Επανέρχεται στην ατζέντα του ΥΠΕΝ το νέο σχήμα για μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ στη βιομηχανία – Σε εκκρεμότητα οι «επιστροφές» 2022-2025 ύψους 68 εκατ. ευρώ
Την διευθέτηση της χρόνιας πλέον εκκρεμότητας περί της κοινοποίησης του νέου σχήματος για το μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ στη βιομηχανία σχεδιάζει το ΥΠΕΝ με πληροφορίες να αναφέρουν ότι το θέμα έχει πλέον θέση στην ημερήσια ατζέντα του ΥΠΕΝ, χωρίς ωστόσο να καθορίζεται ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τις επόμενες κινήσεις.
Υπενθυμίζεται ότι η σχετική προθεσμία έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί καθώς, βάσει των προβλέψεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, η ελληνική πλευρά θα έπρεπε να έχει προχωρήσει στην κοινοποίηση του νέου σχήματος προς την Κομισιόν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2023.
Από την πλευρά του, το Υπουργείο, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, σχεδιάζει να ξαναπιάσει το νήμα εκεί που το είχε αφήσει η προηγούμενη πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, αναγνωρίζοντας την ανάγκη να υπάρξει διευθέτηση του ζητήματος μιας και πλέον έχει χρονίσει σημαντικά.
Η επίλυση του προβλήματος συνιστά ένα από τα βασικά αιτήματα της βιομηχανίας σε σταθερή βάση με την ΕΒΙΚΕΝ, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, να σκοπεύει να στείλει νέα επιστολή προς το Υπουργείο, επισημαίνοντας την ανάγκη να «τρέξουν» οι απαραίτητες διαδικασίες χωρίς άλλη καθυστέρηση.
Υπενθυμίζεται ακόμη, όπως είχε γράψει το energypress, ότι προηγήθηκε μια απόπειρα τον Φεβρουάριο του 2025 που ωστόσο δεν τελεσφόρησε με αποτέλεσμα το θέμα να παραμένει ανοικτό, συμπαρασύροντας εν συνόλω την διευθέτηση του ΕΤΜΕΑΡ προς τις βιομηχανίες.
Το πρόβλημα διακρίνεται σε δύο σκέλη με το πρώτο να αφορά την περίοδο 2019-2023 (μέχρι δηλαδή και την προβλεπόμενη κοινοποίηση και θέση σε ισχύ του νέου σχήματος βάσει των νέων κατευθυντήριων της ΕΕ για το θέμα), όταν και οι χρεώσεις του ΕΤΜΕΑΡ επιβάλλονταν και συνεχίζουν να επιβάλλονται κατά παράβαση του νομοθετικού πλαισίου.
Ειδικότερα, επιλέξιμες βιομηχανίες για μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ χρεώνονταν και συνεχίζουν να χρεώνονται – ελλείψει του νέου σχήματος – με 8,78 αντί για 2,55 ευρώ ανά Μεγαβατώρα (που δικαιούνται κανονικά) για το Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων, ενώ αντίστροφα, επιχειρήσεις της Μέσης Τάσης έτυχαν μειωμένων χρεώσεων χωρίς να το δικαιούντο. Τα επιπλέον ποσά που έχουν πληρώσει οι επιχειρήσεις (και τα οποία πρέπει να τους επιστραφούν αναδρομικά) εκτιμώνται σε περίπου 17 εκατ. ευρώ κατ’ έτος, φτάνοντας αθροιστικά για την περίοδο 2023-2025 περί τα 51 εκατ. ευρώ.
Να σημειωθεί ότι σε εκκρεμότητα παραμένει και το 2022 (το ποσό είναι ανάλογο με τα υπόλοιπα έτη) με την διαφορά ωστόσο ότι έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της εκκαθάρισης για το συγκεκριμένο έτος και απομένει η απόδοση των χρημάτων από τον ΔΑΠΕΕΠ. Η διαδικασία κόλλησε κατόπιν της απόφασης της κυβέρνησης στον απόηχο της ενεργειακής κρίσης να μην διεκδικήσει αναδρομικά την διαφορά από τις επιχειρήσεις που έτυχαν μειωμένης χρέωσης χωρίς να δικαιούντο, με αποτέλεσμα να προκύπτει «οικονομικό κενό».
Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε την είσπραξη από τον ΔΑΠΕΕΠ αναδρομικά των ποσών από αυτούς που δεν δικαιούνταν μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ και εν συνεχεία την απόδοση τους σε αυτούς που δικαιούνταν, πράγμα που ωστόσο αποφασίστηκε να μην γίνει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Σε αυτό το πλαίσιο και παρά το γεγονός ότι το έτος 2022 έχει εκκαθαριστεί, ο ΔΑΠΕΕΠ, ελλείψει των σχετικών κεφαλαίων, δεν προχωρά στην απόδοση των χρημάτων υπέρ της βιομηχανίας. Ως προς τα μεταγενέστερα έτη μέχρι και σήμερα, η διευθέτηση του ζητήματος συναρτάται με την κοινοποίηση του νέου σχήματος και την έκδοση εγκριτικής απόφασης από την Κομισιόν και κατά συνέπεια παραμένουν στον «αέρα» μέχρι νεοτέρας.
Υπενθυμίζεται ότι το επικαιροποιημένο σχήμα που πρέπει να συνταχθεί και να κατατεθεί στη Κομισιόν για έγκριση, θα βασίζεται στις νέες κατευθυντήριες CEEAG (2022/C80/01), που οφείλουν να ακολουθούν τα κράτη-μέλη για την παροχή κρατικών ενισχύσεων μέσω μειωμένου ΕΤΜΕΑΡ. Όσο πάντως δεν υπάρχει νέο σχήμα, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εξακολουθεί στρέβλωση στις τρέχουσες χρεώσεις ΕΤΜΕΑΡ, οι οποίες εξακολουθούν να προσδιορίζονται με κριτήριο την τάση δικτύου στην οποία είναι συνδεδεμένος κάθε καταναλωτής, και όχι με τον κλάδο στον οποίο αυτός ανήκει.
Επομένως, η καθυστέρηση του διάδοχου μέτρου σημαίνει πως χάνεται η ευκαιρία να εξορθολογιστούν οι τρέχουσες χρεώσεις, ώστε να περιοριστούν δραστικά τα ποσά που θα πρέπει είτε να επιστραφούν αναδρομικά, είτε να εισπραχθούν.