Χάι-τεκ κλοπή με τα καύσιμα
Με λογισμικά ηλεκτρονικών υπολογιστών και μηχανισμούς υψηλής τεχνολογίας κατάφερναν να εξαπατούν εφορία και καταναλωτές τα μέλη κυκλώματος λαθρεμπορίας καυσίμων που συνελήφθησαν από την Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας.
Τρεις εγκληματικές ομάδες που δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον τον τελευταίο χρόνο εξαρθρώθηκαν από τις Αρχές. Εκτιμάται ότι οι διαφυγόντες φόροι, τέλη και εισφορές υπερβαίνουν τα 4 εκατομμύρια ευρώ, ενώ σε κάθε γέμισμα από «πειραγμένη» αντλία ο καταναλωτής έχανε 2-6% του ποσού που πλήρωνε.
Δέκα πρόεδροι, διαχειριστές, νόμιμοι εκπρόσωποι ή υπάλληλοι εταιρειών και επιχειρήσεων εμπορίας και διάθεσης υγρών καυσίμων συνελήφθησαν, σε βάρος των οποίων σχηματίστηκε δικογραφία κακουργηματικού χαρακτήρα για παραβάσεις της τελωνειακής και φορολογικής νομοθεσίας, για απάτη μέσω υπολογιστή, για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και άλλα συναφή αδικήματα. Ανάμεσά τους, συγκαταλέγονται και τέσσερα άτομα που έχουν απασχολήσει τις Αρχές και στο παρελθόν για παρόμοια -και όχι μόνο- αδικήματα.
Ενας από τους συλληφθέντες, ο 52χρονος ιδιοκτήτης μικρής, αλλά γνωστής εταιρείας, είχε και στο παρελθόν κατηγορηθεί για λαθρεμπόριο καυσίμων. Η δραστηριότητά του είχε αποκαλυφθεί έπειτα από έκρηξη (το 2000) σε πρατήριο ιδιοκτησίας του στα Σεπόλια με θύματα δύο αλλοδαπούς εργάτες. Επίσης, είχε καταδικαστεί σε 4 χρόνια φυλάκιση για υπόθεση που αφορούσε τη δράση του παραδικαστικού κυκλώματος.
Το «ξήλωμα»
Τα μέλη του κυκλώματος χρησιμοποιούσαν τη διαβάθμιση «καθαρός», «βρώμικος» ή «βρωμιάρης» για να χαρακτηρίσουν πόσο έκλεβε μια αντλία. Ο «βρωμιάρης» ήταν οι πιο «πειραγμένες» αντλίες που έκλεβαν 6% σε κάθε γέμισμα ανυποψίαστου καταναλωτή.
Η έρευνα των Αρχών ξεκίνησε πριν από περίπου 14 μήνες, όταν καταγγελία για ένα πρατήριο καυσίμων που «πείραζε» την αντλία του έφτασε στα γραφεία της Οικονομικής Αστυνομίας. Οι εξειδικευμένοι αστυνομικοί ξεκίνησαν έρευνα από την οποία προέκυψε ότι τρία κυκλώματα λαθρεμπορίας καυσίμων δραστηριοποιούνταν στην «αγορά».
Ακολούθησε η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των επικοινωνιών των φερόμενων ως μελών των οργανώσεων. «Από την αστυνομική έρευνα, προέκυψε ότι τα κυκλώματα εμπορεύονταν παράνομα μεγάλες ποσότητες λαθραίων καυσίμων, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της εικονικής τιμολόγησης και της έκδοσης ανακριβών ή ψευδών φορολογικών παραστατικών», δήλωσε ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας, Ταξίαρχος Δημήτρης Γεωργατζής.
«Για τη διάθεση των καυσίμων στην αγορά χρησιμοποιούσαν ''συνεργαζόμενα'' πρατήρια ή επιχειρήσεις υγρών καυσίμων καθώς και πρατήρια εμφανούς ή «αφανούς» ιδιοκτησίας μελών των κυκλωμάτων ή συνεργατών τους. Από την παράνομη δράση τους εκτιμάται ότι έχουν αποκομίσει παράνομα τεράστια χρηματικά ποσά, αφού έχουν διακινήσει περισσότερα από 3,5 εκ. λίτρα λαθραίων καυσίμων, ενώ έχουν στερήσει το Δημόσιο από εισφορές που ξεπερνούν τα 4 εκατ. ευρώ».
Λογισμικά
Βασικότερο «εμπόδιο» στην έρευνα των Αρχών ήταν η προηγμένη τεχνολογία με την οποία φρόντιζαν τα μέλη του κυκλώματος να κρύβουν τις παράνομες ενέργειές τους. Με λογισμικά από Κορέα, Τουρκία και άλλες χώρες της... Ανατολής, οι επιτήδειοι «πείραζαν» την πλακέτα της αντλίας του πρατηρίου, χωρίς να αφήνουν ίχνη! Χρειάστηκε η συμβολή των εξειδικευμένων αξιωματικών της Οικονομικής Αστυνομίας για να εντοπιστεί ο τρόπος λειτουργίας του «συστήματος».
Εισαγγελία Πρωτοδικών Διώξεις για λαθρεμπορία και εικονικά τιμολόγια
Στην άσκηση σωρείας ποινικών διώξεων με κατηγορίες κυρίως σε βαθμό κακουργήματος προχώρησε χθες η Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας σχετικά με την υπόθεση της λαθρεμπορίας καυσίμων, που αποκάλυψαν οι αρμόδιες διωκτικές αρχές.
Σε βάρος των εμπλεκομένων στην υπόθεση ασκήθηκαν διώξεις (που είναι ξεχωριστές για τον καθένα ανά περίπτωση) για τα αδικήματα της κακουργηματικής λαθρεμπορίας καυσίμων και της έκδοσης εικονικών τιμολογίων (αφού η ζημιά ξεπερνά κατά πολύ τα 150.000 ευρώ), καθώς επίσης και της παραβίασης της φορολογικής νομοθεσίας.
Σε διαφόρους από τους εμπλεκομένους καταλογίζεται η κακουργηματική κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα («ξέπλυμα χρήματος»), ενώ το αδίκημα της ανακριβούς απόδοσης ή και της μη απόδοσης ΦΠΑ αντιμετωπίζεται άλλες φορές σε βαθμό κακουργήματος και άλλες σε βαθμό πλημμελήματος, ανάλογα με το οφειλόμενο ποσό στο Δημόσιο.
(Εθνος)