Δρ. Αντώνης Μεταξάς*: Γιατί το "τέλος ΑΠΕ" πρέπει άμεσα να μετονομασθεί
Με ιδιαίτερη επίταση διεξάγεται το τελευταίο διάστημα μια εξόχως επίκαιρη και σημαντική συζήτηση σε σχέση με το αποκαλούμενο "Ειδικό Τέλος ΑΠΕ". Συναφής, άμεσα συνδεόμενη, αλλά όχι ταυτόσημη θεματική συνιστά η επίσης επίκαιρη συζήτηση για την προοπτική μείωσης των εγγυημένων τιμών για την παραγόμενη από ΑΠΕ (με ιδιαίτερη επικέντρωση στον κλάδο των φωτοβολταϊκών) ενέργεια στη χώρα μας. Θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο και πάλι να υπομνησθεί ότι προϋπόθεση μιας νηφάλιας και δημιουργικής δημόσιας συζήτησης, η οποία θα υποβοηθήσει και στη λήψη ισορροπημένων ρυθμιστικών και πολιτικών αποφάσεων στο εγγύς μέλλον για τα προαναφερθέντα εξόχως κρίσιμα για την ανάπτυξη της εγχώριας ενεργειακής αγοράς θέματα, είναι οι υποστηριζόμενες θέσεις να μην διατυπώνονται ερήμην, αλλά σε στοιχειώδη έστω συστοίχιση με τα ισχύοντα επιστημονικά δεδομένα. Τούτο σε τελική ανάλυση διαφοροποιεί τη συγκροτημένη επιχειρηματολογία από τη δυστυχώς διαδεδομένη στη χώρα μας συνθηματολογία.
Μετά από αυτή την εισαγωγική παρατήρηση, ας εκκινήσουμε τη διατύπωση των παρακάτω συνοπτικών σκέψεων με κάποιες χρήσιμες ορολογικές αποσαφηνίσεις. Κατ' αρχάς, ας καταγράψουμε το προφανές: Ο ουσιαστικός διάλογος και η σοβαρή συν-εννόηση προϋποθέτει τη χρήση όρων με ακριβές ως προς την πραγματολογική τους αναφορά και ταυτόσημο για τους συζητώντες σημασιολογικό περιεχόμενο. Στο πλαίσιο αυτό είναι, θεωρώ, και σημειολογικά αλλά και ουσιαστικά απαραίτητο το λεγόμενο "Ειδικό Τέλος ΑΠΕ" άμεσα να μετονομασθεί. Θα μπορούσε να γίνει ενδεχομένως κάποια συζήτηση, της οποίας την έκβαση δεν θα επιθυμούσα εδώ να προκαταλάβω, για την ορθότερη λεκτική του αποτύπωση ("Ειδικό Τέλος Διοξειδίου Άνθρακα", "Ειδικό Τέλος Κλιματικής Αλλαγής", "Ειδικό Τέλος Κάλυψης των ελλειμμάτων του Διαχειριστή Συστήματος" λ.χ.;), σε κάθε περίπτωση όμως συνιστά παραχάραξη με ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις που οδηγούν στον αποπροσανατολισμό του δημόσιου διαλόγου η συνέχιση της υιοθέτησης του εν λόγω παγίως χρησιμοποιούμενου όρου. Και τούτο διότι παρά το γεγονός ότι πολλές απόψεις διατυπώνονται για το "υπερβολικά υψηλό κόστος του μηχανισμού προώθησης των ΑΠΕ" (δεν αξιολογώ εδώ την επιστημονική και τεχνοκρατική τους στοιχειοθέτηση και πειστικότητα), ουδείς πλέον ισχυρίζεται σοβαρά ότι το λεγόμενο "τέλος ΑΠΕ" αντιπροσωπεύει το αληθές ύψος των ενισχύσεων που καταβάλλονται πράγματι για την προώθηση των ΑΠΕ στην χώρα μας. Επίσης, ουδείς έχων στοιχειώδη γνώση της ισχύουσας κατάστασης σήμερα αρνείται το γεγονός ότι το εν λόγω τέλος καταλαμβάνει εν τοις πράγμασι εντελώς άσχετες προς τις ΑΠΕ ενισχύσεις. Αν όμως συμφωνούμε έστω σε αυτές τις βασικές επισημάνσεις και παρά τις διαφορετικές τροπές που λαμβάνει η θεώρηση που από εκεί και πέρα υιοθετεί ο καθένας ανάλογα με το πρίσμα υπό το οποίο προσεγγίζει τα πράγματα, γιατί άραγε να συντηρείται μια ορολογική προσήλωση σε μια διατύπωση, η οποία, ούσα προφανώς ανακριβής, συσκοτίζει τις θεμελειακές παραμέτρους της προβληματικής που βρίσκεται στο επίκεντρο του διεξαγόμενου δημόσιου διαλόγου; Είναι τυχαία αυτή η λεκτική προσκόλληση σε μια ψευδεπίγραφη ετικέτα; Είναι επίσης σαφές ότι δεν ηχούν πειστικά απόψεις που ενδέχεται να αντιτάξουν σε αυτή την πρόταση που διατυπώνουμε εδώ για άμεση μετονομασία του αποκαλούμενου "ειδικού τέλους ΑΠΕ", ότι η προτεινόμενη διαφοροποίηση είναι αμιγώς ορολογικού χαρακτήρα. Και αυτό γιατί πέρα από τις σαφείς επικοινωνιακές προεκτάσεις και αρνητικούς συνειρμούς που δια του κατάλληλου λεκτικού μανδύα δημιουργεί ο καταλογισμός μιας "ευθύνης" στις ΑΠΕ, η οποία προφανώς δεν τους αναλογεί, αυτή η εσφαλμένη προσέγγιση κατοχυρούμενη πίσω από τη ψευδεπίγραφη ορολογία κατατείνει στη νομιμοποίηση ενός κεντρικού επιχειρήματος, το οποίο θέλει τις ΑΠΕ "να επιβαρύνουν υπερβολικά το κόστος της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας". Βασιζόμενοι σε αυτό το επιχείρημα πολλοί φορείς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης αλλά και φορείς συλλογικής εκπροσώπησης επιχειρηματικών κλάδων που διατυπώνουν υπεύθυνο θεσμικό λόγο (λ.χ. ο φορέας εκπροσώπησης των βιομηχανικών καταναλωτών, η ΕΒΙΚΕΝ) ζητούν πλέον ανοικτά την ανάσχεση της ανάπτυξης των ΑΠΕ στη χώρα, την αναπροσαρμογή των στόχων ενόψει του 2020, την ευνοϊκή φορολογική αντιμετώπιση του λιγνίτη και άλλων "φθηνών" πηγών ενέργειας κλπ.
Το παρόν κείμενο δεν σκοπεί στην κριτική αξιολόγηση αυτών των επιχειρημάτων, θα αδικούσε άλλωστε τη σοβαρότητα του θέματος μια συνοπτική κριτική αφοριστική αναφορά, παρά το γεγονός ότι η πειστικότητα κάποιων από τα προαναφερθέντα "αιτήματα" αμβλύνεται ήδη από την αυτοαναφορικότητά τους και την αξιωματική τους εκφορά, η οποία παραγνωρίζει ουσιώδεις παραμέτρους που οφείλει να λαμβάνει υπόψη, αν όχι ο εκφράζων συλλογικά κλαδικά συμφέροντα και ανάγκες, τουλάχιστον ο έχων την ευθύνη λήψης ισορροπημένων και μακροπρόθεσμα έγκυρων ρυθμιστικών και πολιτικών αποφάσεων. Λ.χ. το ζήτημα του λιγνίτη και των άλλων "φθηνών" πηγών ενέργειας δεν μπορεί να προσεγγίζεται με ορίζοντα προγραμματισμού το προσεχές έτος ή διετία και ερήμην οικονομικών και νομικών παραμέτρων που έχουν ήδη σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο (και) κανονιστικά θεσπισθεί. Αντιθέτως, πρέπει εδώ να επισημάνουμε ότι στο ήδη συγκροτημένο πλαίσιο αυτό, η ανάπτυξη των ΑΠΕ παρουσιάζεται ως ένας κοινός τόπος και στόχος, ο οποίος μάλιστα μόνο εθνική μας ιδιαιτερότητα δεν συνιστά, όπως αποδεικνύει στοιχειωδώς οξυδερκής παρατήρηση των ιεραρχήσεων που υιοθετούν και άλλα κράτη διεθνώς (με πιο οικείο, λόγω του κυοφορούμενου Project Helios, το παράδειγμα της Γερμανίας). Κατ΄αυτή την έννοια συνιστά στρεβλή και κοντόθωρη θεώρηση να προσεγγίζεται η αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ στη χώρα μας ως "καπρίτσιο" και μάλιστα "ακριβό" ή αυτοσκοπός, αλλά αντίθετα ως αυτό που πράγματι είναι: Αναγκαία στρατηγική επιλογή επιβαλλόμενη από τα, σημειωτέον, ήδη παρόντα και υφιστάμενα, οικονομικά, νομικά και γεωστρατηγικά δεδομένα, εντός των οποίων και η Ελλάδα υποχρεούται πλέον, θέλοντας και μη, να κινηθεί.
Είναι εξάλλου σαφές ότι εχθρός της σοβαρής προσέγγισης πολυπαραγοντικών θεμάτων, όπως αυτό της επιλογής του βέλτιστου ενεργειακού μείγματος μιας χώρας, είναι η, δυστυχώς οικεία στο δημόσιο διάλογο της χώρας μας, υπεραπλούστευση. Στο πλαίσιο αυτό θεωρώ εξαιρετικά χρήσιμο το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα έχουν δει το φως της δημοσιότητας αναλύσεις και μελέτες, οι οποίες επιχειρούν να προσεγγίσουν με επιστημονική μεθοδολογία το ζήτημα της ακριβούς αποτίμησης του κόστους αλλά και οφέλους που προκύπτει από τη διείσδυση των ΑΠΕ στο ηλεκτρικό μας σύστημα (βλ. λ.χ. τη σχετική μελέτη του ΣΕΗΕ/ΙΟΒΕ (Ιούλιος 2011), αυτή του ΕΣΗΑΠΕ/ΕΜΠ υπό την επιστημονική καθοδήγηση του Καθηγητή κ. Κάπρου, όπως επίσης τη σχετική μελέτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να ακούσει κανείς μια διεξοδική, επιστημονικά τεκμηριωμένη αντίκρουση του βασικού πορίσματος αυτών των επιστημονικών προσεγγίσεων, οι οποίες λίγο πολύ καταλήγουν στο κοινό συμπέρασμα ότι η εισδοχή των ΑΠΕ στο σύστημα κατατείνει στη μείωση και όχι στην αύξηση της τιμής προμήθειας της ηλεκτρικής ενέργειας σήμερα στη χώρα μας. Μια πιθανή τέτοια επιστημονική αντίκρουση θα συνιστούσε, στο μέτρο, εννοείται, που μπορεί να συγκροτηθεί και βάσιμα να στοιχειοθετηθεί, μια δημιουργική εισφορά σε μια κρίσιμη συζήτηση που πρέπει να γίνει, συν τοις άλλοις γιατί ακουμπά σημαντικά διακυβεύματα για τον τόπο, όπως είναι αυτό της επιλογής του βέλτιστου ενεργειακού μοντέλου που πρέπει να υιοθετήσουμε ως χώρα και στη συνέχεια να υποστηρίξουμε με κατάλληλες πολιτικές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ας επικεντρωθεί η καταληκτική μου επισήμανση-προτροπή στη δημιουργία της βασικής προϋπόθεσης για μια ειλικρινή δημόσια συνεννόηση, δηλαδή τη συστοίχιση των κομβικών όρων που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο μιας δημόσιας συζήτησης με το ακριβές τους πραγματολογικό περιεχόμενο: Ας σταματήσει η χρήση του ψευδεπίγραφου όρου "Τέλος ΑΠΕ". Εξάλλου οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών επιβεβαιώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο ότι η ορολογία και οι λεκτικές επιλογές μπορεί να συνιστούν το αναγκαίο ή σε κάθε περίπτωση "βολικό" όχημα κάθε δραστικής επικοινωνιακής συσκότισης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η "παραμορφωτική" παρουσίαση σε μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ μιας απόλυτα ισορροπημένης ρυθμιστικής παρέμβασης που αποτυπώνεται στην πρόσφατη απολύτως εύστοχη ανακοίνωση της ΡΑΕ με τις προτάσεις της Αρχής για την ενίσχυση του "Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ" (http://www.rae.gr/site/categories_new/about_rae/factsheets/131010_apeacc...) ως πρόταση "που εξωθεί σε αυξήσεις των τιμολογίων της ΔΕΗ για χάρη των πολύ ακριβών ΑΠΕ". Είναι σαφές ότι οι βολικοί "αποδιοπομπαίοι τράγοι" είναι πάντα χρήσιμοι...
---------------------------------
*Managing Partner, "Metaxas & Associates - Attorneys at Law"