Οι τεχνολογικοί κολοσσοί οδηγούν την «κούρσα» των PPAs – Γιατί οι Έλληνες off-takers δεν έχουν την ίδια ζέση…

Οι τεχνολογικοί κολοσσοί οδηγούν την «κούρσα» των PPAs – Γιατί οι Έλληνες off-takers δεν έχουν την ίδια ...ζέση

Οι τεχνολογικοί κολοσσοί οδηγούν την «κούρσα» των PPAs – Γιατί οι Έλληνες off-takers δεν έχουν την ίδια ζέση…

Σε «high-tech» υπόθεση εξελίσσεται η σύναψη διμερών συμβάσεων πράσινης ενέργειας με τους τεχνολογικούς κολοσσούς να αναδεικνύονται σε βασικούς off-takers σε μια περίοδο που κατά τα άλλα η ευρύτερη αγορά έχει υποχωρήσει σε ιστορικό χαμηλό, πέρα από ορισμένες εμβληματικές συμφωνίες που ανακοινώνονται ανά τον κόσμο, χωρίς ωστόσο να ανατρέπουν την συνολικότερη εικόνα.

Τα παραπάνω υπογραμμίζουν στελέχη της αγοράς, σχολιάζοντας το deal που ανακοίνωσε εχθές η Apple με την Helleniq Energy και το οποίο αφορά την υπογραφή διμερούς συμβολαίου για εν λειτουργία φωτοβολταϊκό πάρκο 110 MW. Η εν λόγω εξέλιξη, όπως διευκρινίζουν αρμόδιες πηγές, δεν συνιστά κάποια στροφή στην γενικότερη αρνητική τροχιά της αγοράς των PPAs, ιδίως σε αγορές όπως η Ελλάδα που στερούνται ιδιαίτερου βάθους και ρευστότητας με το συγκεκριμένο «εργαλείο» να χαρακτηρίζεται ανεπαρκές προς αντιστάθμιση του ενεργειακού κόστους.

Τα δεδομένα ωστόσο διαφοροποιούνται στην περίπτωση των τεχνολογικών κολοσσών όπως Apple, Amazon κα που σε «πείσμα των καιρών» επιμένουν και συνάπτουν νέες διμερείς συμφωνίες, θέτοντας παράλληλα φιλόδοξους στόχους. Οι βασικοί λόγοι για την εν λόγω διαφοροποίηση εδράζονται στο προφίλ των τεχνολογικών κολοσσών που ως επί το πλείστον πρόκειται για εταιρείες που αφενός έχουν σοβαρές ενεργειακές ανάγκες και αφετέρου «αδιαφορούν» για την τελική τιμή προμήθειας της ηλεκτρικής ενέργειας.

Η «αδιαφορία» για την τιμή, όπως επεξηγούν οι ίδιες πηγές, προκύπτει από το μικρό ποσοστό που καταλαμβάνει το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας στα συνολικά λειτουργικά κόστη μιας τέτοιας εταιρείας με ισχυρότερο κίνητρο να αποτελεί ταυτόχρονα, η συμμόρφωση με τα «πράσινα» πρότυπα που διατηρούν σημαντική βαρύτητα στην συνολικότερη στρατηγική του marketing. Σε αυτό το περιβάλλον, οι εν λόγω τεχνολογικοί κολοσσοί καθώς και άλλοι ανάλογου βεληνεκούς δεν διστάζουν να προχωρήσουν στην σύναψη «πράσινων» διμερών συμβάσεων, ακόμη κι αν οι τιμές δεν είναι ελκυστικές με ενεργειακούς-οικονομικούς όρους.

Στην αντίπερα όχθη στέκουν οι βιομηχανίες και δη οι ενεργοβόρες βιομηχανίες καθώς και άλλες επιχειρήσεις, οι οποίες παρουσιάζουν υψηλή ευαισθησία στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας με το σχετικό μέγεθος να αντιπροσωπεύει περί το 50% του λειτουργικού κόστους. Σε αυτή την βάση, η σύναψη ενός διμερούς συμβολαίου μπορεί να προκύψει μόνο στη βάση μιας οικονομικά συμφέρουσας προσφοράς που πράγματι να αντισταθμίζει ουσιαστικά το συνολικό ενεργειακό κόστος.

Τα σημερινά «νούμερα» της αγοράς και ιδίως στην περίπτωση της ελληνικής αγοράς, όπου το μεσημέρι οι τιμές στην DAM υποχωρούν στα κατώτερα έως και αρνητικά επίπεδα, η εναλλακτική του PPA συγκεντρώνει μικρό έως και καθόλου ενδιαφέρον για μια τέτοια κατηγορία off-taker. Η εν λόγω πραγματικότητα αποτυπώθηκε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο στην περίπτωση των λεγόμενων βιομηχανικών PPAs με σειρά ενεργοβόρων και όχι μόνο βιομηχανιών, όπως έχει γράψει το energypress, να καταλήγουν να κάνουν πίσω στη σύναψη των συμβάσεων, αφήνοντας το μέτρο στο συρτάρι, παρά το γεγονός ότι προέκυψε ως μέτρο αντιστάθμισης του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας.

Μάλιστα, η «ψαλίδα» έχει διευρυνθεί τόσο, που σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου της βιομηχανίας, πλέον οι βιομηχανίες αναζητούν τρόπους μέχρι και να απαλλαγούν από τις διμερείς συμβάσεις στις οποίες έχουν προχωρήσει.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η παραπάνω εικόνα περισσότερο ή λιγότερο αισιόδοξη αποτυπώνεται στο σύνολο των ευρωπαϊκών αγορών με την μία διάσταση του προβλήματος να αφορά την δυσκολία των off-takers να εντοπίσουν στην αγορά μακροπρόθεσμα εργαλεία αντιστάθμισης του ενεργειακού κόστους, όντας πλέον αυτά μη ελκυστικά, και την άλλη διάσταση να αφορά την κατά συνέπεια δυσκολία ανάπτυξης νέων έργων, όταν τα PPAs τείνουν να αποτελέσουν το μόνο βιώσιμο εργαλείο για την ωρίμανση νέων μονάδων ΑΠΕ.

Σε αυτή την κατεύθυνση, τα Χρηματιστήρια Ενέργειας, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές με γνώση του θέματος, συζητούν την εισαγωγή πρόσθετων ενεργειακών προϊόντων με έμφαση σε μεγαλύτερες διάρκειες που θα ξεπερνούν το ένα έτος και τα οποία σε συνδυασμό με μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας των προθεσμιακών αγορών, δύναται να «ξεκλειδώσουν» τόσο τους off-taker όσο και τους παραγωγούς ΑΠΕ, διαμορφώνοντας ένα περισσότερο ευνοϊκό περιβάλλον που θα καταλήξει συν τω χρόνω στη σύναψη πολλαπλάσιων διμερών συμβάσεων προς εξυπηρέτηση τόσο του σταθερού ενεργειακού κόστους για την μία πλευρά και την ανάπτυξη νέων "πράσινων" έργων από την άλλη. 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM