Η κρίση «σκοτώνει» την πράσινη ανάπτυξη
«Όταν η πολιτική που έχει στο επίκεντρό της την οικονομική ανάπτυξη βρίσκεται αντιμέτωπη με την πολιτική η οποία στοχεύει στη μείωση των εκπομπών αερίων, τότε η οικονομική ανάπτυξη θα αναδεικνύεται πάντοτε νικήτρια». Αυτός, σύμφωνα με τον Ρότζερ Πίλκε, καθηγητή Περιβαλλοντολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, είναι ένας «Απαράβατος Κανόνας», ο οποίος καθορίζει την κυριαρχία της οικονομίας και στο θέμα της κλιματικής αλλαγής. Επιβεβαιώθηκε δε πανηγυρικά με το σχέδιο που παρουσίασε αυτή την εβδομάδα η Κομισιόν για τις επόμενες δεκαετίες -ενόψει και της νέας διεθνούς διάσκεψης που πρέπει να γίνει ως το 2015, θέτοντας το πλαίσιο που θα διαδεχθεί το (αμφιλεγόμενο) Σύμφωνο του Κιότο.
«Η στρατηγική της Κομισιόν για το 2030 αντανακλά μια νέα αίσθηση πραγματισμού, σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομική ανάπτυξη είναι αργή, ενώ οι μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και του Καναδά, περιορίζουν τις δεσμεύσεις τους αναφορικά με την κλιματική αλλαγή», σημείωνε χαρακτηριστικά το πρακτορείο Reuters. Κι αυτό, τη στιγμή που μεγάλες επιχειρήσεις απειλούσαν ότι εάν δεν... χαμηλώσει ο πήχυς, θα μεταφέρουν την παραγωγή τους εκτός Ευρώπης.
Αναθεώρηση
Έτσι, οι Βρυξέλλες έθεσαν τέλος στα μεγαλεπήβολα σχέδια, αναθεωρώντας την «Αγία Τριάδα» των στόχων που είχαν τεθεί από τους εταίρους της Ε.Ε. το 2007, με ορίζοντα το 2020: τη μείωση κατά 20% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, τη συμμετοχή κατά τουλάχιστον 20% των ανανεώσιμων πηγών στο ενεργειακό «χαρτοφυλάκιο» της Ευρώπης και την αύξηση κατά 20% της ενεργειακής αποδοτικότητας, με μέτρα για τα κτίρια, τις μεταφορές κ.λπ.
Πλέον, ο νέος «οδικός χάρτης» ρίχνει όλο το βάρος στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου -κατά 40% σε σχέση με το 1990 μέχρι το 2030- με αξιοποίηση του συστήματος εμπορίας ρύπων και με τα κράτη-μέλη να επιλέγουν τον τρόπο (για παράδειγμα, οι Βρετανοί το κάνουν κατασκευάζοντας νέους πυρηνικούς αντιδραστήρες, οι οποίοι δεν εκπέμπουν διοξείδιο).
Οι άλλες δύο πλευρές υποβαθμίζονται σημαντικά. Για τις ανανεώσιμες πηγές, ναι μεν παραμένει ο στόχος του 20% ως το 2020, στη συνέχεια όμως παύει να ισχύει οποιαδήποτε δέσμευση και η Κομισιόν απλώς «συστήνει» στα μέλη της Ε.Ε. να ανεβάσουν το ποσοστό στο 27%. Όσο για την ενεργειακή αποδοτικότητα, ουσιαστικά επαφίεται στον... πατριωτισμό των Ευρωπαίων. Η αιτία είναι ότι και αμφότερες βασίζονται σε ένα σύστημα γενναιόδωρων επιδοτήσεων από τα κρατικά ταμεία. Όμως, εξαιτίας της λιτότητας και των περικοπών στις περισσότερες χώρες, οι συγκεκριμένες δαπάνες (60 δις ευρώ ετησίως σε όλη την Ε.Ε.) θεωρούνται πλέον περιττές και οι σχετικοί στόχοι πολυτέλεια. Εδώ κινδυνεύουμε να μην έχουμε λεφτά για μισθούς και συντάξεις, το περιβάλλον θα κοιτάμε -σκέφτονται οι κυβερνώντες.
Εντονη αντίδραση
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η στροφή της Κομισιόν έγινε παρά την έντονη αντίδραση που προέβαλε η Γερμανία, η οποία είναι πρωτοπόρος στην «πράσινη ενέργεια» σε όλη την Ευρώπη (και σε όλο τον κόσμο) και επιδιώκει να επιβάλει το δικό της μοντέλο στους εταίρους της. Ήδη, πέρυσι, το ποσοστό των ανανεώσιμων πηγών στην παραγωγή ηλεκτρισμού έφτασε το 23,4%, ενώ στόχος είναι ως το 2050 να φτάσει το 80%. Για να συμβεί όμως αυτό, κάθε γερμανικό νοικοκυριό επιβαρύνεται με περίπου 260 ευρώ ετησίως -ένα ποσό που, προφανώς, για τους κατοίκους των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών είναι δυσβάσταχτο στις σημερινές συνθήκες.
Αλλά και όσον αφορά τη βιομηχανία, οι Γερμανοί εκμεταλλεύονται την οικονομική τους ευρωστία και τα πλεονάσματά τους καθώς, προκειμένου να μην επιβαρύνουν τις ενεργοβόρες μονάδες με επιπλέον κόστος, έχουν θεσπίσει σειρά απαλλαγών, με τη διαφορά να επιβαρύνει τον προϋπολογισμό και τους απλούς καταναλωτές. Μάλιστα, η Κομισιόν θεωρεί ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια... καραμπινάτη κρατική επιδότηση, με αποτέλεσμα ο Χοακίν Αλμούνια να απειλεί το Βερολίνο με κυρώσεις και πρόστιμα!
ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Τριπλό κόστος έναντι των ΗΠΑ
«Το υψηλό κόστος των μη ανταγωνιστικών τεχνολογιών προκειμένου να μειωθεί η χρήση άνθρακα στην παραγωγή ενέργειας δεν μπορεί να επιβαρύνει τις εταιρείες μας, επιπλέον των ήδη μη ανταγωνιστικών τιμών της ενέργειας». Αυτό ανέφεραν, σε επιστολή τους προς την Κομισιόν, οι επικεφαλής 14 μεγάλων και ιδιαιτέρως ενεργοβόρων βιομηχανιών της Ευρώπης. Ανάμεσά τους ήταν και ο Λακσμί Μιτάλ, μεγαλομέτοχος της Arcelor Mittal, ο οποίος σημείωνε σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στους Financial Times, στις 21 Ιανουαρίου: «Η στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, που συντελείται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, δεν διέπεται από μία φιλική προς την αγορά και αποτελεσματική ως προς το κόστος λογική».
Βασικό επιχείρημα του Μιτάλ, όπως και πολλών άλλων, είναι ότι το βιομηχανικό κόστος του ηλεκτρισμού στην Ευρώπη είναι υπερδιπλάσιο σε σχέση με τις ΗΠΑ, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου για τον κλάδο είναι τέσσερις φορές υψηλότερες -ειδικά μετά την «επανάσταση» που έχει οδηγήσει στην εκμετάλλευση των σχιστολιθικών κοιτασμάτων στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Υπό αυτές τις συνθήκες, σημειώνουν, οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες δεν έχουν καμία τύχη στις διεθνείς αγορές -και πιέζουν, εκτός των άλλων για σκληρή διαπραγμάτευση με τους Ρώσους, προκειμένου η Gazprom να κάνει γενναίες μειώσεις.
(του Γ. Παυλόπουλου, Ημερησία, 25/1/2014)