Π. Κάπρος: Οι αποφάσεις για το ETS είναι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση – Δεν συμφέρει τη χώρα να συνταχθεί με τους «σκεπτικιστές» της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής
του Παντελή Κάπρου

Παρέμβαση Κάπρου: Οι αποφάσεις για το ETS είναι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση – Δεν συμφέρει τη χώρα να συνταχθεί με τους «σκεπτικιστές» της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής

17 07 2026 | 07:30

Η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε μια φάση επαναπροσδιορισμού της στάσης της απέναντι στην κλιματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι απλώς τεχνική ή διαχειριστική. Είναι πρωτίστως πολιτική, με την έννοια ότι αφορά την κατεύθυνση που επιλέγει η χώρα σε ένα ζήτημα στρατηγικής σημασίας. Και αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί η Ελλάδα έχει ήδη υιοθετήσει, τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο, ιδιαίτερα φιλόδοξους κλιματικούς στόχους μέσω του κλιματικού νόμου και του ΕΣΕΚ.

Η συζήτηση γύρω από το ETS δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να προσαρμόσει το σύστημα στο νέο πλαίσιο των κλιματικών στόχων για το 2040, δηλαδή στη λογική της επόμενης δεκαετίας, όπου θα κριθεί αν η Ευρώπη παραμένει σε τροχιά επίτευξης των μακροπρόθεσμων δεσμεύσεών της. Σε αυτό το πλαίσιο, ενισχύεται ο ρόλος του μηχανισμού σταθερότητας της αγοράς, εξετάζονται εργαλεία όπως η δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα και οι αρνητικές εκπομπές, ενώ παράλληλα επιχειρείται να δοθεί περισσότερη ευελιξία σε τομείς που αντιμετωπίζουν μεγάλο μεταβατικό κόστος, κυρίως η βιομηχανία. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς η διατήρηση ή μη του ETS, αλλά η ισορροπία ανάμεσα στη φιλοδοξία και στη δυνατότητα εφαρμογής.

Από αυτήν την άποψη, οι θέσεις των χωρών που ζητούν ουσιαστική χαλάρωση του ETS είναι προβληματικές. Όταν το αίτημα επικεντρώνεται στη συγκράτηση ή στη μείωση των μελλοντικών τιμών των δικαιωμάτων εκπομπής, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι το ίδιο το σήμα της αγοράς πρέπει να αποδυναμωθεί. Όμως το ETS λειτουργεί ακριβώς επειδή δημιουργεί αυτό το σήμα. Αν χαλαρώσει υπερβολικά, αν χάσει τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητά του, τότε παύει να επιτελεί αποτελεσματικά τον ρόλο του ως βασικού εργαλείου μετάβασης. Και κάτι τέτοιο θα δυσχέραινε την επίτευξη των κλιματικών στόχων του 2040, οι οποίοι έχουν ήδη αποκτήσει κεντρική θέση στην ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα.

Η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν τη συμμαχία γεννά, επομένως, εύλογες απορίες. Η χώρα δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με πολλά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, τα οποία εξακολουθούν να βασίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό σε στερεά καύσιμα στην ηλεκτροπαραγωγή και στη βιομηχανία. Εκεί η μετάβαση είναι σαφώς πιο δύσκολη, πιο δαπανηρή και πιο πολιτικά ευαίσθητη. Η Ελλάδα, αντιθέτως, έχει ήδη κινηθεί προς την απολιγνιτοποίηση και δεν έχει συμφέρον να εμφανίζεται ως δύναμη αναστολής της ευρωπαϊκής κλιματικής αρχιτεκτονικής. Αν κάτι χρειάζεται η χώρα, είναι αξιοπιστία, συνέπεια και στρατηγική τοποθέτηση μέσα στις ομάδες κρατών που επηρεάζουν ουσιαστικά τις τελικές αποφάσεις.

Η διαπραγματευτική ισχύς

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι τα αιτήματα της βιομηχανίας και της ναυτιλίας δεν είναι θεμιτά. Αντιθέτως, είναι απολύτως λογικό η Ελλάδα να επιδιώκει ειδική μέριμνα για κλάδους που αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος προσαρμογής και διεθνή ανταγωνισμό. Η ενεργοβόρος βιομηχανία χρειάζεται στήριξη, αλλά η στήριξη αυτή πρέπει να συνδεθεί με καθαρά κίνητρα για επενδύσεις απανθρακοποίησης, τεχνολογική αναβάθμιση και μετάβαση σε πιο «πράσινα» παραγωγικά πρότυπα. Ομοίως, στη ναυτιλία είναι εύλογο να αναγνωρίζεται ότι η πλήρης και άμεση εφαρμογή του ETS δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις, καθώς οι σχετικές τεχνολογίες και οι αλυσίδες εφοδιασμού για τα πράσινα καύσιμα δεν έχουν ακόμη ωριμάσει επαρκώς.

Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ότι αυτά τα ζητήματα δεν απαιτούν συμμαχία με τους σκεπτικιστές του ETS. Η υπεράσπιση των βιομηχανικών και ναυτιλιακών συμφερόντων μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά μέσα από συνεργασία με χώρες που επιδιώκουν να διατηρήσουν ισχυρό το ETS, αλλά ταυτόχρονα να περιορίσουν τις δυσανάλογες συνέπειες για την παραγωγή. Χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αλλά και άλλοι εταίροι με παρόμοια προσέγγιση, προσφέρουν πιο ρεαλιστικές δυνατότητες διαπραγμάτευσης από ό,τι ένα μπλοκ κρατών που, στην πράξη, επιδιώκει χαλάρωση ή καθυστέρηση του συστήματος. Η πολιτική σημασία αυτής της επιλογής είναι μεγάλη, γιατί συχνά οι τελικές αποφάσεις διαμορφώνονται εκεί όπου υπάρχουν σταθερές συμμαχίες και όχι ευκαιριακές συμπράξεις.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στο ζήτημα του ETS2. Η επέκταση του συστήματος στα κτίρια και στις οδικές μεταφορές είναι πολιτικά ευαίσθητη, επειδή αγγίζει άμεσα τα νοικοκυριά και ιδίως τους ευάλωτους καταναλωτές. Όμως η αντίδραση σε αυτό δεν μπορεί να είναι μια γενική άρνηση του μέτρου. Η εμπειρία δείχνει ότι η Ελλάδα συχνά πετυχαίνει καλύτερα αποτελέσματα όταν διεκδικεί εξαιρέσεις, προσαρμογές, χρηματοδοτικά εργαλεία και ειδικούς μηχανισμούς προστασίας μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, παρά όταν υιοθετεί στάση μετωπικής απόρριψης. Με άλλα λόγια, η πραγματική διαπραγματευτική ισχύς δεν βρίσκεται στην άρνηση, αλλά στη διαμόρφωση των όρων εφαρμογής.

Το εθνικό συμφέρον και η επιλογή των συμμάχων

Το ευρύτερο πρόβλημα είναι ότι η σημερινή στάση της χώρας κινδυνεύει να υπονομεύσει την ίδια της την αξιοπιστία. Η κλιματική πολιτική δεν αφορά μόνο το ETS ή το ETS2. Αφορά το συνολικό σήμα που εκπέμπει ένα κράτος προς τις αγορές, τους επενδυτές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Όταν μια χώρα εμφανίζεται να απομακρύνεται από τις δεσμεύσεις που η ίδια έχει υιοθετήσει, δημιουργεί αμφιβολίες για τη σταθερότητα της πολιτικής της. Και αυτό δεν είναι αμελητέο, ιδίως για μια οικονομία που θέλει να προσελκύσει επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες, καινοτομία, ενεργειακή αποδοτικότητα και νέες παραγωγικές δραστηριότητες.

Υπάρχει και μια δεύτερη, πιο μακροπρόθεσμη διάσταση. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επιδιώξει ένα παραγωγικό μοντέλο που να συνδέεται με πράσινες τεχνολογίες, νέες επιχειρήσεις, σύγχρονες υποδομές και αναβάθμιση της βιομηχανικής βάσης. Αυτό είναι το είδος της ανάπτυξης που μπορεί να συνδυάσει ανταγωνιστικότητα, εξωστρέφεια και μακροχρόνια ανθεκτικότητα. Αν όμως η χώρα εγκαταλείπει στην πράξη τη φιλόδοξη κλιματική στρατηγική της, τότε αποδυναμώνει ακριβώς τα εργαλεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν αυτό το μέλλον. Η αποδυνάμωση των πολιτικών για εξοικονόμηση ενέργειας, ηλεκτροκίνηση, υδρογόνο και συναφείς υποδομές στέλνει λάθος μήνυμα, ιδίως όταν η ίδια η Ελλάδα εκτίθεται έντονα στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Τέλος, η επιλογή των συμμάχων έχει σημασία. Η Ελλάδα έχει περισσότερα κοινά συμφέροντα με τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, οι οποίες αντιμετωπίζουν παρόμοιες κλιματικές, οικονομικές και ενεργειακές συνθήκες. Ακόμη και η Ιταλία, παρά τις διαφορές της, βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό το πλαίσιο από ό,τι οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα του σκεπτικισμού απέναντι στο ETS. Γι’ αυτό και η σημερινή τοποθέτηση της Ελλάδας μοιάζει ασύμβατη με τη δική της στρατηγική και γεωοικονομική πραγματικότητα.

Με απλά λόγια, η χώρα δεν έχει συμφέρον να ταυτιστεί με ένα μέτωπο που επιδιώκει αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής. Έχει περισσότερο να κερδίσει από μια συνεπή, φιλόδοξη και έξυπνα διαπραγματευόμενη στάση, η οποία θα στηρίζει τη βιομηχανία και τη ναυτιλία χωρίς να υπονομεύει τον πυρήνα της μετάβασης. Αυτή είναι και η μόνη στάση που μπορεί να συνδυάσει ρεαλισμό, αξιοπιστία και μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM