Skip to main content
Menu
English edition

Πολλά φωτοβολταϊκά, περισσότερος άνθρακας: Οι αντιφάσεις και τα κίνητρα στα ενεργειακά σχέδια της Ινδίας

Δημήτρης Κοιλάκος

Το ενεργειακό προφίλ της Ινδίας επιχειρεί να σκιαγραφήσει το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στην Ινδία, στα πλαίσια της Ετήσιας Έκθεσης που συνέταξε για την κατάσταση της ινδικής οικονομίας και την ανάπτυξη των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων Ελλάδας-Ινδίας το 2016, η οποία δημοσιεύτηκε πρόσφατα.

Στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση αποτυπώνεται ως ένα βαθμό η μεγέθυνση της ινδικής οικονομίας, με ρυθμούς που τη φέρνουν στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως. Μια επιτάχυνση η οποία, όμως, χαρακτηρίζεται από μεγάλες ανισομετρίες και αντιθέσεις, καθώς και διευρυνόμενη κοινωνική ανισότητα.

Για παράδειγμα, ενώ η συνολική κατανάλωση ενέργειας στην Ινδία υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ των ετών 2000 και 2016, η κατά κεφαλή κατανάλωση διατηρείται στο 1/3 του μέσου όρου της Ασίας, ενώ ταυτόχρονα 240 εκατομμύρια άτομα δεν έχουν ακόμη πρόσβαση στο δίκτυο ηλεκτρισμού.

Αυτές ακριβώς οι ανισομετρίες και αντιθέσεις αντανακλώνονται και στους ενεργειακούς σχεδιασμούς όσων νέμονται την εξουσία στην ασιατική χώρα, καθώς η πορεία προς την κατοχύρωση μιας εκ των πρώτων θέσεων στην διεθνή πυραμίδα, με ενισχυμένη βιομηχανική παραγωγική βάση, συνεπάγεται αύξηση στη ζήτηση για ενέργεια, με όσο το δυνατό μικρότερο κόστος.  Στην περίπτωση της Ινδίας, μάλιστα, η οικονομική μεγέθυνση συνδυάζεται με προβλέψεις για αύξηση του πληθυσμού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 2040, η Ινδία αναμένεται να αντιπροσωπεύει το 25% της παγκόσμιας αύξησης της χρήσης ενέργειας, κάτι διόλου παράλογο, αν σκεφτεί κανείς ότι, με βάση τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) η Ινδία αναμένεται να ξεπεράσει την Κίνα ως προς τον συνολικό πληθυσμό το 2022, κάτι που αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου αύξηση της ζήτησης για ενέργεια.

Το τελευταίο διάστημα, συχνές είναι οι αναφορές στα διεθνή μέσα για την «επανάσταση των φωτοβολταϊκών» στην Ινδία.

Σύμφωνα με την κυρίαρχη αφήγηση, η Ινδία στοχεύει σε μεγάλες επενδύσεις στα φωτοβολταϊκά, προκειμένου να αλλάξει η σημερινή κατάσταση, κατά την οποία ο άνθρακας παραμένει η ραχοκοκαλιά του ινδικού ενεργειακού τομέα (70%), ενώ τα ¾ της ζήτησης ενέργειας αφορούν στερεά καύσιμα. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι μεταξύ 2014 και 2016, το 50% της ινδικής ηλεκτροπαραγωγής προέρχονταν από μονάδες που λειτουργούν με βάση την καύση άνθρακα.

Παράλληλα, η Ινδία είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού πετρελαίου διεθνώς αλλά ταυτόχρονα αποτελεί σημαντικό εξαγωγέα πετρελαϊκών προϊόντων χάρις στον εκτεταμένο κλάδο διύλισης. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η Ινδία διπλασίασε τις δυνατότητες διύλισης και πλέον κατατάσσεται στη τέταρτη θέση παγκοσμίως πίσω από ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η παραγωγική δυνατότητα των ινδικών διυλιστηρίων (4,4 mb/d) υπερκαλύπτει την εσωτερική κατανάλωση πετρελαϊκών προϊόντων (3.8 mb/d), ενώ ο τομέας της διύλισης συγκεντρώνει σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον τόσο από εγχώριους, όσο και από διεθνείς ομίλους.

Με δεδομένη την εικόνα που αποτυπώνεται στην έκθεση, φαίνεται, ότι η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών στην Ινδία αποτελεί ένα νόμισμα με δυο όψεις.

Ολοταχώς για αύξηση της παραγωγής άνθρακα

Ίσως η πλέον ενδιαφέρουσα παρατήρηση που περιλαμβάνει η έκθεση, έχει να κάνει με το γεγονός πως, παρότι η Ινδία έχει θέσει επισήμως στόχο για παραγωγή 175 GW από εναλλακτικές πηγές ενέργειας μέχρι το έτος 2022, έναντι 37 GW που παρήγε το έτος 2015, με επίκεντρο τα φωτοβολταϊκά (κάτι που, σε περίπτωση επίτευξης του στόχου, θα σήμαινε ότι η ινδική παραγωγή θα συνέβαλε καθοριστικά στο διπλασιασμό της αντίστοιχης παγκόσμιας φωτοβολταϊκής παραγωγής εντός μιας δεκαετίας), οι ινδικές αρχές σχεδιάζουν παράλληλα και την ενίσχυση της παραγωγής άνθρακα και της ενεργειακής αξιοποίησης των ορυκτών καυσίμων.

Συγκεκριμένα, το ινδικό υπουργείο Άνθρακα επεξεργάστηκε το πρόγραμμα ‘’Coal India’, το οποίο προβλέπει τον υπερδιπλασιασμό της εθνικής παραγωγής άνθρακα έως το έτος 2020.

Η αύξηση της εγχώριας παραγωγής άνθρακα αποσκοπεί στην υποκατάσταση των εισαγωγών. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η ετήσια ινδική παραγωγή την περίοδο 2015-2016 κυμάνθηκε στα 550 εκατομμύρια τόνους άνθρακα (Mtce) ενώ κάθε χρόνο οι συνήθεις εισαγωγές του ίδιου προϊόντος ανέρχονται σε 140-150 (Mtce), με τις εισαγωγές να προέρχονται κυρίως από την Ινδονησία (61%), την Αυστραλία (21%) και τη Νότιο Αφρική (13%).

Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειωθεί ότι ένα επιπλέον πρόβλημα για τον ινδικό άνθρακα αποτελεί το γεγονός ότι τα σημαντικά κοιτάσματα βρίσκονται στην ανατολική και κεντρική Ινδία, ενώ τα βασικά οικονομικά κέντρα όπου υπάρχει υψηλή ζήτηση του προϊόντος είναι εξαιρετικά απομακρυσμένα (βορειοδυτικά, δυτικά και νότια). Όπως ενδεικτικά αναφέρεται στην έκθεση, ένας τόνος άνθρακα ταξιδεύει περισσότερο από 500 χιλιόμετρα πριν μετατραπεί σε ηλεκτρική ενέργεια, επιβαρύνοντας σε μεγάλο βαθμό το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας που ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα, γεγονός που συνετέλεσε στον περιορισμό της αύξησης στην παραγωγή άνθρακα τα τελευταία χρόνια.

Άρα, τα ινδικά σχέδια για αύξηση της παραγωγής άνθρακα αναγκαστικά θα πρέπει να συνοδευτούν και από εκτεταμένες επενδύσεις στον τομέα των μεταφορών, ένα κλάδο όπου συγκεντρώνεται ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον.

Ως προς την ινδική αποφασιστικότητα για ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον άνθρακα, ενδεικτική είναι η πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων του Πρωθυπουργικού Γραφείου (Cabinet Committee on Economic Affairs-CCEA), η οποία, όπως αναφέρεται στην έκθεση, έθεσε τέλος στο επί 41 έτι μονοπώλιο της κεντρικής κυβέρνησης ως προς την ανάθεση διαχείρισης των ανθρακωρυχείων. Η σχετική αρμοδιότητα μεταβιβάστηκε στις κυβερνήσεις των κρατιδίων. Αυτές, πλέον, αποφασίζουν για την πώληση ή παραχώρηση ανθρακωρυχείων σε εταιρείες της περιοχής τους, με τελικό σκοπό την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ή προϊόντων από ατσάλι, σίδηρο κλπ.

«Πράσινα», «βρώμικα» και άλλα κίνητρα

Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι αποτελεί πράγματι μια στρατηγική επιλογή για την Ινδία. Όμως, το κίνητρο ίσως δεν είναι και τόσο «πράσινο».

Για παράδειγμα, στην έκθεση αποτυπώνεται ότι είναι σημαντικές οι εισαγωγές αιολικής και ηλιακής ενέργειας από την Κίνα, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της ινδικής αγοράς.

Έτσι λοιπόν, σε συνθήκες που ανταγωνισμός μεταξύ Κίνας και Ινδίας εντείνεται, είναι λογικό η Ινδία να επιδιώκει να μετατρέψει τη ζημιά σε κέρδος, αφενός ενισχύοντας της επενδύσεις και τις βιομηχανίες των φωτοβολταϊκών, αφετέρου απαλλασσόμενη από το κόστος των εισαγωγών.

Εξάλλου, όπως είδαμε, αντίστοιχο είναι το κίνητρο και σε σχέση με το «βρώμικο» άνθρακα.

Ένα άλλο ερώτημα που θα μπορούσε να ανακύψει είναι «γιατί φωτοβολταϊκά και όχι άλλες ΑΠΕ»; Το ερώτημα μοιάζει ακόμα πιο εύλογο αν αναλογιστεί κανείς ότι σήμερα η Ινδία κατέχει την πέμπτη θέση στον κόσμο στην ηλεκτροπαραγωγή από αιολικά. Ταυτόχρονα, τα αιολικά είναι η πρώτη σύγχρονη τεχνολογία ΑΠΕ στην Ινδία με την αιολική παραγωγή το 2016 να φτάνει τα 24,000 MW, καλύπτοντας το 65.2% της συνολικής παραγωγής από ΑΠΕ.

Τα προηγούμενα χρόνια, η ανάπτυξη των αιολικών στηρίχθηκε στην παροχή σημαντικών φορολογικών κινήτρων, στο έδαφος των οποίων η εγκατεστημένη αιολική ισχύς διπλασιάστηκε μεταξύ 2011 και 2017.

Όμως, τα πράγματα πλέον έχουν αλλάξει και η κυβέρνηση Μόντι δεν φαίνεται να υποστηρίζει την περαιτέρω ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας, δίνοντας βάρος στην προσέλκυση επενδύσεων στα φωτοβολταϊκά.

Στην κατεύθυνση αυτή, η ινδική κυβέρνηση προχώρησε στην κατάρτιση Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας (National Solar Mission).

Οι στόχοι που τέθηκαν είναι μεγαλεπήβολοι, καθώς προβλέπουν συνολική παραγωγή από φωτοβολταϊκά που φτάνει τα 100 GW έως το 2022, εκ των οποίων τα 40 GW από φωτοβολταϊκά στέγης και 60 GW από μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα.  

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, το σχέδιο εν μέρει φαίνεται να προχωράει, καθώς, για παράδειγμα, προσεγγίζεται ο στόχος για 12 GW το 2017.

Η έκθεση περιλαμβάνει την εκτίμηση ότι ενώ το κόστος παρουσιάζει σταθερή μείωση, αυτό δε φαίνεται να αρκεί για την προσέλκυση επενδύσεων στην Ινδία, αντίθετα με ότι συμβαίνει σε άλλες χώρες. Τα φορολογικά κίνητρα, όπως και η κυβερνητική υποστήριξη, αποτελούν συνθήκη «sine qua non», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, όμως διάχυτος είναι ο προβληματισμός και η αβεβαιότητα ως προς τη μεσο-μακροπρόθεσμη διατήρηση τους.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η πορεία διαμόρφωσης του ενεργειακού χάρτη της Ινδίας καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από τους ανταγωνισμούς και τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται στο έδαφος της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.

Κάπως σχηματικά, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κίνητρο δεν είναι ούτε «πράσινο», ούτε «βρώμικο», αλλά έχει το χρώμα και την υφή της ρούπιας (ή του δολαρίου, του ευρώ και του γουάν), όπως δηλαδή ισχύει σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα