Παπαθανασίου: Οι ΑΠΕ «ματώνουν» – Περικοπές, κενό βιωσιμότητας και μπλοκαρισμένο δίκτυο απειλούν τις επενδύσεις

Παπαθανασίου: Οι ΑΠΕ «ματώνουν» – Περικοπές, κενό βιωσιμότητας και μπλοκαρισμένο δίκτυο απειλούν τις επενδύσεις

Παπαθανασίου: Οι ΑΠΕ «ματώνουν» – Περικοπές, κενό βιωσιμότητας και μπλοκαρισμένο δίκτυο απειλούν τις επενδύσεις
07 04 2026 | 18:09

Σε ένα περιβάλλον έντονης πίεσης για τον κλάδο των ΑΠΕ, με τις περικοπές παραγωγής και τις αρνητικές τιμές να δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας, ο κ. Σταύρος Παπαθανασίου, Καθηγητής της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και επικεφαλής ομάδας έργου του ΥΠΕΝ για το πλαίσιο αποθήκευσης, περιέγραψε μια αγορά που αντιμετωπίζει υπαρξιακά προβλήματα.

Μιλώντας την Μεγάλη Τρίτη το απόγευμα στο 7ο Power & Gas Forum που διοργανώνει στις 6 και 7 Απριλίου το energypress.gr στην Αθήνα, ανέδειξε το εύρος των πιέσεων που δέχεται σήμερα ο κλάδος. Όπως σημείωσε, η σημερινή κατάσταση είναι τόσο σαφής που δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. «Η παραγωγή ΑΠΕ, κυρίως των φωτοβολταϊκών και ειδικά των μικρών και μεσαίων επενδύσεων, πραγματικά ματώνει», υπογράμμισε. Ήδη, όπως ανέφερε, οι τράπεζες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, ενώ οι επενδυτές βλέπουν μήνα με τον μήνα να τίθεται υπό αμφισβήτηση ακόμη και η εξυπηρέτηση των δανείων τους.

Κενό βιωσιμότητας και επενδύσεις χωρίς προοπτική

Ο κ. Παπαθανασίου περιέγραψε ένα περιβάλλον «δυστοκίας και προβληματισμού» για τη βιομηχανία των ΑΠΕ και της διάσπαρτης αποθήκευσης, επισημαίνοντας ότι, παρότι επενδύσεις συνεχίζουν να γίνονται, σε ένα έως δύο χρόνια το «pull» των έργων προς υλοποίηση αναμένεται να μειωθεί. Όπως είπε, οι επενδύσεις που προχωρούν σήμερα «δεν είναι αυτές που θέλουμε». Αναπτύσσονται φωτοβολταϊκά χωρίς αποθήκευση, τα οποία δημιουργούν προβλήματα τόσο στο σύστημα όσο και στα ίδια τα έργα, ενώ δεν προχωρούν έργα με αποθήκευση, δεν γίνονται αιολικά και δεν αναπτύσσεται με την απαιτούμενη ταχύτητα η καθαρή αποθήκευση. Ταυτόχρονα, μεγάλες ενεργειακές επενδύσεις –όπως η αντλησιοταμίευση και τα offshore– δεν δρομολογούνται, με τα αίτια να εντοπίζονται μεταξύ άλλων σε χωροταξικούς περιορισμούς και θεσμικές δυσκολίες.

Το βασικό πρόβλημα, όπως υπογράμμισε, είναι το κενό βιωσιμότητας. Τα έργα που ήδη λειτουργούν, κυρίως τα μικρότερα, αντιμετωπίζουν «υπαρξιακά προβλήματα» λόγω περικοπών και αρνητικών τιμών, ενώ η αγορά ΑΠΕ έχει χάσει την επενδυτικής της ελκυστικότητα και μετατρέπεται σε πεδίο για λίγους μεγάλους παίκτες.

Περικοπές και αστάθεια: Το πρόβλημα παραμένει

Σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, με τις στρεβλώσεις της αγοράς να εντείνονται και να επηρεάζουν άμεσα τα έσοδα των έργων, η διαχείριση των περικοπών αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα για τη βιωσιμότητα του κλάδου.

Όπως τόνισε ο κ. Παπαθανασίου, οι περικοπές και οι αρνητικές τιμές «θα είναι εκεί και σε σημαντικό βαθμό», ανεξάρτητα από τα μέτρα που θα ληφθούν. Το ζητούμενο είναι η διαχείριση των συνεπειών τους. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, σημείωσε ότι πρώτον, απαιτείται να διανέμονται «συμμετρικά και δίκαια» μεταξύ των έργων, μέσω ενός μηχανισμού αναδιανομής της απώλειας εσόδων λόγω περικοπών, ο οποίος – αν και έχει σχεδιαστεί εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο – δεν έχει ακόμη θεσμοθετηθεί.

Δεύτερον, πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για αποζημιώσεις περικοπών, όχι στο σύνολό τους, αλλά κυρίως για εκείνες που σχετίζονται με ανακατανομή και συμφόρηση δικτύου.

Τρίτον, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ο βαθμός αξιοποίησης του ηλεκτρικού χώρου, καθώς και η ταχύτητα και η προοπτική αξιοποίησής του. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, τίθεται το ερώτημα αν μπορούν να προστατευθούν οι επενδύσεις σε ένα περιβάλλον αυξημένου ρίσκου. «Η απάντηση δεν είναι στην αγορά», αλλά σε κατάλληλα σχεδιασμένα σχήματα στήριξης που αποζημιώνουν την επένδυση και όχι την παραγόμενη ενέργεια, με ανταγωνιστικούς όρους και συγκεκριμένα ανταλλάγματα

Αποθήκευση: Κρίσιμη αλλά όχι μονοδιάστατη λύση

Ο κ. Παπαθανασίου ανέδειξε την αποθήκευση ως βασικό εργαλείο, υπογραμμίζοντας ότι τα έργα που έχουν δρομολογηθεί πρέπει να προχωρήσουν άμεσα και να ανοίξει ο δρόμος για νέα.

Ωστόσο, προειδοποίησε ότι τα stand-alone έργα αποθήκευσης «δεν είναι πανάκεια» και χαρακτήρισε λάθος τη μονοδιάστατη προσέγγιση. Αντίθετα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη αποθήκευσης πίσω από τον μετρητή, σημειώνοντας ότι εκεί η λειτουργία είναι πολύ πιο απλή και η συνεργασία με τις ΑΠΕ πιο αποτελεσματική, καθώς το πρόβλημα μεταφέρεται εντός της ιδιωτικής εγκατάστασης.

Το αδιέξοδο του ηλεκτρικού χώρου

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για το ζήτημα του ηλεκτρικού χώρου, σημειώνοντας ότι «πρακτικά έχει καταναλωθεί», ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεσμεύεται από έργα με ασθενή προοπτική υλοποίησης.

Το μοντέλο «first come, first served» –όπως είπε– «πνέει τα λοίσθια» και πρέπει να αντικατασταθεί από ένα πιο επιλεκτικό σύστημα πρόσβασης, το οποίο θα αξιολογεί τεχνολογία, συμβολή στους εθνικούς στόχους και θέση στο δίκτυο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, πρότεινε τη σύνδεση της πρόσβασης με τη βιωσιμότητα της επένδυσης, ώστε το δικαίωμα σύνδεσης να δίνεται σε έργα με πραγματική προοπτική.

Νέο μοντέλο: Βιωσιμότητα και πρόσβαση μαζί

Αναφερόμενος στο μοντέλο της επόμενης ημέρας, ο κ. Παπαθανασίου σημείωσε ότι για τα νέα έργα δεν υπάρχει άλλη επιλογή από ένα σύστημα που θα διασφαλίζει τη βιωσιμότητα των επενδύσεων μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών, σε συνδυασμό με την πρόσβαση στο δίκτυο.

Για τα υφιστάμενα έργα, υπογράμμισε ότι πρέπει να εξεταστούν μηχανισμοί που θα μειώνουν το ρίσκο, είτε μέσω επιδοτήσεων είτε μέσω πιο σύνθετων σχημάτων στήριξης με ανταλλάγματα, ώστε να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα με το μικρότερο δυνατό κόστος.

«Λέμε πολλά και κάνουμε λίγα»: Η προειδοποίηση για την απώλεια του τεχνικού πυρήνα

Σε πιο αιχμηρό τόνο και με σαφή διάθεση αποτίμησης της συνολικής εικόνας του κλάδου, ο κ. Παπαθανασίου ανέδειξε τις παθογένειες που –όπως υποστήριξε– χαρακτηρίζουν τη σημερινή προσέγγιση των ενεργειακών ζητημάτων.

Όπως σημείωσε, η συζήτηση τείνει να εγκλωβίζεται σε λεπτομέρειες και δευτερεύοντα ζητήματα, την ώρα που τα βασικά προβλήματα είναι σαφή και συγκεκριμένα. «Λέμε πολλά και κάνουμε λίγα», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι απαιτείται καθαρή ιεράρχηση προτεραιοτήτων και εστίαση στα μεγάλα ζητήματα, όπως οι τεχνολογίες που χρειάζεται το σύστημα, τα εμπόδια ανάπτυξής τους και κυρίως η πρόσβαση στο δίκτυο.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Παπαθανασίου στο γεγονός ότι η δημόσια συζήτηση –όχι μόνο στο επίπεδο των συνεδρίων αλλά συνολικά– επικεντρώνεται υπερβολικά σε «soft» παραμέτρους, όπως τα ρυθμιστικά πλαίσια, οι αγορές και τα σχήματα, παραμελώντας ότι το ενεργειακό σύστημα είναι πρωτίστως ένας τεχνικός οργανισμός. Όπως υπογράμμισε, η ασφαλής και αποδοτική λειτουργία του προϋποθέτει ισχυρή τεχνική βάση, τόσο σε επίπεδο εξοπλισμού όσο και σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού.

Σε αυτό το πλαίσιο, προειδοποίησε ότι το engineering του συστήματος «τείνει να χαθεί ως τέχνη και ως απαίτηση», σημειώνοντας ότι οι γενιές μηχανικών που σχεδίασαν και λειτούργησαν το σύστημα είχαν κεντρικό ρόλο, σε αντίθεση με τη σημερινή συζήτηση όπου κυριαρχούν άλλες προσεγγίσεις. Όπως είπε, υπάρχει πλέον ο κίνδυνος να μετατραπεί η αγορά σε «καταναλωτή τεχνολογίας», χωρίς ουσιαστική κατανόηση ή δυνατότητα προδιαγραφής της.

Παράλληλα, αναφέρθηκε και στο ζήτημα της αδειοδότησης, επισημαίνοντας ότι δεν αποτελεί ένα ενιαίο πρόβλημα για όλες τις τεχνολογίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αργή, ενώ σε άλλες υπερβολικά γρήγορη, με αποτέλεσμα να κατατίθενται μαζικά αιτήματα που επιβαρύνουν το σύστημα και δημιουργούν στρεβλώσεις.

Ο κ. Παπαθανασίου στάθηκε ιδιαίτερα στον κίνδυνο υποβάθμισης της σημασίας της πρόσβασης στο δίκτυο, τονίζοντας ότι αυτή αποτελεί την τελευταία ουσιαστική «γραμμή άμυνας» που διαχωρίζει τα ώριμα έργα από τα έργα «στα χαρτιά». Όπως είπε, η γενικευμένη χρήση εργαλείων όπως οι ευέλικτες συμβάσεις ή το overbooking ενδέχεται, εάν δεν εφαρμοστούν με προσοχή, να αποδυναμώσουν αυτό το φίλτρο και να επιβαρύνουν περαιτέρω το σύστημα.

Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα σύνθετη και χαρακτηρίζεται από πολυφωνία και αποσπασματικές προσεγγίσεις, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμο τον ρόλο της Πολιτείας. Όπως ανέφερε, απαιτείται μια πιο «υπερκείμενη» οπτική που θα μπορεί να διακρίνει τα ουσιώδη από τα δευτερεύοντα και να κατευθύνει τον σχεδιασμό με συνοχή, αποφεύγοντας επιλογές που ενδέχεται να αποδειχθούν επιζήμιες για τη χώρα.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM