Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Στέλιος Ψωμάς: Να τελειώνουμε με τις στρεβλώσεις στην αγορά ηλεκτρισμού

Δύο γεγονότα μονοπώλησαν το τελευταίο διάστημα το ενδιαφέρον σε σχέση με τα τεκταινόμενα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας: [α]. η αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ και ο τρόπος που έγινε και δημοσιοποιήθηκε αυτή, και [β]. Η πρόταση της ΡΑΕ για επαναφορά του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ) για τις συμβατικές μονάδες και οι αντιδράσεις που πυροδότησε η πρόταση αυτή. Και στις δύο περιπτώσεις, είχαμε συνήθως αντιδράσεις με βάση κάποιο κοντόφθαλμο μικροπολιτικό ή οικονομικό συμφέρον και αποφύγαμε, όπως πάντα, την ουσία της κουβέντας που αφορά στις στρεβλώσεις οι οποίες είναι διάχυτες σε όλο το φάσμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ας τα δούμε πιο αναλυτικά.

Για το θέμα της αύξησης του ΕΤΜΕΑΡ (η οποία αποφασίστηκε τον Δεκέμβριο του 2014 και δημοσιοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2015), η σχετική ανακοίνωση της ΡΑΕ (14/3/2015) καλύπτει πλήρως το τυπικό θεσμικό και διαδικαστικό κομμάτι της υπόθεσης. Όλα τα άλλα είναι απλώς επικοινωνιακά παιχνίδια (είτε του ΥΠΑΠΕΝ που επιθυμεί να ξηλώσει το πουλόβερ των αρμοδιοτήτων της ΡΑΕ και βρήκε πάτημα, είτε κάποιων εκπροσώπων της βιομηχανίας που πυροβολούν το γνωστό υποψήφιο θύμα, τις ΑΠΕ, για να αποκρύψουν ότι έβαλαν και αυτοί το δαχτυλάκι τους σε αυτή την υπόθεση).

Η πραγματικότητα είναι ότι η υπόθεση αυτή ξεκίνησε με μια κοινή υπουργική απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης (Α.Π. ΑΠΕΗΛ/οικ.21906, ΦΕΚ 3304Β’/9-12-2014), με την οποία, ένα μέρος των χρημάτων που πληρώνει η ενεργοβόρος βιομηχανία για δικαιώματα εκπομπών (στη βάση της αρχής “ο ρυπαίνων πληρώνει”), επιστρέφεται σε αυτήν για να μη θιγεί η ανταγωνιστικότητα συγκεκριμένων κλάδων της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η ρύθμιση αυτή βασίζεται σε κοινοτική απόφαση επί προεδρίας Μπαρόζο, η οποία διαστρέβλωσε τον αρχικό στόχο της σχετικής Οδηγίας, προτείνοντας μέτρα στην κατεύθυνση του “ο ρυπαίνων πληρώνεται”. Αφού η νέα αντίληψη ισχύει και για άλλες χώρες, γιατί να μη το εκμεταλλευτούν και οι ελληνικές βιομηχανίες; Και το έκαναν. Το ποσό που επιστρέφεται (και το οποίο περιλαμβάνει και αναδρομικά για το 2013) είναι -για την κρίσιμη περίοδο που μας ενδιαφέρει- κοντά στα 25 εκατ. € (το ακριβές ποσό μένει ακόμη να καθοριστεί). Το ποσό αυτό δεσμεύτηκε από τα σχετικά κονδύλια που προκύπτουν από τον πλειστηριασμό των δικαιωμάτων εκπομπών και τα οποία μέχρι το καλοκαίρι του 2014 πήγαιναν όλα στον “Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ” που διαχειρίζεται ο ΛΑΓΗΕ για να αποπληρώνει τους παραγωγούς πράσινης ενέργειας. Στις 1/8/2014 όμως, ο Ν.4277/2014 αφαιρούσε ένα τμήμα των εσόδων αυτών από τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ και τα έδινε στην ενεργοβόρο βιομηχανία (κάτι που υλοποιήθηκε στην πράξη τον Δεκέμβριο, με την ΚΥΑ που προαναφέραμε).

Θυμίζουμε ότι, μόλις τον Απρίλιο του 2014, είχε προηγηθεί το διαβόητο New Deal που περιέκοπτε δραστικά τις αποζημιώσεις των παραγωγών ΑΠΕ (περίπου κατά 0,5 δις ευρώ ετησίως), προκειμένου να ισοσκελιστεί ο ελλειμματικός Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ εντός του 2015. Προϋπόθεση για τον ισοσκελισμό βέβαια ήταν ότι δεν θα περιορίζονταν περαιτέρω οι πόροι που εισφέρουν στον λογαριασμό αυτό. Παρόλα αυτά, το ΥΠΕΚΑ αποφάσισε εκ των υστέρων να αποσπάσει πόρους και να τους δώσει στην ενεργοβόρο βιομηχανία, εξ ου και η νέα τρύπα των 25 εκατ. €. Με βάση τη νομοθεσία λοιπόν, και επειδή ο Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ πρέπει να ισοσκελιστεί για να εξαλειφθεί αυτή η ανοιχτή πληγή που κατατρώει τα σωθικά της αγοράς, ένας τρόπος υπήρχε: η αυτόματη αναπροσαρμογή του ΕΤΜΕΑΡ από τη ΡΑΕ. Πόσο αυξήθηκε το ΕΤΜΕΑΡ; Σωστά μαντέψατε, κάτι λιγότερο από 25 εκατ. ευρώ. Έτσι λοιπόν οι καταναλωτές κλήθηκαν να πληρώσουν την ενεργοβόρο βιομηχανία, μόνο που νομίζουν ότι με τα έξτρα αυτά λεφτά πληρώνουν τις ΑΠΕ. Όπως επιτυχώς ειπώθηκε, οι ΑΠΕ είναι “και κερατάς και δαρμένος” στην προκειμένη περίπτωση.

Δεν πρέπει άραγε να προστατευτεί η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας; Ναι, μόνο που καλό είναι να ξέρουν όλοι που πάνε τα λεφτά τους. Επίσης, καλό είναι να δούμε από τι εξαρτάται αυτή η ανταγωνιστικότητα. Όπως αναφέρουν επτά ευρωπαίοι υπουργοί Ενέργειας και Περιβάλλοντος σε κοινή τους ανακοίνωση στις 23/2/2015 (ναι, και πάλι απουσίαζε η Ελλάδα), “υπάρχουν πολλοί παράγοντες που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, και η τιμή της ενέργειας και ιδιαίτερα τα δικαιώματα εκπομπών, έχουν πολύ μικρή συνεισφορά”.

Με αφορμή το θέμα αυτό γράφτηκαν και ειπώθηκαν απίστευτα πράγματα. Μέχρι και ότι αυξάνει το ρεύμα έως και 31,8%. Αθλιότητες που απλώς επιτείνουν το γενικευμένο κλίμα λαϊκισμού που διαφεντεύει την κοινωνία μας. Η πραγματικότητα είναι πως το ΕΤΜΕΑΡ αυξήθηκε κατά 4,4% για τους οικιακούς καταναλωτές και κατά 31,8% για τους βιομηχανικούς καταναλωτές στην υψηλή τάση (μειώθηκε δε κατά 3,7% σε βιομηχανικούς καταναλωτές μέσης τάσης με κατανάλωση μικρότερη από 13 GWh ετησίως). Το ΕΤΜΕΑΡ όμως είναι ένα μικρό ποσοστό μόνο των συνολικών χρεώσεων που πληρώνει ο καταναλωτής. Έτσι, η πραγματική αύξηση για ένα οικιακό καταναλωτή (με ετήσια κατανάλωση 4.500 κιλοβατώρες) είναι 0,67% ή 5,2 ευρώ ετησίως. Και μια χρήσιμη λεπτομέρεια. Όλοι μαζί οι καταναλωτές στην υψηλή τάση πληρώνουν ΕΤΜΕΑΡ 14 εκατ. € ετησίως (έναντι 475 εκατ. € των οικιακών καταναλωτών στη χαμηλή τάση). Οι υπόλοιποι ενεργοβόροι καταναλωτές στη μέση τάση πληρώνουν 5,35 εκατ. ευρώ ετησίως για ΕΤΜΕΑΡ. Όλες οι ενεργοβόρες βιομηχανίες μαζί πληρώνουν δηλαδή μόλις το 1,85% του συνολικού ΕΤΜΕΑΡ (που ανέρχεται σε 1,05 δις €). Με βάση τη νομοθεσία μάλιστα, κανένας βιομηχανικός καταναλωτής (ακόμη και ο πιο ενεργοβόρος) δεν πληρώνει ΕΤΜΕΑΡ πάνω από 991.000 € ετησίως.

Πάμε τώρα στο δεύτερο θέμα της επικαιρότητας, την πιθανή αναβίωση του ΜΑΜΚ για τους συμβατικούς ηλεκτροπαραγωγούς. Η δικαιολογία με την οποία το θέμα αυτό ξαναήλθε προς συζήτηση (ενώ ο σχετικός μηχανισμός είχε καταργηθεί το 2014) είναι πως χωρίς αυτόν, οι σταθμοί  ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο δεν είναι βιώσιμοι και θα υποχρεωθούν σε σταμάτημα της παραγωγής. Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνει αυτό πρακτικά.

Είναι σαφές πως κάθε επένδυση (δημόσια ή ιδιωτική) πρέπει να είναι οικονομικά βιώσιμη για να μακροημερεύσει. Πρέπει επίσης να μη καλύπτει απλώς το πλήρες κόστος παραγωγής, αλλά να αποφέρει και κάποιο εύλογο κέρδος, ώστε να μπορεί να επενδύσει μελλοντικά στον εκσυγχρονισμό ή στην επέκταση της επιχείρησης. Είναι επίσης σαφές ότι κανείς δεν μπορεί να πουλά επί μακρόν κάτω του κόστους. Πολύ απλά θα κλείσει.

Τι συμβαίνει λοιπόν στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας; Απλώς προσποιούμαστε ότι η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας μας κοστίζει δήθεν φθηνά (η χονδρεμπορική τιμή της είναι περί τα 60 €/MWh), μόνο που στην τιμή αυτή καμία επιχείρηση ηλεκτροπαραγωγής δεν είναι πραγματικά βιώσιμη. Έτσι, καταφεύγουμε σε επιδοτήσεις από το παράθυρο για να διασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα και την κερδοφορία. Ποιές είναι αυτές οι επιδοτήσεις; Τα ΑΔΙ (Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος) και (μέχρι πρόσφατα) ο ΜΑΜΚ, καθώς και η επιδότηση των πετρελαϊκών σταθμών μέσω ΥΚΩ (Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας) στα νησιά. Για να δούμε σε τι ποσά αντιστοιχούν αυτές οι επιδοτήσεις. Τα ΑΔΙ το 2013 ανήλθαν σε 567 εκατ. €, ενώ για το 2015 η πρόταση της ΡΑΕ είναι να πέσουν στα 225 εκατ. €, το δε ΥΠΑΠΕΝ θα επιθυμούσε να πέσουν περίπου στο μισό αυτού που προτείνει η ΡΑΕ (και μόνο το παζάρι αυτό αποδεικνύει ότι η κοστολόγηση των ΑΔΙ δεν γίνεται με βάση την πραγματική συνεισφορά των μονάδων, αλλά με βάση πόσα χρήματα λείπουν ή είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε). Σε ότι αφορά στον ΜΑΜΚ, το κόστος του Μηχανισμού ανήλθε συνολικά στα 461 εκατ. € κατά το 2012 και στα 556 εκατ. € κατά το 2013, όντας μια σημαντική συνιστώσα των εσόδων των παραγωγών, αποτελώντας κατά την προαναφερθείσα διετία το 12% και το 19% των πιστώσεών τους αντιστοίχως. Τέλος, οι πετρελαϊκοί σταθμοί επιδοτήθηκαν μέσω ΥΚΩ με 784 εκατ. € το 2012 και με 771 εκατ. € το 2013. Αν αθροίσουμε τα ποσά των διαφόρων επιδοτήσεων για το 2013 φτάνουμε σε επιδοτήσεις ύψους 1,9 δις €. Σημειωτέον ότι την ίδια χρονιά, οι επιδοτήσεις προς τις ΑΠΕ (ΕΤΜΕΑΡ, τέλος λιγνίτη, τέλος ΕΡΤ και δικαιώματα εκπομπών) ήταν 870 εκατ. €, ενώ το 2014 ανήλθαν σε 1,15 δις €.

Εκτός βέβαια από τις φανερές, υπάρχουν και οι κρυφές και έμμεσες επιδοτήσεις. Για παράδειγμα, η ΔΕΗ αξιοποιεί τον λιγνίτη χωρίς να πληρώνει δικαιώματα χρήσης (royalties) στο Δημόσιο, ως θα όφειλε και όπως ορθά έχει απαιτήσει κατά καιρούς η ΕΕ.

Ποιό είναι λοιπόν το πραγματικό, το πλήρες κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα; Το 2013, το μέσο πλήρες κόστος παραγωγής από ορυκτά καύσιμα ανερχόταν σε 94,36 €/MWh, ενώ για το 2014 εκτιμάται σε περίπου 91,83 €/MWh (60 €/MWh για τον λιγνίτη, 104 €/MWh για το φυσικό αέριο και 235 €/MWh για τους πετρελαϊκούς σταθμούς). Αντιστοίχως, οι αποζημιώσεις που δόθηκαν για τις ΑΠΕ το 2014 αντιστοιχούν σε μέση τιμή 179,9 €/MWh (αν και τα νέα συστήματα ΑΠΕ που θα εγκατασταθούν εφεξής θα έχουν περίπου το μισό κόστος, λόγω κυρίως της μεγάλης πτώσης του κόστους των φωτοβολταϊκών). Στο πλήρες κόστος της εγχώριας παραγωγής θα πρέπει να προσθέσουμε και το κόστος των εισαγωγών ενέργειας, όπως και το κόστος μεταφοράς και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας. Αν τα προσθέσει κανείς όλα αυτά καταλήγει πως το σημερινό ενεργειακό μείγμα κοστίζει περίπου 6,5 δις € στους Έλληνες καταναλωτές ή περίπου 125 €/MWh. Όπως και να βαφτίσουμε τις διάφορες συνιστώσες κόστους, εν τέλει όλα τα λεφτά βγαίνουν από την ίδια τσέπη. Εξίμισι δις ευρώ χρειαζόμαστε για να τρέχει το σύστημα, είτε βαφτίσουμε κάποια από αυτά ΕΤΜΕΑΡ ή ΑΔΙ ή ΜΑΜΚ ή όπως αλλιώς θέλουμε.

Επειδή όμως αυτά τα “βαφτίσια” έχουν συνέπειες, καλό είναι να αρθούν κάποιες από τις σημερινές στρεβλώσεις. Για παράδειγμα, όλοι συμφωνούν ότι ο τρόπος που υπολογίζεται η Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ) είναι στρεβλός. Η στρέβλωση αυτή οδηγεί σε νέα στρέβλωση που επιφέρει παράλογη και άδικη αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ (το οποίο υπολογίζεται βάσει της στρεβλής ΟΤΣ).

Όσο αυξάνει η διείσδυση των ΑΠΕ, τόσο μειώνεται η Οριακή Τιμή Συστήματος, αφού κατά την κατανομή φορτίου εκτοπίζονται πρώτες οι ακριβότερες συμβατικές μονάδες (Φαινόμενο Σειράς Κατανομής – Merit Order Effect). Πρόσφατη μελέτη για πέντε ευρωπαϊκές χώρες για την περίοδο 2007-2013, έδειξε ότι χωρίς διείσδυση φωτοβολταϊκών, η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας θα ήταν το 2013 υψηλότερη κατά 3,8 €/MWh, ενώ το κοινωνικό όφελος (merit order price, MOP) λόγω φωτοβολταϊκών ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 100 €/MWh για την περίοδο 2007-2013. Σε παραπλήσια συμπεράσματα κατέληξε και πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου της Νυρεμβέργης για τα οφέλη από τη διείσδυση των ΑΠΕ στη Γερμανία και τη μείωση που επέφεραν στη χονδρεμπορική τιμή της ενέργειας. Αντίστοιχα στοιχεία προκύπτουν και για την Ελλάδα από σχετική μελέτη του ΑΠΘ για λογαριασμό του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών. Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας θα ήταν κατά μέσο όρο υψηλότερη κατά 3,38 €/MWh την περίοδο 2013-2014, ενώ το κοινωνικό όφελος (merit order price, MOP) λόγω φωτοβολταϊκών ανέρχεται σε περίπου 45 €/MWh.

Ενώ λοιπόν περισσότερες ΑΠΕ σημαίνουν μικρότερη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας και μικρότερο κόστος για τον καταναλωτή, οι σημερινές στρεβλώσεις δείχνουν μια δυσανάλογη ευθύνη των ΑΠΕ για την επιβάρυνση που υφίστανται οι καταναλωτές. Και πάλι ισχύει για τις ΑΠΕ το “και κερατάς και δαρμένος”.

Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή. Χρειαζόμαστε ενεργειακή ασφάλεια, καθαρότερο περιβάλλον, χαμηλότερο κόστος ενέργειας και περισσότερες θέσεις εργασίας. Τότε ας άρουμε τις στρεβλώσεις. Στο νέο τοπίο που θα προκύψει, ο “κερατάς και δαρμένος” θα πάρει την εκδίκησή του, αφού μόνο οι ΑΠΕ μπορούν πλέον να εγγυηθούν όλα τα παραπάνω.

* Ο Στέλιος Ψωμάς είναι Σύμβουλος σε θέματα Ενέργειας και Περιβάλλοντος



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα