Μεταξύ ορθολογισμού και παραλογισμού
Το νέο νομοσχέδιο για την Χωροταξία των ΑΠΕ, που δόθηκε για διαβούλευση με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, φέρνει πλήρη απαγόρευση για νέα αιολικά πάρκα στο 61% της επικράτειας: ψηλά βουνά, μικρά νησιά και περιοχές προστασίας της φύσης. Οι λόγοι δεν είναι τεχνοκρατικοί, αλλά πολιτικοί και σχετιζόμενοι με τη σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης….
Αν σ’ αυτό προσθέσουμε και τον χρόνο που απαιτείται για την αδειοδότηση ενός αιολικού πάρκου, ο οποίος μπορεί να ξεπερνά και τα 10 έτη, γίνεται φανερό ότι η κυβέρνηση βάζει ένα φρένο στην ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο κλάδος και είχε φέρει την Ελλάδα στην πρωτοπορία των χωρών με αιολική ενέργεια παγκοσμίως. Άρα, εξαιτίας της οριζόντιας ακύρωσης καλών αιολικών, δημιουργείται ένα (θεωρητικό) έλλειμμα το οποίο θα καλυφθεί από εισαγόμενο φυσικό αέριο, επιβαρύνοντας το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, εις βάρος βέβαια του καταναλωτή. Εδώ πρέπει να λάβουμε υπόψιν ότι μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σήμερα, με το αδικαιολόγητα μεγάλο ποσοστό του φυσικού αερίου στο μίγμα, κατευθύνεται σε εξαγωγές (π.χ. στα γειτονικά Βαλκάνια), παρασύροντας προς τα πάνω την τιμή του ρεύματος και στο εσωτερικό.
Σε μια πρόσφατη (25/5) συνέντευξη που έδωσε στο ραδιόφωνο ο Παναγιώτης Παπασταματίου (Γενικός Διευθυντής της ΕΛΕΤΑΕΝ) επισήμανε ότι η χώρα πρέπει να στραφεί αποφασιστικά στα αιολικά πάρκα και στα έργα αποθήκευσης, ώστε να μειωθεί ουσιαστικά το κόστος της ενέργειας. Κάτι που ήδη κάνει η Βουλγαρία με το δικό μας φθηνό ηλεκτρικό ρεύμα από ΑΠΕ, εξισορροπώντας τις αιχμές με μικρότερο κόστος (απ’ ό,τι αν χρησιμοποιούσε συμβατικά καύσιμα). Τη σχέση του μίγματος καυσίμων με τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας εξηγεί εκτενέστερα σε άρθρο του εδώ το Green Tank (Γιατί οι Έλληνες πληρώνουν ακριβότερα το ρεύμα στη λιανική;).
Ξαναγυρίζοντας στον υπό διαβούλευση νόμο για τη χωροταξία των ΑΠΕ, θα μπορούσαμε να πούμε πολλά στο τεχνικό σκέλος, αλλά θα κινδυνεύαμε τότε να χάσουμε τη στόχευση. Ο λόγος των οριζόντιων απαγορεύσεων των ΑΠΕ που προτείνεται δια του νομοσχεδίου – το οποίο άλλωστε ήρθε με μεγάλη καθυστέρηση – δεν είναι η δυσκολία της εξεύρεσης λογικών και αποτελεσματικών ταυτόχρονα κανόνων για την διευθέτηση της τοποθέτησης των αιολικών πάρκων σε μια χώρα που αποστρέφεται τη χωροταξία, αλλά οι υπολογισμοί της κυβέρνησης για το λεγόμενο πολιτικό κόστος της συνέχισης του σημερινού (επιτυχημένου) καθεστώτος, αφού ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης βρίσκεται απέναντι, υιοθετώντας απόψεις και συνθήματα αντισυστημικών κινημάτων – άσχετων πάντως με τον επιστημονικό ορθολογισμό, ο οποίος σπάνια μπαίνει στη συζήτηση – όταν η άλλη άποψη αποφέρει πολιτικά κέρδη. Ας μην πάμε μακριά. Ας θυμηθούμε τον ΣΥΡΙΖΑ με τις αντιδράσεις για τον χρυσό στη Χαλκιδική, την κατάργηση των διοδίων, και στο τέλος της κυβερνητικής του θητείας, τα «απάτητα βουνά».
Τι λέει σε γενικές γραμμές αυτή η άποψη; «Όχι στις ανεμογεννήτριες, έργα του διαβόλου και του μεγάλου κεφαλαίου, όχι τουλάχιστον στη δική μας γειτονιά. Δεν θέλουμε να το συζητήσουμε, θέλουμε να τα μαζέψετε και να φύγετε». Το Περιβάλλον και η Κλιματική Αλλαγή δεν μπαίνουν στη ζυγαριά. Δεν υπάρχει άλλωστε κανείς να τα ζυγίσει. Οι κυβερνήσεις, όλες διαδοχικά, εφαρμόζουν τακτικές καθυστέρησης ή προσδοκούν ότι κάποιος επόμενος θα βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά.
Το μεγάλο κακό δεν είναι η ύπαρξη αντιπολίτευσης σε έργα με θετικό πρόσημο. Είναι ότι ο φόβος των πολιτικών απέναντι σε αυτήν την χειραγωγούμενη κοινή γνώμη οδηγεί ακόμα και τα φιλελεύθερα κόμματα, όπως είναι αυτό της ΝΔ, να σύρονται από αμφίβολου οφέλους επιχειρήματα για την δήθεν καταστροφή του τοπίου από τα αιολικά πάρκα, φθείροντας έτσι ένα από τα λίγα success stories σε αυτή τη χώρα (μαζί με το μπάσκετ και την ευρωλίγκα).