Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Το καρφί στο φέρετρο του Λιγνίτη που λέγεται Market Stability Reserve (MSR)

Η προστασία του κοινού αγαθού που λέγεται «κλίμα του πλανήτη» έχει γίνει επιτακτική ανάγκη, εκτίμηση που πλέον δεν αμφισβητεί κανείς αντικειμενικός αναλυτής. Σύμφωνα με την κλασσική θεωρία που διατύπωσε το 1920 ο Arthur Pigou στο βιβλίο του The Economics of Welfare θα πρέπει για την σωστή λειτουργία της αγοράς και την προστασία του κοινού αυτού αγαθού να επιβληθεί φόρος στους υπαιτίους της υποβάθμισής του, ήτοι στις δραστηριότητες που εκπέμπουν αέρια φαινομένου θερμοκηπίου (ΑΦΘ), το ύψος του οποίου θα ισούται με το κόστος της προκαλούμενης υποβάθμισης, δηλαδή το λεγόμενο εξωτερικό κόστος. 

Αυτό όμως απαιτεί ότι ο επιβάλλων το φόρο (το κράτος) να μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια το κόστος αυτό. Ετσι πχ στις ΗΠΑ για τον σκοπό αυτό λειτουργεί κρατική επιτροπή που εκτιμά το κόστος αυτό ανά εκλυόμενο τόνο ΑΦΘ (social cost of carbon). Η τελευταία επίσημη εκτίμηση (2017) καταλήγει σε τιμές που αρχίζουν από $36/tCΟ2 το 2015 και φτάνουν σε $69/tCO2 το 2050 (με επιτόκιο προεξόφλησης 3%). 

Οι τιμές αυτές όμως μεταβάλλονται δραστικά αν το επιτόκιο προεξόφλησης αλλάξει και μπορεί το 2050 να πέσουν στα $26/tCΟ2 το 2050 αν το επιτόκιο είνα 5% ή να αυξηθούν στα $95/tCΟ2 το 2050 με επιτόκιο 2.5%. 

Η ασάφεια αυτή, τόσο από την επιλογή του επιτοκίου προεξόφλησης όσο και από άλλες παραδοχές που επιλέγονται για τον καθορισμό του κόστους, μπορεί να καταλήξει σε αστοχία επίτευξης της αναγκαίας μείωσης εκπομπών. Την δυσκολία αυτή είχε υπογραμμίσει αρχικά ο Ludwig von Mises και απέδειξε ο Coase το 1960 διατυπώνοντας το ομώνυμο θεώρημά του ότι οι ενδιαφερόμενοι, δηλαδή στην περίπτωσή μας το κοινό (όπως εκπροσωπείται από την Πολιτεία) και οι επιβαρύνουσες δραστηριότητες, μπορούν να καταλήξουν στην σωστή τιμή μέσω διαπραγμάτευσης μεταξύ τους εφόσον δεν υπάρξουν διαδικαστικές επιβαρύνσεις. 

Με βάση το σκεπτικό αυτό οι ΗΠΑ κατέληξαν στην επιλογή της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αντί του φόρου προκειμένου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από NOx και SΟx, μηχανισμό που τελικά επέλεξε και η Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕν) το 2000 για τις εκπομπές ΑΦΘ και έθεσε σε λειτουργία το 2003 με την Οδηγία 2003/87/EC.  

Ο μηχανισμός εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS) βασίζεται στον καθορισμό της επιδιωκώμενης μείωσης εκπομπών σε μία χρονική περίοδο ώστε να εξυπηρετηθούν οι τεθέντες περιβαλλοντικοί στόχοι, και στην έκδοση αντιστοίχων δικαιωμάτων εκπομπών (EUAs) των οποίων η τιμή που θα καθοριστεί ελεύθερα από την αγορά θα είναι σε κατάλληλα επίπεδα ώστε να αναγκάσει τις υπόχρεες δραστηριότητες να μειώσουν τις εκπομπές τους. 

Μέσω του μηχανισμού αυτού επιδιώχθηκε η μείωση των εκπομπών από δραστηριότητες που εξέπεμπαν περίπου το 50% του συνόλου των εκπομπών στην ΕΕν και αφορούσαν κυρίως ηλεκτροπαραγωγή και άλλες μεγάλες βιομηχανίες, και σε δεύτερη φάση τις αερομεταφορές. 

Ο αρχικός επιμερισμός της προσπάθειας μείωσης των εκπομπών μέσω του μηχανισμού   έγινε βάσει ιστορικών εκπομπών. Όμως εξ αιτίας της διανομής δωρέαν δικαιωμάτων για λόγους προστασίας των επιχειρήσεων από αθέμιτο ανταγωνισμό εκτός ΕΕν, της αναγνώρισης δικαιωμάτων από δράσεις εκτός ΕΕν (CERs) και βεβαίως της κρίσης του 2008-9, η τιμή στην αγορά κατέρευσε (δες Σχήμα 1) σε επίπεδα κάτω του €5/tCO2 , τιμή που δεν αποτελούσε πλέον ισχυρό κίνητρο για περαιτέρω μείωση εκπομπών. 

Η σταδιακή μείωση του συνολικού αριθμού δικαιωμάτων που εκδίδονται κάθε χρόνο και ο μηδενισμός των δωρεάν δικαιωμάτων στην ηλεκτροπαραγωγή που αποφασίσθηκαν δεν κατάφεραν να απορροφήσουν το πλεόνασμα της προσφοράς και να αυξήσουν την τιμή.

Για να μειωθεί η προσφορά και να αυξηθεί η τιμή δικαιωμάτων και ως εκ τούτου η αποδοτικότητα του ETS, ήδη από το 2013 όταν το πλεόνασμα στην αγορά έφτασε τα 2,200 εκατ. δικαιώματα (σε σύνολο επαληθευμένων εκπομπών το ίδιο έτος 1,908 εκατ.) η Ευρωπαική Επιτροπή (ΕΕπ) εισηγήθηκε ένα μηχανισμό στήριξης της τιμής, το λεγόμενο Αποθετήριο Σταθεροποίησης της Αγοράς (Market Stability Reserve - MSR).  

Γενικότερα, το MSR καλείται να επεμβαίνει παρακρατώντας ή πωλώντας δικαιώματα ώστε η λεγόμενη συνολική ποσότητα κυκλοφορούντων δικαιωμάτων στην ΕΕν (Total Number of Allowances in Circulation  - TNAC) να παραμένει μεταξύ 833 και 400εκατ.. EUA. Το MSR μπήκε σε λειτουργία από την 27/2/2014 αποσύροντας από την αγορά 900 εκατ. δικαιώματα την τριετία 2014-2016 με αρχική πρόθεση να δημοπρατηθούν μετά το 2018 (το λεγόμενο backloading). 

Μετά την Συμφωνία των Παρισίων το 2015 και την εισήγηση της ΕΕπ το 2016 για την στοχοθέτηση μείωσης των εκπομπών ΑΦΘ της ΕΕν μέχρι το 2030, αποφασίστηκε από το Συμβούλιο το 2018 η αύξηση του ετήσιου ρυθμού μείωσης των εκδιδόμενων δικαιωμάτων στην δεκαετία 2020-2030 από το 1.7% στο 2.2% και η κατακράτηση των 900 εκατ δικαιωμάτων του MSR. 

Επιπροσθέτως, αποφασίστηκε (Directive 2018/410-14Mar2018) η παρακράτηση στο MSR δικαιωμάτων προς δημοπράτηση κατά το 24% του εκάστοτε ετησίου TNAC ποσού για την πενταετία 2019-2023 που συνολικά εκτιμάται σε 1,4εκατ, και κατά 12% από το 2024 μέχρι το 2030 και ακύρωση ετησίως μετά το 2023, όλων των δικαιωμάτων στο MSR πέραν του ποσού που δημοπρατήθηκε το προηγούμενο έτος ακυρώνονται. Αμεσο αποτέλεσμα της απόφασης ενίσχυσης του MSR ήταν και το ράλλυ της τιμής των EUA μετά τα μέσα του 2018 από ca. €5/EUA στις σημερινές υπερτετραπλάσιες τιμές των €25/EUA (δες Σχήμα 1).

Σχήμα 1: Τιμή σε € δικαιωμάτων εκπομπών EUA (τόνος CO2) από το 2013 μέχρι σήμερα

Αποτέλεσμα αυτών των αποφάσεων είναι η εκτίμηση της εξέλιξης του πλεονάσματος που δίνεται στον Πίνακα 1. Στον Πίνακα 1 επίσης δίνεται και η ετήσια διαφορά  μεταξύ εκτιμώμενων εκπομπών και δικαιωμάτων προς διανομή από την ΕΕπ. Εν όψει όμως του ελλείματος δικαιωμάτων από τον τομέα των αερομεταφορών που εκτιμάται ότι θα αυξάνεται συνεχώς και θα φτάσει στα 50εκατ. ΕUA ετησίως το 2030, το πλεόνασμα θα μηδενιστεί το 2030 δεδομένου μάλιστα ότι δεν επιτρέπεται η μεταφορά δικαιωμάτων για μετά το 2030.  

Σημείωση:     Εκτιμήσεις από τον Mark Lewis του Carbon Tracker (2018) και στοιχεία του ΕυρωπαΪκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (2019).

Γίνεται φανερό ότι την περίοδο 2019-2024 θα υπάρξει μεγάλη ζήτηση δικαιωμάτων ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη του το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις ηλεκτροπαραγωγής προσπαθούν να αγοράσουν δικαιώματα γιά σχετικά μεγάλα διαστήματα (2-3 χρόνια) μπροστά. 

Βασιζόμενοι στις βασικές αυτές παραμέτρους της αγοράς, οι περισσότεροι αναλυτές της αγοράς δικαιωμάτων εκτιμούν ότι οι τιμές θα ανεβούν σημαντικά μέχρι το 2025. Οι υψηλές τιμές θα δώσουν κίνητρο σε επενδυτές σε δικαιώματα που κατέχουν μεγάλο μέρος του πλεονάσματος να πωλήσουν με αποτέλεσμα την υποχώρηση της τιμής μετά το 2024 στα σημερινά επίπεδα (δες Πίνακα 2). Αυτό συνεπάγεται ότι οι τιμές θα παραμείνουν στα επίπεδα των €30/ΕUA κατά μέσο όρο μέχρι το 2030.

Σημείωση:     Οι εκτιμήσεις Mazzoni (Αναλυτής της ICIS) καλύπτουν την περίοδο μέχρι το 2030 και επιλέκτηκαν ως αντιπροσωπευτικές της πλειοψηφίας των αναλυτών. Η επέκταση της μείωσης 24% που αφορά το MSR απαιτεί νέα απόφαση μετά την αξιολόγηση του 2023. Οι εκτιμήσεις Bruninx από το 2018.

Με τιμές ΕUA σε αυτά τα επίπεδα δημιουργούνται ερωτηματικά για την οικονομικά βιώσιμη λειτουργία και ανταγωνιστικότητα των λιγνιτικών εγκαταστάσεων έναντι αυτών του φυσικού αερίου (ΦΑ), δεδομένου ότι οι πρώτες εκπέμπουν σχεδόν τριπλάσιες εκπομπές CO2 σε σχέση με τις δεύτερες (1.3tCO2/MWh σε σχέση με 0.5tCO2/MWh). 

Ηδη το 2018 η ΔΕΗ εκταμίευσε €279εκατ. (αυξημένα κατά 100% από το 2017) για την αγορά δικαιωμάτων εκπομπών. Με τις ίδιες εκπομπές και τις σημερινές τιμές ca. €25/EUA, τo 2019 η ΔΕΗ, η οποία λειτουργεί λιγνιτικούς σταθμούς με τις μεγαλύτερες εκπομπές ανά παραγόμενη MWh στην Εεν, θα κληθεί να πληρώσει €740εκατ. (αλλά και η Ελλάδα να εισπράξει από δημοπρασίες €792εκατ. από €523εκατ. το 2018). 

Ως μέτρο σύγκρισης της επίδρασης, στο Σχήμα 2 παρουσιάζονται οι τιμές της ανηγμένης τιμής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (Levelized Cost of Electricity - LCOE) με λιγνίτη, φυσικό αέριο και ΑΠΕ για διάφορες τιμές EUA.  

Σχήμα 2:     Η επίδραση της τιμής δικαιωμάτων στο LCOE λιγνιτικών σταθμών (ΠτολεμαΪς V & Μελίτη) σταθμών ΦΑ, αιολικών και ΦΒ. Παραδοχές: επιτόκιο προεξόφλησης 6%, με CAPEX Μελίτης €25εκατ. από την προσφορά του διαγωνισμού της ΔΕΗ, Ο&M και κόστος καυσίμου από απολογιστικά στοιχεία ΔΕΗ για τον προσδιορισμό τιμής ΝΟΜΕ (2018), χαμηλές και υψηλές τιμές ΦΑ από ΙΕΑ, και 6000 ώρες λειτουργίας, και ΑΠΕ από τα αποτελέσματα της δημοπρασίας της  ΡΑΕ του Απρίλιου 2019.                                                                                                                                                               

Τα αποτελέσματα του Σχήματος 2 υπογραμμίζουν την σημασία της τιμής δικαιωμάτων.  Συμπερασματικά: (1) αιολικά και ΦΒ είναι ήδη με τιμές δικαιωμάτων άνω των €20/EUA, φτηνότερα από όλους τους συμβατικούς σταθμούς ακόμη και της Μελίτης αν πωληθεί στην τιμή της μοναδικής προσφοράς του διαγωνισμού που όμως δεν έγινε αποδεκτή (2) με τιμές πάνω από €20/EUA και τις σημερινές χαμηλές τιμές ΦΑ, οι υπάρχουσες μονάδες ΦΑ είναι φθηνότερες από όλες τις λιγνιτικές, τις οποίες και θα εκτοπίζουν στην αγορά ενέργειας αυξάνοντας τις ώρες λειτουργίας τους, (3) η προοπτική των υψηλών τιμών δικαιωμάτων εξηγεί τις χαμηλές τιμές των λιγνιτικών στην δημοπρασία της ΔΕΗ και την αγωνία για την παροχή ΑΔΙ, (4) η νέα μονάδα Πτολεμαϊς V φαίνεται ότι θα είναι ζημιογόνος και καλό θα ήταν να εξετασθεί η μετατροπή της σε ΦΑ πρίν συνεχιστούν οι αγορές του μηχανολογικού εξοπλισμού της.

Ο κόσμος όμως δεν θα σταματήσει το 2030. Η ΕΕπ έχει ήδη επεξεργαστεί σενάρια μεχρι το 2070 με μείωση των συνολικών εκπομπών της τάξης του 85-95% το 2050 όπως επιβάλλεται από τις αποφάσεις του Συμφωνίας των Παρισσίων του 2015. Κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια αυτή θα παίξει η τιμή των δικαιωμάτων που εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα εφόσον υπάρξει η πολιτική βούληση στην ΕΕν για την συνέχεια της προσπάθειας αντιμετώπισης της Κλιματικής Αλλαγής. 

Ετσι και μετά το 2030, η Πτολεμαΐδα V και ίσως η Μελίτη ΙΙ αν ποτέ κατασκευαστεί θα λειτουργούν με μεγάλο μειονέκτημα σε σχέση με τους σταθμούς ΦΑ και μάλιστα τους δύο νέους με απόδοση 60% που σχεδιάζονται για τα επόμενα χρόνια (Μυτιληναίος και Κοπελούζος). 

Για την επίτευξη των τόσο φιλόδοξων στόχων της ΕΕν για μείωση κατά 85-95% ως το 2050 θα απαιτηθεί και η μείωση των εκπομπών εκτός ΕΤS. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) εκτιμά ότι το 2030 οι εκτός-ETS εκπομπές φτάνουν μονο τα 44.5εκατ. πολύ κάτω από το όριο (54εκατ.) που ορίστηκε για την Ελλάδα βάσει του Κανονισμού (EU)2018/842. 

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα έχει μεγάλη περίσσεια αντιστοίχων δικαιωμάτων μειώσεων εκτός-ETS (συχνά αναφερόμενα ως AEA) αλλά και δυνατότητες περαιτέρω μείωσης και κάτω των 44.5εκατ. βάσει πρόσθετων μέτρων. 

Επειδή η ΕΕν θα είναι συνολικά ελλειματική, δημιουργείται ήδη μία νέα αγορά στην οποία επειδή η Ελλάδα έχει πλεόνασμα (εκτιμώμενο στα ca. 40εκατ. AEA την δεκατία 2020-30) θα μπορέσει να προσβλέπει σε σημαντικά έσοδα από πωλήσεις ΑΕΑ σε άλλα Κράτη-Μέλη. 

-----------------------

*Το άρθρο του κ. Δημήτρη Λάλα περιλαμβάνεται στην έκδοση GREEK ENERGY 2019 που κυκλοφορεί για 8η χρονιά το επιτελείο του energypress

 



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα