγεμονία που απαιτείται από την σημερινή διακυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τον κοινωνικό και οικονομικό κατακερματισμό που διαπνέει την κοινωνική διαστρωμάτωση, δεν  έχει αναδειχτεί στο βαθμό που απαιτείται  ώστε η κοινωνία στο σύνολό της ή στην πλειοψηφία της, να συναινεί σε μια ριζικά διαφορετική και εναλλακτική αναπτυξιακή πορεία. Αυτό είναι το στοίχημα που πρέπει να κερδίσουν, η κυβέρνηση και το κόμμα».

Προφανώς και η αλλαγή έχει να κάνει (και) με το νέο τοπίο που διαμορφώνεται μετά τα όσα συμφωνήθηκαν στο Eurogroup, την ώρα που πολλά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά και το πολιτικό βαρόμετρο δείχνει υψηλές πιέσεις.

Κι όλα αυτά, ενώ τα νούμερα, που στις σημερινές συνθήκες αυτά καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τις εξελίξεις, είναι αμείλικτα: τα οικονομικά της ΔΕΗ στενάζουν, τρύπα στα προϋπολογισμένα έσοδα του Δημοσίου λόγω ΔΕΣΦΑ, πιέσεις από τη βιομηχανία, απαιτήσεις από τους «θεσμούς» κι όλα τα υπόλοιπα που είναι γνωστά.

Στις συνθήκες αυτές, λοιπόν, φαίνεται ότι γίνεται προσπάθεια να πρυτανεύσει (και) στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ μια πιο πραγματιστική αντίληψη, σε μια απόπειρα της κυβέρνησης να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να αντιστρέψει το πολιτικό κλίμα που καλλιεργείται από τη δημοσκοπική υστέρησή της.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα