Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί νέα θεσμικά πλαίσια, ταχύτερες αποφάσεις και εκσυγχρονισμό των υποδομών
Το μεγάλο στοίχημα της Ενεργειακής Μετάβασης δεν κερδίζεται απλά με ένα όραμα. Απαιτεί κατάλληλο σχεδιασμό, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προκλήσεων της αγοράς ενέργειας. Προϋποθέτει την κατάλληλη χαρτογράφηση της εγχώριας ενεργειακής κατάστασης και αποτίμηση του κόστους της Μετάβασης, την επίσπευση ξεκάθαρων θεσμικών πλαισίων που θα μπορούν να εξασφαλίσουν ταχύτερες και αποτελεσματικότερες διαδικασίες με λιγότερο cost damage για τις ενεργειακές Επιχειρήσεις και την επίτευξη της ενεργειακής ανεξαρτησίας.
Το 2021 αναμέναμε την εφαρμογή του ευρωπαϊκού μοντέλου-στόχου (European Target Model) που αποσκοπεί στην ενοποίηση των επιμέρους αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου των κρατών μελών της Ε.Ε. και τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Από την πρώτη χρονιά εφαρμογής αποδεικνύεται ότι η διασυνοριακή σύζευξη προϋποθέτει πρωτίστως την εύρυθμη και εναρμονισμένη λειτουργία των επιμέρους ευρωπαϊκών αγορών ενέργειας με σαφής πολιτική και ρυθμιστική εγρήγορση και συνεχή εποπτεία. H επιτάχυνση των πρωτοβουλιών για την ενεργειακή μετάβαση σε επίπεδο ΕΕ είναι πρωτοφανής και οι Ευρωπαϊκές χώρες που έχουν δεσμευθεί να προχωρήσουν καλούνται να επιδείξουν τα αντίστοιχα αντανακλαστικά.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας υπόσχονται, πέραν της μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματος, τη μέγιστη δυνατή ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας, μέσω της διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου των πηγών ενέργειας, την καλύτερη διαχείριση κινδύνων και την ευελιξία στη σύναψη διημερών συμβάσεων με παραγωγούς. Ωστόσο οι καιρικές συνθήκες και η μεταβλητότητα στην απόδοση των ΑΠΕ δεν επιτρέπουν ούτε τη σταθερή παραγωγή ούτε όμως και την έγκυρη πρόβλεψη αυτής. Υπό αυτό το πρίσμα, η εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης θα δώσει τη δυνατότητα για ακριβείς προβλέψεις παραγωγής και διάθεσης, περιορίζοντας το κόστος εξισορρόπησης της αγοράς, ως ένα μέρος της λύσης για την αύξηση του ανταγωνισμού και την εύρυθμη λειτουργία του target model.
Το 2021 ήταν ένα χρόνος αναμονής πολλών αλλαγών στον κλάδο της ενέργειας οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί, διατηρώντας ένα δύσκολο πλαίσιο ανάπτυξης και λειτουργίας των ΑΠΕ.
Η εναρμόνιση του Ελληνικού ρυθμιστικού πλαισίου με την επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης και λειτουργίας βρίσκονται ακόμα σε επίπεδο συζητήσεων, όπως και οι νέες επενδύσεις σε σταθμούς αποθήκευσης ενέργειας και υπεράκτια αιολικά πάρκα. Σε ότι αφορά μάλιστα τα θαλάσσια πάρκα, η διαμόρφωση νέας οικονομίας της θάλασσας με επέκταση ενεργειακού δυναμικού και συνεπαγόμενων υποδομών φέρει μία σειρά από θετικές και κυρίως προσοδοφόρες εξελίξεις, με τη διασφάλιση από τη μία της ενεργειακής ανεξαρτησίας αλλά και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των νησιών. Επιπρόσθετα η επένδυση σε θαλάσσια πάρκα φέρει μαζί της την αποσυμφόρηση αρκετών περιοχών της Ηπειρωτικής Ελλάδας με κορεσμένα δίκτυα όπως η Θράκη και η Πελοπόνησσος. Πρόσφατες εκτιμήσεις προϋποθέτουν την προσθήκη περίπου 9.000 MW ανανεώσιμης ισχύος στο δίκτυο μέχρι το 2030. Συνεπώς, ελλοχεύει ο κίνδυνος να υπάρξουν ώριμα έργα ΑΠΕ που όμως δεν θα είναι δυνατόν να υλοποιηθούν, καθώς θα υφίσταται κορεσμός στην χωρητικότητα του ηλεκτρικού δικτύου.
Οι υποδομές που πρέπει να αναπτυχθούν ή να εκσυγχρονιστούν απαιτούν επενδυτικά σχέδια και διαδικασίες αδειοδότησης, που διαρκούν ως και 8 χρόνια. Υπό αυτό το πρίσμα είναι δύσκολο να μιλάμε και επίτευξη στόχων έως το 2030. Το ερώτημα που τίθεται αναπόφευκτα για την επόμενη χρονιά είναι το εξής: πως θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε με νέες μονάδες παραγωγής ΑΠΕ και αποθήκευσης αν χρειάζονται 8 χρόνια για την επίτευξη των έργων; Πως θα ολοκληρωθούν το συντομότερο ώριμα έργα που βρίσκονται σε περιοχές με κορεσμένο δίκτυο;
To 2022 πρόκειται να εισέλθει με αυξημένες τις τιμές στην ενέργεια, οι οποίες έχουν ήδη αντίκτυπο στην εφοδιαστική αλυσίδα και στους τελικούς καταναλωτές. Η τιμή του φυσικού αερίου καλπάζει και η αγορά διψάει για βέλτιστες εναλλακτικές, πράσινες μορφές παραγωγής από ΑΠΕ. Σε αυτή τη συγκυρία η παραγωγή από αιολικές και υδροηλεκτρικές μονάδες βοηθά στη μείωση της χονδρικής τιμής της MW, αποδεικνύοντας πως οι ΑΠΕ αποτελούν μια βιώσιμη λύση για την παραγωγή ενέργειας.
Η ταχύτερη διείσδυση ΑΠΕ θα αποτελέσει ρυθμιστή στη τιμή της ενέργειας και θα βοηθήσει στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της παραγωγικής αλυσίδας (PPAs). Η μεγαλύτερη ωστόσο πρόκληση για το νέο έτος είναι η σωστή διαχείριση των διαθέσιμων πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Σημαντικό μέρος αυτών πρέπει να κατευθυνθούν σε πράσινες δράσεις, επιδοτήσεις για δημόσια έργα και μεταρρυθμίσεις. Η χώρα έχει ανάγκη σημαντικού εκσυγχρονισμού σε υποδομές οι οποίες καθίστανται όλο και πιο αναγκαίες για την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών ΑΠΕ και ειδικότερα αποθήκευσης και υπεράκτιων αιολικών πάρκων.
Η Ελλάδα επιθυμεί να αδράξει της ευκαιρίας και να συμπορευτεί με την Ευρώπη. Ο δρόμος για την ενεργειακή μετάβαση είναι ακόμα μεγάλος. Οι ρυθμιστικές αλλαγές που απαιτούνται πολλές, το κόστος σημαντικό και ο διαθέσιμος χρόνος λιγοστεύει ολοένα και περισσότερο.
----------------------------------
Η Δρ. Ευγενία Λειβαδάρου είναι μέλος του Δ.Σ. ΕΛΛΑΚΤΩΡ
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες ενόψει του 2022.