Οι περικοπές στραγγαλίζουν οικονομικά τις μονάδες βιοαερίου – Επιβάρυνση και για το περιβάλλον με το «κατέβασμα του διακόπτη»
Η εφαρμογή περικοπών στις μονάδες βιοαερίου αντιστρατεύεται όχι μόνο τον τρόπο λειτουργίας τους (και επομένως το ισοζύγιο εσόδων – εξόδων των επενδύσεων), αλλά και την αποστολή που επιτελούν για το περιβάλλον, με τη διαχείριση χιλιάδων τόνων οργανικών αποβλήτων. Αυτό επισημαίνουν παράγοντες του κλάδου στο energypress, συμπληρώνοντας ότι οι μονάδες συμμετέχουν στους περιορισμούς έγχυσης που εφαρμόζονται στο ΕΔΔΗΕ, παρά το γεγονός ότι στο Πλαίσιο Περικοπών της Ομάδας Διοίκησης Έργου αναγνωρίζεται η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης τεχνολογίας και επομένως προβλέπεται η εξαίρεσή της από το «ψαλίδι».
Τα σχόλια των στελεχών της αγοράς έρχονται σε συνέχεια του Δελτίου Τύπου που εξέδωσε ο Ελληνικός Σύνδεσμος Παραγωγών Βιοαερίου (ΕΣΠΑΒ) και στο οποίο επισημαίνεται πως οι μονάδες έχουν περιέλθει σε καθεστώς οικονομικής ασφυξίας, ανατρέποντας την οικονομική βιωσιμότητα των επενδύσεων. Κάτι που απειλεί να υπονομεύσει τη διαχείριση των οργανικών αποβλήτων στη χώρα μας.
Όπως αναφέρουν οι εκπρόσωποι του κλάδου, το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι, με την εφαρμογή περικοπών, παραγνωρίζεται το γεγονός ότι τα έργα βιοαερίου λειτουργούν ως μονάδες βάσης για το ηλεκτρικό σύστημα, έχοντας σημαντικό λειτουργικό κόστος για την παραγωγή τους. Όπως επίσης και ότι διαχειρίζονται οργανικά απόβλητα, τα οποία παράγονται αδιαλείπτως από κτηνοτροφικές μονάδες και βιομηχανίες.
Το συνολικό χαρτοφυλάκιο στη χώρα μας ανέρχεται σε 130 Μεγαβάτ, με τη συντριπτική πλειονότητα των έργων να είναι ενταγμένα στην Ομάδα Β της Μεθοδολογίας Περικοπών, στα οποία δηλαδή οι παραγωγοί «κατεβάζουν τους διακόπτες» οι ίδιοι των σταθμών τους, αφού ενημερωθούν μέσω sms από τον ΔΕΔΔΗΕ. Σε πολύ λιγότερα έργα έχει ενεργοποιηθεί ο εξοπλισμός «set-point», κάτι που σημαίνει πως το «ψαλίδι» εφαρμόζεται από τον ΔΕΔΔΗΕ μέσω τηλεχειρισμού – και επομένως απροειδοποίητα. Ελάχιστες μονάδες (όχι περισσότερες από 10) συνδέονται στο δίκτυο μέσω αποκλειστικών γραμμών.
Στην περίπτωση των έργων που περικόπτονται με ενημέρωση μέσω sms, και επομένως υπάρχει προειδοποίηση από το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας, τυπικά ο παραγωγός έχει τη δυνατότητα να περιορίσει την παραλαβή οργανικής πρώτης ύλης για το επόμενο 24ωρο. Ωστόσο, αυτό σημαίνει πως ένα μέρος των αποβλήτων π.χ. μίας κτηνοτροφίας δεν θα αδρανοποιηθεί μέσω της παραγωγής βιοαερίου, με ό,τι αυτό σημαίνει για τη διαχείρισή του.
Ακόμη χειρότερα, αν διαταραχθεί η τροφοδοσία, τότε διαταράσσεται η σταθερή παραγωγή βιοαερίου όχι μόνο το συγκεκριμένο 24ωρο, αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο (π.χ. μία εβδομάδα αργότερα). Επομένως, ο παραγωγός ρισκάρει να περιορίσει την απόδοση της μονάδας και σε δεύτερο χρόνο, όταν δεν θα υπάρχουν περικοπές.
Σύμφωνα με τα στελέχη του κλάδου, το ρίσκο αυτό είναι που έκανε τους περισσότερους επενδυτές να μην περιορίσουν την παραλαβή οργανικής ύλης ακόμη και την εβδομάδα μετά το Πάσχα, όταν εφαρμόστηκαν περικοπές στα έργα της Ομάδας Β για 7 συνεχόμενες ημέρες. Επομένως, η παραγωγή βιοαερίου συνεχίστηκε αδιάλειπτα, χωρίς όμως να ισχύει το ίδιο και με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, το βιοαέριο καιγόταν στον πυρσό της μονάδας ή απελευθερωνόταν στην ατμόσφαιρα, όπως γίνεται και όταν εφαρμόζονται περικοπές σε μονάδες με εξοπλισμό «set-point» ή σε αποκλειστικές γραμμές.
Η ιδιαιτερότητα ωστόσο της συγκεκριμένης τεχνολογίας (σε σχέση με τα φωτοβολταϊκά ή τα αιολικά πάρκα) είναι πως η παραπάνω διαδικασία συνεπάγεται κόστος – και πιο συγκεκριμένα έξοδα για την παραλαβή της πρώτης ύλης και λειτουργικά έξοδα για τη λειτουργία της μονάδας. Σύμφωνα μάλιστα με τους ανθρώπους της αγοράς, τα έξοδα αυτά μαζί με την αποπληρωμή των τόκων των δανείων αντιστοιχούν στο 82-83% του τζίρου ενός έργου βιοαερίου.
Επομένως, αν το βιοαέριο δεν αξιοποιηθεί για να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια (και επομένως για να προκύψουν έσοδα για τον επενδυτή) η μονάδα «γράφει ζημιές». Μάλιστα, το περιθώριο κέρδους είναι πολύ μικρό (της τάξης του 3%) που ακόμη και αν μέσω των περικοπών χαθεί το 10% της παραγωγής ενέργειας μιας μονάδας, θα «κοκκινίσουν» τα οικονομικά της μεγέθη.
Η καύση του βιοαερίου όπως στον πυρσό, ή ακόμη χειρότερα η απελευθέρωσή του, έχει ακόμη περισσότερες αρνητικές συνέπειες – ξεκινώντας από το γεγονός ότι με αυτό τον τρόπο παραβιάζεται η περιβαλλοντική αδειοδότηση ενός τέτοιου έργου, η οποία προβλέπει συγκεκριμένες (και περιορισμένες) εκπομπές. Επίσης, θέτει ζητήματα ασφάλειας. Παράλληλα, ο εξοπλισμός των μονάδων δεν έχει σχεδιαστεί για διακοπές και επανεκκινήσεις, με συνέπεια να κινδυνεύει με βλάβη.
Στελέχη του κλάδου επισημαίνουν ότι ανάλογα προβλήματα θα υπάρξουν και όταν οι περικοπές δεν θα γίνονται πλέον από τους Διαχειριστές, αλλά από την ίδια την αγορά – με την «έλευση» των μηδενικών και αρνητικών τιμών στην DAM. Επομένως, θα πρέπει να υπάρξουν μέτρα που να εξασφαλίζουν την οικονομική βιωσιμότητα των έργων με ΣΕΔΠ (δηλαδή ισχύος άνω των 400 κιλοβάτ), αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είναι οικονομικά βιώσιμα.