Φρένο στις αυτόματες ακυρώσεις δικαιωμάτων ETS επιδιώκουν να βάλουν τα κράτη της ΕΕ - Τι προβλέπει το νέο σχέδιο
Σε μια προσπάθεια να περιορίσει τον κίνδυνο απότομων αυξήσεων στις τιμές των δικαιωμάτων άνθρακα και να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν να αλλάξουν προσωρινά τους κανόνες για τη διαχείριση των πλεοναζόντων δικαιωμάτων εκπομπών.
Οι πρέσβεις των κρατών-μελών συμφώνησαν την Τετάρτη να σταματήσει, έως το τέλος του 2030, η αυτόματη ακύρωση των δικαιωμάτων άνθρακα που υπερβαίνουν το σημερινό όριο των 400 εκατομμυρίων στο Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς (Market Stability Reserve - MSR).
Από το 2031, το όριο πάνω από το οποίο τα πλεονάζοντα δικαιώματα θα ακυρώνονται αυξάνεται στα 800 εκατομμύρια.
Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένες πιέσεις στο ενεργειακό κόστος, καθώς η γεωπολιτική ένταση και η σύγκρουση με το Ιράν έχουν προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές καυσίμων.
Τι αλλάζει στην αγορά άνθρακα
Το ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS) αποτελεί βασικό εργαλείο της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Με βάση το σύστημα, οι μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής και άλλοι ρυπογόνοι φορείς υποχρεούνται να διαθέτουν δικαιώματα για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που προκαλούν.
Τα δικαιώματα αυτά διαπραγματεύονται στην αγορά και η τιμή τους μεταβάλλεται καθημερινά, ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση.
Για την αποφυγή μεγάλων ανισορροπιών δημιουργήθηκε το Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς. Όταν υπάρχουν περισσότερα δικαιώματα από όσα χρειάζεται η αγορά, μέρος τους αποσύρεται και μεταφέρεται στο αποθεματικό. Αντίστοιχα, σε περίπτωση σημαντικής αύξησης των τιμών, προβλέπεται η δυνατότητα διοχέτευσης δικαιωμάτων στην αγορά.
Μέχρι σήμερα, όταν το αποθεματικό ξεπερνά τα 400 εκατομμύρια δικαιώματα, τα επιπλέον δικαιώματα οδηγούνται σε ακύρωση.
Αυτό ακριβώς το σημείο αποφάσισαν να αλλάξουν τα κράτη-μέλη.
Έως το τέλος του 2030, τα δικαιώματα που βρίσκονται πάνω από το όριο των 400 εκατομμυρίων δεν θα ακυρώνονται. Θα παραμένουν στο αποθεματικό, δημιουργώντας ένα μεγαλύτερο «μαξιλάρι» το οποίο θα μπορεί να αξιοποιηθεί σε περίπτωση που η αγορά αντιμετωπίσει μελλοντικά έλλειψη προσφοράς και οι τιμές εκτιναχθούν.
Από την 1η Ιανουαρίου 2031, το όριο ακύρωσης διπλασιάζεται στα 800 εκατομμύρια δικαιώματα.
Στο επίκεντρο το ενεργειακό κόστος
Η απόφαση των κρατών-μελών συνδέεται άμεσα με τις πιέσεις που δέχονται οι ευρωπαϊκές οικονομίες από το υψηλό κόστος ενέργειας. Το ETS δεν αποτελεί την κύρια αιτία των αυξημένων τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Ωστόσο, η τιμή των δικαιωμάτων άνθρακα επηρεάζει το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα, γεγονός που έχει μεγαλύτερη σημασία για χώρες με υψηλή εξάρτηση από τον άνθρακα και το φυσικό αέριο.
Η επίδραση είναι συνεπώς διαφορετική από χώρα σε χώρα.
Σε οικονομίες με μεγάλο μερίδιο λιγνίτη, άνθρακα ή φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών μετακυλίεται σε μεγαλύτερο βαθμό στην τιμή του ηλεκτρισμού. Αντίθετα, σε χώρες με υψηλή συμμετοχή πυρηνικής και ανανεώσιμης ενέργειας η επίδραση είναι μικρότερη.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το κόστος του ETS αντιστοιχεί κατά μέσο όρο περίπου στο 11% των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, με σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Χώρες όπως η Πολωνία έχουν επανειλημμένα ζητήσει αλλαγές στους κανόνες, υποστηρίζοντας ότι η λειτουργία του συστήματος επιβαρύνει περισσότερο τις οικονομίες που εξακολουθούν να στηρίζονται σε ορυκτά καύσιμα.
Διαφορετική πρόταση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η συμφωνία των κυβερνήσεων δεν αποτελεί ακόμη την τελική απόφαση. Το Συμβούλιο της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να καταλήξουν σε κοινό κείμενο, καθώς οι δύο πλευρές έχουν διαφορετικές θέσεις.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει προτείνει διαφορετικό χρονοδιάγραμμα για την αλλαγή του ορίου ακύρωσης. Η θέση του προβλέπει τη διατήρηση του ορίου των 400 εκατομμυρίων έως τις 28 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους και την αύξησή του στα 650 εκατομμύρια από την 1η Μαρτίου.
Οι διαφορές αυτές θα αποτελέσουν αντικείμενο των λεγόμενων «τριλόγων», των άτυπων διαπραγματεύσεων μεταξύ Συμβουλίου, Κοινοβουλίου και Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το Συμβούλιο έχει θέσει ως στόχο την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων έως το τέλος του 2026.
Η πρόταση της Κομισιόν
Η αλλαγή που συμφώνησαν τα κράτη-μέλη βασίζεται σε πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είχε παρουσιάσει τον Απρίλιο σχέδιο για την ενίσχυση της ευελιξίας του αποθεματικού.
Η Κομισιόν είχε προτείνει ακόμη πιο εκτεταμένες αλλαγές, μεταξύ άλλων την κατάργηση της αυτόματης ακύρωσης πλεοναζόντων δικαιωμάτων, ώστε το αποθεματικό να διαθέτει μεγαλύτερη «δύναμη πυρός» σε περίπτωση αναταράξεων στην αγορά.
Στο πλαίσιο της ευρύτερης μεταρρύθμισης του ETS μετά το 2030, η Επιτροπή έχει επίσης προτείνει να μειωθεί ο ετήσιος ρυθμός με τον οποίο μεταφέρονται πλεονάζοντα δικαιώματα στο αποθεματικό, από 24% σε 12% έως το 2040.
Παράλληλα, έχει προτείνει να μειώνονται σταδιακά, από το 2029 και μετά, τα όρια που ενεργοποιούν την απόσυρση ή την απελευθέρωση δικαιωμάτων, ώστε ο μηχανισμός να αντιδρά ταχύτερα στις μεταβολές της αγοράς.
Η δύσκολη ισορροπία
Πίσω από τις αλλαγές βρίσκεται ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα: η ΕΕ θέλει να διατηρήσει ισχυρά οικονομικά κίνητρα για τη μείωση των εκπομπών, χωρίς όμως η αγορά άνθρακα να επιβαρύνει υπερβολικά την οικονομία σε περιόδους ενεργειακών κρίσεων.
Η διατήρηση περισσότερων δικαιωμάτων στο αποθεματικό παρέχει ένα μεγαλύτερο απόθεμα ασφαλείας για μελλοντικές περιόδους περιορισμένης προσφοράς. Ταυτόχρονα, όμως, σημαίνει ότι περισσότερα δικαιώματα παραμένουν δυνητικά διαθέσιμα στο σύστημα αντί να ακυρώνονται οριστικά.
Για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, το μέτρο έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς το ενεργειακό κόστος παραμένει σημαντικός παράγοντας για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Για την ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική, το ζητούμενο είναι διαφορετικό: να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητα του ETS ως μηχανισμού μείωσης των εκπομπών, ενώ παράλληλα να περιοριστούν οι έντονες διακυμάνσεις που μπορούν να επιβαρύνουν τις τιμές ενέργειας.
Η τελική μορφή των νέων κανόνων θα κριθεί πλέον στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το αποτέλεσμα θα αποτελέσει μία ακόμη σημαντική παράμετρο για το πώς θα λειτουργεί η ευρωπαϊκή αγορά άνθρακα τα επόμενα χρόνια.