Η τιμή του αερίου θα παραμείνει υψηλή και μετά την κόντρα με τη Ρωσία - Τι δείχνουν τα προθεσμιακά συμβόλαια για τα επόμενα χρόνια

Η τιμή του αερίου θα παραμείνει υψηλή και μετά την κόντρα με τη Ρωσία - Τι δείχνουν τα προθεσμιακά συμβόλαια για τα επόμενα χρόνια

Η τιμή του αερίου θα παραμείνει υψηλή και μετά την κόντρα με τη Ρωσία - Τι δείχνουν τα προθεσμιακά συμβόλαια για τα επόμενα χρόνια
27 01 2022 | 11:24

Όταν ξεκίνησε η ευρωπαϊκή ενεργειακή κρίση στα μέσα του 2021, οι Βρυξέλλες πίστευαν ότι η αναταραχή θα τελείωνε μέχρι την άνοιξη. Καθώς γινόταν φανερό ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε, θεώρησε ότι τα προβλήματα δεν θα διαρκέσουν πέραν του 2022. Πλέον και αυτό το στοίχημα μοιάζει χαμένο. Πέραν των ημερήσιων διακυμάνσεων των τιμών φυσικού αερίου - που επηρεάζονται από την πιθανή ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία και τις επιπτώσεις ενός ήπιου χειμώνα - η προθεσμιακή αγορά άρχισε να προεξοφλεί τιμολογιακά προβλήματα και για το 2023, το 2024 και ακόμα παραπέρα.

Η Ευρώπη εισάγει περίπου το 40% του αερίου της από τη Ρωσία και αν ένας πόλεμος - που η Μόσχα δηλώνει ότι δεν επιδιώκει - οδηγήσει σε απώλεια όλων αυτών των ποσοτήτων, τότε η ήπειρος θα αναγκαστεί να λάβει δρακόντια μέτρα, όπως το κλείσιμο πολλών ενεργοβόρων βιομηχανιών. Οι ευρωπαϊκές τιμές θα ανέβαιναν σε πολλαπλάσια επίπεδα από το ρεκόρ που σημειώθηκε το Δεκέμβριο.

Η κρίση του αερίου, όμως, είναι βαθύτερη και εκτείνεται πέραν της διαμάχης με τη Μόσχα και της επίδρασης του ψυχρού χειμώνα του 2020-21. Η ευρωπαϊκή παραγωγή υποχωρεί, ιδίως στην Ολλανδία και τη Βρετανία, και αυτό σημαίνει ότι ολοένα και περισσότερο αέριο πρέπει να έρθει από τρίτες χώρες. Καθώς η ασιατική ζήτηση για LNG αυξάνεται ραγδαία, η Ευρώπη θα πρέπει να ανταγωνιστεί για τις προμήθειες έναντι υψηλής τιμής. Η Ρωσία, μέσω της κρατικής Gazprom, δεν θεωρείται πιθανό να αναπληρώσει τις απομειωμένες ευρωπαϊκές αποθήκες αερίου, όπως έκανε κάθε καλοκαίρι πριν τη χειμερινή περίοδο. Η Ευρώπη θα πρέπει να κινηθεί μόνη της.

Τα προθεσμιακά συμβόλαια δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές τιμές αερίου ενδέχεται να παραμείνουν ψηλότερα από την περίοδο 2010-2020, όταν βρίσκονταν κατά μέσο όρο στα 20 ευρώ/μεγαβατώρα. Δείτε το εποχιακό συμβόλαιο για το καλοκαίρι του 2023: Αυξήθηκε πάνω από τα 40 ευρώ. Το αντίστοιχο του χειμώνα του 2024 έφτασε σε τιμή-ρεκόρ με 30 ευρώ.

Σίγουρα οι τιμές του 2023 και 2024, πόσο μάλλον του 2025, είναι αρκετά χαμηλότερες από τις σημερινές τιμές στη φυσική αγορά που είναι σχεδόν 100 ευρώ. Εντούτοις, εκπροσωπούν αυξήσεις 50-100% σε σχέση με το μέσο όρο της προηγούμενης δεκαετίας.

Η αγορά, βεβαίως, μπορεί να αλλάξει ρότα. Οι προθεσμιακές τιμές δεν αποτελούν προβλέψεις, αλλά μάλλον το εύρος των τιμών που οι παίκτες της αγοράς, όπως προμηθευτές, παραγωγοί και κερδοσκόποι, είναι πρόθυμοι να εμπορευτούν σήμερα για μελλοντικές παραδόσεις.

Ίσως το πιο σημαντικό σήμα από τις προθεσμιακές τιμές είναι ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να χαλαρώσει. Στις Βρυξέλλες και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες υπάρχει μια αίσθηση ανακούφισης ότι το χειρότερο δυνατό σενάριο για το 2022 - διακοπές ρεύματος λόγω έλλειψης αερίου - έχει αποφευχθεί. Ναι, οι τιμές ανέβηκαν σε επίπεδα-ρεκόρ, λέει το επίσημο αφήγημα, όμως δεν είναι τόσο άσχημα όσο έλεγαν κάποιοι.

Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε μια ανάπαυλα εν μέρει λόγω ενός παράγοντα που κανείς δε μπορεί να ελέγξει: Τον καιρό. Η Βρετανία και η ηπειρωτική Ευρώπη μπόρεσαν να λάβουν τεράστιες ποσότητες με φορτία LNG που αλλίως θα κατέληγαν στην Κίνα, την Ιαπωνία και αλλού στην Αν. Ασία διότι εκείνη η περιοχή είχε έναν ηπιότερο χειμώνα. Επίσης οφείλεται στο ότι η Κίνα αύξησε την παραγωγή άνθρακα, που περιόρισε τη ζήτηση για αέριο. Ή, όπως το θέτει η Σαμάνθα Νταρτ της Goldman Sachs, "οι υψηλές εισαγωγές LNG στην Ευρώπη δεν μεταφράζονται σε υψηλές εισαγωγές LNG αργότερα".

Η Ευρώπη θα πρέπει να υποθέσει ότι οι υψηλές τιμές αερίου κατά τους τελευταίους μήνες δεν είναι ένα στιγμιαίο φαινόμενο, αλλά πιθανώς η αρχή μιας νέας τάσης. Η απάντησή της, όπως το πως να προστατεύσει τους ευάλωτους καταναλωτές, πρέπει να το λάβει αυτό υπόψη. Οι επιδοτήσεις που ορισμένες κυβερνήσεις προσφέρουν σήμερα - και θεωρούνται προσωρινές - ίσως καταλήξουν να είναι μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις.

(του Τζαβιέρ Μπλας, Bloomberg)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM