Skip to main content
Menu
English edition

Μελέτη WWF για τον ενεργειακό σχεδιασμό: Εφικτό το 6% στο λιγνίτη το 2035 με τριπλάσιες ΑΠΕ και αποθήκευση

H νέα μελέτη του WWF Ελλάς για τον Μακροχρόνιο Ενεργειακό Σχεδιασμό της χώρας, που δημοσιεύτηκε σήμερα, εκτιμά πως η επιλογή του λιγνίτη δεν είναι προς το συμφέρον ούτε του Έλληνα καταναλωτή, ούτε της ελληνικής οικονομίας.

Μάλιστα, η οργάνωση εκτιμά ότι το μερίδιο του λιγνίτη μπορεί να περιοριστεί στο 6% ήδη από το 2035 με ταυτόχρονο υπερτριπλασιασμό της συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) και αξιοποίηση τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας. Επίσης, τα σενάρια με μεγάλη συμμετοχή Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια έως και 12% σε σχέση με αυτά που βασίζονται στον λιγνίτη.

Η μελέτη για τον «Μακροχρόνιο Σχεδιασμό για το Ενεργειακό Σύστημα της Ελλάδας» εκπονήθηκε από την επιστημονική ομάδα του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, σε συνεργασία με το WWF Ελλάς. Αντικείμενό της είναι η διερεύνηση των δυνατοτήτων της Ελλάδας να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα με χρονικό ορίζοντα το 2035 και το 2050, δίνοντας έμφαση στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

(Στα επισυναπτόμενα μπορείτε να δείτε τη συνολική μελέτη, καθώς και τη σύνοψη αυτής)

Όπως τονίζουν οι συντάκτες, "η αύξηση της παραγωγής ΑΠΕ και ο περιορισμός του λιγνίτη σε συνδυασμό με πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας θα οδηγήσει σε σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ εάν παραμείνουμε προσκολλημένοι στον λιγνίτη, το 2050 η Ελλάδα θα εκπέμπει όσο διοξείδιο του άνθρακα  εξέπεμπε η Βουλγαρία το 2006!"

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η επιλογή απεξάρτησης από τον λιγνίτη αποδεικνύεται παράλληλα και οικονομικά πιο συμφέρουσα σε βάθος χρόνου, αφού θα οδηγήσει σε φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια έως και 12% σε σχέση με τα σενάρια που εξετάστηκαν και βασίζονται στον λιγνίτη. Για την ερχόμενη δεκαετία το κόστος ηλεκτροπαραγωγής προβλέπεται να είναι παραπλήσιο σε όλα τα σενάρια, ωστόσο από το 2030 κι έπειτα αρχίζει να αποτυπώνεται η ευνοϊκή επίδραση των ΑΠΕ στο κόστος.

"Χαρακτηριστικό του αδιεξόδου των λιγνιτικών επιλογών ΔΕΗ και κυβέρνησης είναι ότι ακόμα και η πολυδιαφημιζόμενη νέα λιγνιτική μονάδα «Πτολεμαΐδα V» εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια από αυτή του σταθμού του Αμυνταίου που χτίστηκε τη δεκαετία του 80, ακόμα και αν επενδυθούν σημαντικά ποσά για την αναβάθμισή του", σημειώνει η οργάνωση.  

Συνοπτικά, τα αποτελέσματα της μελέτης:

·        Είναι εφικτός ο περιορισμός του λιγνίτη στο 6% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας το 2035 και στο 0% το 2050.

·        Το φυσικό αέριο διατηρεί μια σημαντική θέση σε όλα τα σενάρια, καθώς το μερίδιο του στην παραγωγή κυμαίνεται στο 26-33% το 2035 και στο 22-32% το 2050.

·        Σε όλα τα σενάρια η συνεισφορά των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας μπορεί να υπερτριπλασιαστεί την περίοδο 2005-2035, ενώ τα επόμενα χρόνια, έως το 2050, να διατηρηθεί σταθερή ως ποσοστιαίο μερίδιο.

·        Η εφαρμογή πολιτικών εξοικονόμησης ενέργειας μειώνουν τα απαιτούμενα κεφάλαια για την απεξάρτηση από τον λιγνίτη κατά 2-5 δισ. ευρώ.

·        Για χαμηλές τιμές δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα η ριζική ανακαίνιση υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων αποδεικνύεται συμφέρουσα, ακόμα και σε σχέση με την κατασκευή νέων.

·        Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τον ενεργειακό τομέα μπορούν να μειωθούν σημαντικά ήδη από το 2035, λόγω κυρίως της απεξάρτησης από τον λιγνίτη, ενώ η μεγαλύτερη μείωση παρουσιάζεται στο φιλόδοξο σενάριο όπου οι εκπομπές μειώνονται σε σχέση με το 2005 κατά 64%.

Η μελέτη καταρρίπτει επίσης τον μύθο ότι η Ελλάδα έχει ήδη πετύχει τους στόχους συμμετοχής των ΑΠΕ στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για τους οποίους έχει δεσμευτεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η συμμετοχή τους στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κατά 40% το 2020, από το 22,9% που ήταν το 2015, φαντάζει όνειρο θερινής νυκτός.

Τέλος, μέσα από τα αποτελέσματα της μελέτης αναδεικνύεται η δυνατότητα δραστικού περιορισμού του ρόλου των πετρελαϊκών μονάδων στα ελληνικά νησιά αν προωθηθούν τα προγραμματισμένα έργα διασύνδεσης με ορίζοντα το 2030 και ταυτόχρονα αναπτυχθούν υβριδικά συστήματα ΑΠΕ σε απομακρυσμένα νησιά, τα οποία δεν προβλέπεται να διασυνδεθούν ως τότε.

«Οι κυβερνήσεις εδώ και χρόνια επιχειρούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα δεσμεύοντας τεράστια ποσά για κατασκευή πανάκριβων λιγνιτικών μονάδων, χωρίς να έχει αποδειχτεί η οικονομική τους βιωσιμότητα ή να έχει εκτιμηθεί η επίπτωση της λειτουργίας τους στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Η χώρα βαδίζει στα τυφλά χωρίς πυξίδα, αφού παρά τις υποσχέσεις ετών δεν έχει ακόμα παρουσιάσει η Πολιτεία οτιδήποτε συγκεκριμένο σε σχέση με τον Μακροχρόνιο Ενεργειακό Σχεδιασμό της Ελλάδας για τις επόμενες δεκαετίες. Τα αποτελέσματα της μελέτης που δίνουμε σήμερα στη δημοσιότητα δείχνουν πώς η έγκαιρη απεξάρτηση από τον λιγνίτη με ταυτόχρονη στροφή στις ΑΠΕ αποτελούν την ορθότερη επιλογή για το ενεργειακό μέλλον της χώρας», δήλωσε ο Νίκος Μάντζαρης, υπεύθυνος του τομέα ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής του WWF Ελλάς.

Τα σενάρια για τις ΑΠΕ

Αναφορικά με τη διείσδυση των ΑΠΕ, στην έκθεση αναφέρονται τα εξής:

Σε όλα τα σενάρια η συνεισφορά των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας υπερτριπλασιάζεται την περίοδο 2005-2035, λόγω της πτώσης κόστους των σχετικών τεχνολογιών αλλά και αύξησης της χρήσης τους στον κτιριακό τομέα (βλ. ηλιακή ενέργεια), ενώ τα επόμενα χρόνια, έως το 2050, διατηρείται σταθερή ως ποσοστιαίο μερίδιο. Έτσι, ενώ ο εθνικός στόχος διείσδυσης ΑΠΕ για το 2020 προβλέπεται να επιτευχθεί στα εξεταζόμενα σενάρια, ο ευρωπαϊκός στόχος του 2030 (27%) επιτυγχάνεται μόνο στα σενάρια RES, EE και LPO. Όσον αφορά το μερίδιο ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρισμού, αυτό διαμορφώνεται σε επίπεδα από 45% (σενάριο LIG) έως 66% (σενάριο RES) το 2035 και 47%-70% το 2050 αντίστοιχα. Τέλος, η επίτευξη του στόχου διείσδυσης των ΑΠΕ κατά 40% στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας το 2020 δεν θεωρείται εφικτή ούτε στο πιο φιλόδοξο σενάριο.

Η εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών το 2035 φθάνει στα επίπεδα 5,3-7 GW σε όλα τα σενάρια πλην του RES που φθάνει τα 8,2 GW, ενώ το 2050 μπορεί να αγγίξει τα 11,3 GW (RES). Η συνολική ισχύς των αιολικών σταθμών το 2035 κυμαίνεται μεταξύ 5,3-9,2 GW, και 6,7-10,6 GW το 2050.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα