Υπόθεση Milieudefensie-Η Shell κερδίζει την έφεση: Τι σημαίνει η απόφαση για την κλιματική ευθύνη των επιχειρήσεων
του Κομνηνού Κόμνιου

Υπόθεση Milieudefensie-Η Shell κερδίζει την έφεση: Τι σημαίνει η απόφαση για την κλιματική ευθύνη των επιχειρήσεων

14 02 2025 | 13:56

Στις 12 Νοεμβρίου 2024, το Εφετείο της Χάγης εξέδωσε μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση στη διαφορά μεταξύ της ολλανδικής περιβαλλοντικής οργάνωσης Milieudefensie κ.λπ. και της πολυεθνικής εταιρείας Shell, ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση που είχε επιβάλει στη Shell συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους μείωσης εκπομπών CO₂. Η εξέλιξη αυτή εγείρει κρίσιμα ερωτήματα σε σχέση με τη νομική βάση και την αποτελεσματικότητα της δικαστικής επιβολής συγκεκριμένων στόχων μείωσης των εκπομπών, ιδίως ως προς τις έμμεσες εκπομπές (Scope 3), και αναδεικνύει τον σύνθετο ρόλο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο δίκαιο της ευθύνης για την κλιματική αλλαγή.

1. Ιστορικό της διαφοράς

Η Milieudefensie, μαζί με άλλους ενάγοντες, άσκησε αγωγή κατά της Shell, προβάλλοντας ότι η εταιρεία –λόγω της μακροχρόνιας δραστηριοποίησής της στην εξόρυξη και εμπορία ορυκτών καυσίμων– επιδεικνύει συμπεριφορά ασυμβίβαστη με την υποχρέωση δέουσας κοινωνικής επιμέλειας (zorgvuldigheidsnorm), όπως αυτή κατοχυρώνεται στο ολλανδικό αστικό δίκαιο και ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των άρθρων 2 (δικαίωμα στη ζωή) και 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Σε πρώτο βαθμό, το πρωτοδικείο της Χάγης (2021) είχε υιοθετήσει μια τολμηρή προσέγγιση, δεχόμενο ότι η Shell φέρει αυξημένη ευθύνη για την κλιματική αλλαγή, ακριβώς λόγω της θέσης της στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, και την υποχρέωσε να μειώσει μέχρι το τέλος του 2030 τις συνολικές εκπομπές της (περιλαμβανομένων των Scope 3) κατά 45% σε σχέση με τα επίπεδα του 2019.

2. Οι βασικοί άξονες της απόφασης του Εφετείου

Το Εφετείο της Χάγης ανέτρεψε την ως άνω κρίση, υιοθετώντας μια περισσότερο επιφυλακτική στάση στην επιβολή συγκεκριμένων ποσοτικών στόχων. Τα κεντρικά σημεία της απόφασης συνοψίζονται ως ακολούθως:

  1. Έννοια της κοινωνικής επιμέλειας και σχέση με την ΕΣΔΑ Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι οι διατάξεις της ΕΣΔΑ δύνανται να ασκούν έμμεση οριζόντια επίδραση στις ιδιωτικές σχέσεις, ιδίως όταν το δικαστήριο εφαρμόζει αόριστες νομικές έννοιες του αστικού δικαίου, όπως η κοινωνική επιμέλεια. Αναγνώρισε, συνεπώς, πως η Shell οφείλει να μην επιδεικνύει αμέλεια όσον αφορά τον κίνδυνο πρόκλησης ή επιδείνωσης της κλιματικής κρίσης. Ωστόσο, επισήμανε ότι η υποχρέωση κοινωνικής επιμέλειας συνιστά πρωτίστως υποχρέωση μέσων (obligation of means), όχι αποτελέσματος (obligation of result). Η εν λόγω διάκριση είναι κρίσιμη: ενώ η Shell οφείλει να λαμβάνει ουσιαστικά μέτρα για τη μείωση των εκπομπών της και να επιδεικνύει την απαιτούμενη επιμέλεια στην αντιμετώπιση των κλιματικών κινδύνων, δεν μπορεί να της επιβληθεί ένας συγκεκριμένος, απόλυτος στόχος μείωσης χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πολύπλοκες τεχνικές, οικονομικές και κοινωνικές παράμετροι που επηρεάζουν τη δυνατότητα επίτευξης τέτοιων στόχων. Με άλλα λόγια, η εταιρεία καλείται να επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια (due diligence) ως προς τη μείωση των εκπομπών της, χωρίς όμως να υπάρχει αυτομάτως δέσμευση για συγκεκριμένο ποσοτικό αποτέλεσμα.
  2. Απουσία ρητής νομικής βάσης για απόλυτους ποσοτικούς στόχους Το Εφετείο τόνισε ότι τόσο η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [συγκεκριμένα το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS), η Οδηγία για την εταιρική αναφορά βιωσιμότητας (Corporate Sustainability Reporting Directive - CSRD) και η Οδηγία για την εταιρική δέουσα επιμέλεια ως προς τη βιωσιμότητα (Corporate Sustainability Due Diligence Directive - CSDDD)], όσο και το ολλανδικό εθνικό δίκαιο δεν προβλέπουν ρητή και δεσμευτική υποχρέωση για συγκεκριμένη μείωση εκπομπών κατά συγκεκριμένο ποσοστό από κάθε εταιρεία. Κατά συνέπεια, απουσιάζει το νομοθετικό έρεισμα που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να επιβάλει μονομερώς έναν τέτοιο συγκεκριμένο στόχο.
  3. Αβεβαιότητες μεθοδολογίας και σύγκρουση επιστημονικών μοντέλων Καθοριστικό ρόλο στην απόφαση διαδραμάτισαν οι επιφυλάξεις του Εφετείου σχετικά με τα διάφορα κλιματικά σενάρια και τις εκθέσεις (όπως της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή - IPCC και του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας - IEA). Παρότι οι εκθέσεις αυτές συγκλίνουν ως προς την επιτακτική ανάγκη δραστικής παγκόσμιας μείωσης των εκπομπών, δεν καταλήγουν πάντα σε ταυτόσημες ποσοτικές εκτιμήσεις αναφορικά με τη συμβολή συγκεκριμένων κλάδων ή εταιρειών. Το Εφετείο έκρινε ότι η επιστημονική πολυφωνία και οι πολλαπλές παράμετροι των Ολοκληρωμένων Μοντέλων Αξιολόγησης (Integrated Assessment Models) δεν επιτρέπουν την άμεση μετατροπή των ποσοτικών δεδομένων σε νομικά δεσμευτικές εντολές για μία μεμονωμένη επιχείρηση.
  4. Η προβληματική των εκπομπών Scope 3 Το σημαντικότερο ζήτημα στο σκεπτικό του Εφετείου αφορά τις έμμεσες εκπομπές (Scope 3), οι οποίες στην περίπτωση της Shell προέρχονται κυρίως από τη χρήση των πωλούμενων υδρογονανθράκων από τους τελικούς καταναλωτές. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η επιβολή συγκεκριμένου ποσοτικού στόχου ενδέχεται να οδηγήσει τη Shell απλώς στον περιορισμό (ή τη διακοπή) του εμπορίου ορυκτών καυσίμων, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί συνολική μείωση εκπομπών σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς η ζήτηση δύναται να καλυφθεί από άλλους προμηθευτές. Επιπλέον, τόνισε την αναγκαιότητα συντονισμένης δράσης σε διακρατικό επίπεδο, ώστε να καταστεί ουσιαστική η μείωση εκπομπών μιας μεμονωμένης εταιρείας.

3. Η σημασία του "ήπιου δικαίου" (soft law)

Το Εφετείο τόνισε τη σημασία του ερμηνευτικού ρόλου του συναφούς "ήπιου δικαίου"(όπως οι Κατευθυντήριες Αρχές του ΟΗΕ για τις Επιχειρήσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – UN Guiding Principles on Business and Human Rights, και οι Κατευθυντήριες Γραμμές του ΟΟΣΑ για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις), τα οποία διευρύνουν το εννοιολογικό περιεχόμενο της εταιρικής υπευθυνότητας και επισημαίνουν την αναγκαιότητα προληπτικής αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Ωστόσο, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι τα συγκεκριμένα κείμενα δεν θεμελιώνουν, αφ' εαυτών, δεσμευτική νομική υποχρέωση για την επιβολή συγκεκριμένων στόχων. Αντιθέτως, λειτουργούν ως ερμηνευτικά εργαλεία για την εφαρμογή των κανόνων περί κοινωνικής επιμέλειας και συμβάλλουν στην τεκμηρίωση συγκεκριμένων ευθυνών των μεγάλων ρυπαντών.

4. Αξιολόγηση της απόφασης

  1. Δικαστική αυτοσυγκράτηση και επίκληση του ρόλου του νομοθέτη Η απόφαση αντικατοπτρίζει την ξεκάθαρη προσήλωση του Εφετείου στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Το Εφετείο απέφυγε να ενεργήσει διαπλαστικά, αρνούμενο να επιβάλει αυτοβούλως συγκεκριμένους στόχους μείωσης εκπομπών. Κατά την κρίση του, η θέσπιση ποσοτικών δεσμεύσεων οφείλει να προκύπτει από μια ευρύτερη πολιτική και νομοθετική διαδικασία, η οποία θα συνεκτιμά παραμέτρους όπως η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και οι ανάγκες των πολιτών.
  2. Έμφαση στη συνεχή βελτίωση και τη δέουσα επιμέλεια Μέσω της μετατροπής της υποχρέωσης σε obligation de moyens (υποχρέωση επιμέλειας), το Εφετείο ουσιαστικά απαιτεί από εταιρείες όπως η Shell να τεκμηριώνουν ότι εφαρμόζουν πρακτικές συστηματικής αναγνώρισης, πρόληψης και μείωσης του ανθρακικού τους αποτυπώματος. Η παράλειψη λήψης εύλογων μέτρων ή η αδικαιολόγητη καθυστέρηση δύναται να θεμελιώσει αστική ευθύνη, ακόμη και απουσία συγκεκριμένης ποσοτικής υποχρέωσης.
  3. Προκλήσεις στην αντιμετώπιση των Scope 3 εκπομπών Η δικαστική απόφαση αναδεικνύει τις δυσκολίες ελέγχου της συνολικής αλυσίδας αξίας, ιδιαίτερα όταν ο τελικός ρυπαίνων είναι ο ίδιος ο καταναλωτής καυσίμων. Το Εφετείο τονίζει την αναγκαιότητα διεθνών ή διατομεακών λύσεων, επισημαίνοντας τον κίνδυνο "διαρροής άνθρακα" (carbon leakage) εάν μόνο ένας παραγωγός περιορίσει το εμπόριο πετρελαίου ή φυσικού αερίου.
  4. Κλιμάκωση νομοθετικών εξελίξεων Η απόφαση ενδέχεται να επιταχύνει τις διαβουλεύσεις για την περαιτέρω ενίσχυση του ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου. Ήδη, οι νέες Οδηγίες για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (CSRD) και την Εταιρική Δέουσα Επιμέλεια (CSDDD) εισάγουν αυστηρότερες απαιτήσεις διαφάνειας και σχεδιασμού κλιματικής στρατηγικής, χωρίς ωστόσο να επιβάλλουν ενιαίο, προκαθορισμένο ποσοστό μείωσης σε κάθε φορέα.

5. Συμπέρασμα

Η απόφαση του Εφετείου της Χάγης στην υπόθεση Milieudefensie κατά Shell εγκαινιάζει ένα νέο κεφάλαιο στη συζήτηση περί κλιματικής ευθύνης των επιχειρήσεων. Επιβεβαιώνει μεν ότι η έμμεση οριζόντια ισχύς των άρθρων 2 και 8 της ΕΣΔΑ νομιμοποιεί την απαίτηση συμμόρφωσης προς ένα γενικό πρότυπο κοινωνικής επιμέλειας, αποφεύγει όμως να επιβάλει συγκεκριμένο ποσοτικό μέτρο σε μεμονωμένη εταιρεία, κρίνοντας ότι κάτι τέτοιο θα υπερέβαινε τα θεσμικά και νομοθετικά όρια.

Η ερμηνεία αυτή δεν απαλλάσσει τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες από την ευθύνη μείωσης των εκπομπών και διευκόλυνσης της μετάβασης σε καθαρότερες μορφές ενέργειας. Αντιθέτως, τις προτρέπει να αναλάβουν ενεργότερο ρόλο στην προσαρμογή του επιχειρηματικού τους μοντέλου στις απαιτήσεις της κλιματικής δράσης, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις κοινωνικές προσδοκίες όσο και τις εξελίξεις στο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο. Παράλληλα, η απόφαση υπογραμμίζει τον καίριο ρόλο του νομοθέτη στη θέσπιση σαφέστερων και δικαιότερων κανόνων κατανομής των βαρών.

Συνολικά, η απόφαση του Εφετείου σηματοδοτεί μια μετατόπιση από την επιβολή συγκεκριμένων αποτελεσμάτων στην αξιολόγηση των προσπαθειών και της συστηματικής δέουσας επιμέλειας εκ μέρους των επιχειρήσεων. Η εξέλιξη αυτή προοιωνίζεται περαιτέρω εξελίξεις στη νομολογία και τη νομοθεσία, καθώς η κλιματική αλλαγή παραμένει κορυφαία πρόκληση για το διεθνές και ευρωπαϊκό νομικό σύστημα. Επιχειρήσεις, νομοθέτες και δικαστήρια διατηρούν έναν διαρκή διάλογο, αναζητώντας τη δέουσα ισορροπία μεταξύ οικονομικού ρεαλισμού, προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων και επίτευξης των φιλόδοξων κλιματικών στόχων.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM