Ενεργειακή αναβάθμιση του δομημένου περιβάλλοντος για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης
του Ματθαίου Σανταμούρη

Ενεργειακή αναβάθμιση του δομημένου περιβάλλοντος για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης

16 06 2015 | 07:58

Είναι πλήρως αποδεκτό ότι το κτιριακό απόθεμα της χώρας παρουσιάζει εξαιρετικά υψηλή ενεργειακή κατανάλωση καθώς και μη επαρκή ποιότητα εσωτερικού περιβάλλοντος. Παράλληλα είναι επαρκώς αποδεδειγμένο ότι η αστική κλιματική μεταβολή σε συνδυασμό για την γενικότερη κλιματική αλλαγή έχουν αυξήσει σημαντικά την θερμοκρασία των πόλεων μας, έχουν επιμηκύνει τα διαστήματα με υψηλή θερμοκρασία ενώ η συχνότητα εμφάνισης καυσώνων έχει αυξηθεί σημαντικά.

Τα παραπάνω σαφώς ορισμένα προβλήματα του δομημένου περιβάλλοντος έχουν αξιοσημείωτες συνέπειες στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική κατάσταση της χώρας και επιβαρύνουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των συμπολιτών μας. Συγκεκριμένα, η αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων εξαιτίας των υψηλών θερινών θερμοκρασιών, η σημαντική επίδραση στην υγεία και την αίσθηση θερμικής άνεσης των πολιτών καθώς η εξαιρετικά σημαντική άνοδος της ενεργειακής φτώχειας στην χώρα εξαιτίας της προφανούς αδυναμίας των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος να καλύψουν έστω και τις στοιχειώδεις ενεργειακές τους ανάγκες, δημιουργεί ένα ασφυκτικά πιεστικό πλαίσιο για την χώρα που απαιτεί άμεσες πειστικές και αποδοτικές πολιτικές και τεχνολογικές λύσεις που δεν μπορούν πλέον να αναβληθούν για το μέλλον.

Αποσπασματικές δράσεις

Οι απαντήσεις στα παραπάνω προβλήματα του δομημένου περιβάλλοντος είναι προφανείς, επαρκώς μελετημένες και τεχνολογικά και οικονομικά εφικτές. Η έως σήμερα αδυναμία ολοκληρωμένου ενεργειακού σχεδιασμού εξάντλησε την όποια δραστηριότητα της σε επιμέρους αποσπασματικές δράσεις που ελάχιστα επηρέασαν ή βελτίωσαν τις ενεργειακές και περιβαλλοντικές συνιστώσες του δομημένου χώρου.

Και αυτό διότι οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν απέτυχαν να δημιουργήσουν και να ενσωματώσουν στην κτιριακή αγορά σύγχρονα και έξυπνα οικονομικά και πολιτικά εργαλεία κατάλληλα για επεμβάσεις μεγάλης κλίμακας και εμβελείας.

Οι δράσεις που δρομολογήθηκαν, στηρίχτηκαν στην ισχυρή επιχορήγηση από κοινοτικούς κυρίως πόρους δράσεων εξοικονόμησης ενεργείας σε μεμονωμένα κτίρια και πιο σπάνια δράσεων περιορισμένων αστικών επιδεικτικών βιοκλιματικών μετασχηματισμών. Τα προγράμματα αυτά προφανώς επέφεραν σημαντικά οφέλη στους επιχορηγούμενους πολίτες καθώς και στους εμπλεκομένους επιχειρηματίες και ομολογούμενα στήριξαν την κτιριακή αγορά σε μια πολύ δύσκολη εποχή.

Όμως μια ψύχραιμη και αντικειμενική αξιολόγηση των δράσεων αυτών εύκολα διαπιστώνει ότι είναι αφενός αδύνατον ένα μοντέλο ισχυρών κρατικών επιχορηγήσεων να εφαρμοστεί στο μεγάλο μέρος του ιδιωτικού κτιριακού αποθέματος, απλά εξ αιτίας της ανυπαρξίας των σχετικών κεφαλαίων. Παράλληλα διαπιστώνεται ότι η πιθανά επιτευχθείσα εξοικονόμηση ενεργείας σε εθνικό επίπεδο τόσο στα ιδιωτικά όσο και στα κρατικά κτίρια είναι στατιστικά απροσδιόριστη και φαντάζει σχεδόν αμελητέα.

Είναι εξοργιστικό ότι δεν υπάρχει μια ειλικρινής σοβαρή τεχνολογική αξιολόγηση της ενεργείας που εξοικονομήθηκε μέσα από τα προγράμματα που εφαρμόστηκαν. Η χώρα δεν γνωρίζει ποσό στοίχισε κάθε εξοικονομούμενη κιλοβατώρα αφενός διότι δεν υπάρχουν σοβαρές πειραματικές μετρήσεις ενεργειακής κατανάλωσης πριν και μετά τις εφαρμογές, ούτε και επαρκής έλεγχος των ποιοτικών χαρακτηριστικών των συστημάτων που εγκαταστάθηκαν.

Η απλή χρήση ενός απλοποιημένου θεωρητικού αλγορίθμου υπολογισμού των ενεργειακών αναγκών δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μια επαρκή και πειστική αξιολόγηση των δράσεων έστω και εάν αυτή η διαδικασία είναι αποδεκτή από τους Ευρωπαϊκούς κανονισμούς.

Μεσαία Τάξη

Ταυτόχρονα, από τα ελάχιστα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία που προσφέρονται από τις τράπεζες και τους κρατικούς φορείς αλλά και από την σχετική εμπειρία όλων των εμπλεκόμενων εμπορικών φορέων διαπιστώνεται ότι είναι κυρίως η μεσαία τάξη πολιτών που έκανε χρήση και επωφελήθηκε από τις σχετικές επιδοτήσεις. Δυστυχώς οι πολίτες πολύ χαμηλού εισοδήματος αδυνατούν να έχουν πρόσβαση στην απαραίτητη πληροφορία και τους μηχανισμούς εφαρμογής και παραμένουν σιωπηλά εκτός του όλου πλαισίου της κρατικής υποστήριξης.

Από την άλλη πλευρά οφείλει κάνεις να ομολογήσει ότι παρά την κριτική και τις αδυναμίες οι δράσεις αυτές αποτέλεσαν την πρώτη οργανωμένη κρατική προσπάθεια αντιμετώπισης των ενεργειακών και περιβαλλοντικών προβλημάτων του δομημένου περιβάλλοντος και άρα θα πρέπει να αξιολογηθούν με θετικό πρόσημο και ασφαλώς με σχετική επιείκεια.

Είναι λοιπόν σαφές ότι οι οποίες πολιτικές σχεδιαστούν στο παρόν και στο μέλλον, εάν σχεδιαστούν, οφείλουν να στηριχτούν αφενός σε οικονομικά εργαλεία μεγάλης εμβελείας που δεν προϋποθέτουν ισχυρές εθνικές επιχορηγήσεις και διάθεση κρατικών η κοινοτικών κονδυλίων, αφετέρου σε ένα εθνικό πλάνο με σαφείς ποσοτικούς και ποιοτικούς οικονομικούς, τεχνολογικούς και κοινωνικούς στόχους  ενώ θα πρέπει να συνοδεύονται από αντικειμενικούς επιστημονικούς μηχανισμούς πραγματικής και όχι εικονικής αξιολόγησης των σχετικών δράσεων.

Αναβάθμιση

Η ψήφιση πριν από μερικά χρόνια της κοινοτικής νομοθεσίας για την χρηματοδότηση ενεργειακών έργων στον κτιριακό χώρο από ‘τρίτους’ δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες για προσέλκυση σημαντικών κεφαλαίων από το εξωτερικό ώστε να χρηματοδοτηθούν μεγάλα έργα ενεργειακής αναβάθμισης στον δημόσιο τομέα και στον εμπορικό ιδιωτικό χώρο.

Είναι γνωστό ότι τα διαθέσιμα κεφάλαια εκτός χώρας για τέτοιου είδους επενδύσεις είναι τεραστία ενώ υπάρχει πλήρης οικονομική και τεχνολογική τεχνογνωσία για τις σχετικές συμβάσεις και επενδύσεις. Εάν απλά το δημόσιο αποφάσιζε να προχωρήσει σε ενεργειακή αναβάθμιση του μεγάλου μέρους του κτιριακού αποθέματος που του ανήκει τα οφέλη  που θα προέκυπταν θα ήταν γιγαντιαία.

Θα αναπτυσσόταν μια πολύ σημαντική οικονομική δραστηριότητα με μεγάλα έσοδα από τους εμέσους και αμέσους φόρους, θα υπήρχε μια σημαντική βιομηχανική δραστηριότητα από την αυξημένη απορρόφηση δομικών βιομηχανικών προϊόντων που κυρίως παράγονται στην χώρα, θα μειωνόταν η ανεργία στον χώρο και θα υπήρξε δραματική μείωση της ενεργειακής δαπάνης του κρατικού τομέα ενώ θα μειωνόταν σημαντικά οι εκπομπές αέριων του θερμοκηπίου και θα βελτιωνόταν η παραγωγικότητα του κρατικού τομέα. Και όλα αυτά χωρίς να υπάρξει η παραμικρή δαπάνη από τα δημόσια ταμεία.

Χρηματοδότηση από τρίτους

Η ανάπτυξη ειδικών τομεακών προγραμμάτων αναβάθμισης των δημοσίων κτιρίων από τρίτους, όπως για παράδειγμα τα κρατικά νοσοκομεία ή τα κτίρια των υπουργείων, θα μπορούσε να ήταν μια αρχή αρκεί να επιλυθούν τα χρόνια γραφειοκρατικά προβλήματα του δημόσιου και να υπάρξει αυξημένη και ουσιαστική πολιτική βούληση. 

Ένα παρόμοιο μοντέλο θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα μεγάλα ιδιωτικά εμπορικά κτίρια όπου υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον τόσο για ενεργειακές αναβαθμίσεις όσο και για επενδύσεις βελτίωσης των σχετικών υποδομών. Κλασσική περίπτωση αποτελεί το ξενοδοχειακό κτιριακό απόθεμα που χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλή ενεργειακή κατανάλωση την θερινή περίοδο γεγονός που μειώνει σημαντικά την ανταγωνιστικά των τουριστικών μονάδων. 

Όμως και οι γραφειακές εγκαταστάσεις και οι υπόλοιπες μεγάλες ιδιωτικές κτιριακές υποδομές θα μπορούσαν να επωφεληθούν σημαντικά από μια τέτοια δραστηριότητα και να αυξήσουν την σχετική οικονομική δραστηριότητα. Θα πρέπει ασφαλώς να σημειωθεί ότι οι διαδικασίες αυτές στηρίζονται σε πραγματική επαλήθευση της εξοικονομούμενης ενεργείας με αποτέλεσμα να υπάρχουν πλέον διαθέσιμα ουσιαστικά και όχι εικονικά δεδομένα του ενεργειακού ισοζυγίου των κτιρίων.

Ιδιωτική κατοικία

Θα μπορούσε η χρηματοδότηση από τρίτους να εφαρμοστεί και στον τομέα της ιδιωτικής κατοικίας; Όχι ασφαλώς με τα ιδία χαρακτηριστικά όπως στα μεγάλα δημόσια η ιδιωτικά κτίρια καθώς δεν υπάρχει το επενδυτικό ενδιαφέρον από τους επενδυτές.

Στην περίπτωση αυτή οι μεγάλες κρατικές αλλά και ιδιωτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ενεργείας, όπως πχ η ΔΕΗ η οι εταιρείες παροχής φυσικού αερίου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον άξονα και τον μοχλό ειδικών επενδυτικών σχεδίων που θα απευθυνόταν στον χώρο της κατοικίας.

Μέσα από την δημιουργία κοινοπραξιών ανάμεσα στις ενεργειακές εταιρείες με ιδιωτικές εμπορικές και βιομηχανικές μονάδες παράγωγης και εμπορίας ενεργειακών προϊόντων για τον κτιριακό τομέα, πχ βιομηχανίες μονωτικών υλικών, θερμομονωτικών παραθύρων, συστημάτων θέρμανσης κλπ, αλλά και τους μελετητές και τους κατασκευαστές και εγκαταστάτες κτιριακών συστημάτων, θα μπορούσαν να αναληφθούν μαζικές δράσεις ανακαίνισης πολυκατοικιών και άλλων κτιρίων με αποπληρωμή σταδιακά και σε βάθος χρόνου μέσα από τους λογαριασμούς της ηλεκτρικής ενεργείας η του φυσικού αερίου.

Μια τέτοια δραστηριότητα θα έπρεπε να δώσει προτεραιότητα στις περιοχές και στα κτίρια χαμηλού εισοδήματος.  Τα οφέλη θα ήταν τεραστία τόσο για την εθνική οικονομία όσο και για τους απλούς πολίτες. Μια τέτοια προσπάθεια σχεδιάστηκε και υπογράφηκε το 2011 ανάμεσα στην ΔΕΗ και το ΚΑΠΕ ποτέ όμως δεν μπόρεσε να γίνει πραγματικότητα. Ίσως αξίζει να το ξαναπροσπαθήσουν.  

Του Ματθαίου Σανταμούρη

Ομάδα Μελετών Κτιριακού Περιβάλλοντος, Τμήμα Φυσικής, Πανεπιστήμιο Αθηνών

(το άρθρο περιλαμβάνεται στην έκδοση GREEK ENERGY 2015)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM