Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις στην ενεργειακή κρίση
Η ενεργειακή κρίση συνεχίζεται χωρίς να προκύπτουν εύκολες απαντήσεις για να τεθεί υπό έλεγχο. Οι ηγέτες της Ευρώπης συναντήθηκαν την περασμένη βδομάδα στη Σλοβενία και με τον ιδιαίτερό τους τρόπο αποφάσισαν να αφήσουν τη σοβαρή συζήτηση για το πρόβλημα μέχρι την επόμενη Σύνοδο Κορυφής στις 21 Οκτωβρίου. Λες και η κρίση θα περιμένει μέχρι να καταλήξουν σε συντονισμένη απάντηση και απαντήσεις.
Ο επίτροπος Ενέργειας Kadri Simson παραδέχτηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΚ) είναι ανίσχυρη να αποτρέψει αυτές τις αυξήσεις- ρεκόρ των τιμών της ενέργειας. H εργαλειοθήκη που ανακοίνωσε, προτείνει ότι εναπόκειται στις κυβερνήσεις να προσφέρουν «στοχευμένη» εθνική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης των φόρων ενέργειας – κάτι που πρέπει να ληφθεί υπόψη από την Κύπρο, όπως πρότεινα πριν και αργότερα σε αυτό το άρθρο.
Η Simson επιβεβαίωσε επίσης ότι η ΕΕ δεν προτίθεται να κάνει σοβαρές ρυθμιστικές αλλαγές στην εσωτερική αγορά ενέργειας. Είπε στους Financial Times ότι «οι λόγοι πίσω από τις υψηλές παγκόσμιες τιμές ενέργειας δεν δημιουργήθηκαν εδώ στην Ευρώπη», αγνοώντας το γεγονός ότι η Ευρώπη φταίει που δεν αντιμετώπισε τα χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου από νωρίς. Ἠταν γνωστό ήδη από τον Φεβρουάριο ότι τα επίπεδα χειμερινής αποθήκευσης φυσικού αερίου ήταν χαμηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο των τελευταίων 5 ετών. Μέχρι τον Ιούνιο το χάσμα αυξήθηκε στο 20%. Αυτό, σε συνδυασμό με την αδυναμία των προμηθευτών να αυξήσουν τον εφοδιασμό φυσικού αερίου πέρα από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και την αυξανόμενη ζήτηση που προκλήθηκε από την ταχεία οικονομική ανάκαμψη από την πανδημία, οδήγησε στις υψηλές τιμές του φυσικού αερίου.
Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή και η διαδοχή ακραίων καιρικών φαινομένων έχουν επιδεινώσει το πρόβλημα, αυξάνοντας την κατανάλωση φυσικού αερίου τον περασμένο χειμώνα και το φετινό καλοκαίρι. Επίσης, η μετάβαση από ορυκτά καύσιμα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχει αφήσει κενά. Καθώς η διαλείπουσα παροχή αιολικής ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα, η Ευρώπη δεν έχει διασφαλίσει να έχει στη διάθεσή της επαρκή εφεδρική ενέργεια έως ότου οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι σε θέση να καλύψουν το απαιτούμενο φορτίο. Επιπλέον, το κόστος του συστήματος εμπορίας εκπομπών της ΕΕ (ETS) έχει τώρα σοβαρό αντίκτυπο στις τιμές της ενέργειας, τιμωρώντας αδιακρίτως τους καταναλωτές.
Αλλά ο Πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, μπορεί να σώσει την κατάσταση. Ανακοίνωσε την περασμένη Τετάρτη ότι η Ρωσία θα αυξήσει την παροχή φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Είπε επίσης ότι η Ευρώπη έκανε λάθος που εγκατέλειψε μακροπρόθεσμες συμβάσεις φυσικού αερίου προτιμώντας την αγορά spot, όπου οι τιμές έχουν εκτοξευθεί. Ο Ρώσος αντιπρόεδρος Αλεξάντερ Νόβακ πρόσθεσε ότι η επιτάχυνση των εγκρίσεων του αγωγού Nord Stream 2 θα μπορούσε να σταθεροποιήσει γρήγορα τις ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας. Υπήρξε άμεση ανταπόκριση της αγοράς σε αυτό, με τις τιμές στον κόμβο εμπορίας φυσικού αερίου TTF στην Ολλανδία να πέφτουν από το υψηλό όλων των εποχών, $51/mmBTU, σε κάτω από $32/mmBTU. Συνεχίζει, όμως, να είναι πέντε φορές υψηλότερο σε σύγκριση με περίπου $6,50/mmBTU στην αρχή του έτους.
Η κρίση θα συνεχιστεί
Με την ΕΕ να μην μπορεί να ανταποκριθεί και την προσφορά του Πούτιν να αναμένεται να πάρει χρόνο για να υλοποιηθεί, αυτή η κρίση είναι πιθανό να πάρει την πορεία της πριν υποχωρήσει σε κανονικά επίπεδα, με την Ευρώπη να προσεύχεται για έναν ήπιο χειμώνα.
Είχαμε αυξήσεις στην τιμή του φυσικού αερίου πριν, το 2014 και το 2019, που διήρκησαν περίπου 4-6 μήνες. Και στις δύο περιπτώσεις οι τιμές επανήλθαν τελικά στα κανονικά επίπεδα και στην πραγματικότητα ακολούθησαν περίοδοι κατάρρευσης των τιμών το 1ο τρίμηνο του 2016 και στα μέσα του 2020. Η τρέχουσα κρίση είναι πιο οξεία, αλλά οι προσδοκίες είναι ότι θα χαλαρώσει στις αρχές του επόμενου έτους.
Έτσι, παρ’ όλο που οι τιμές του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος, είναι απίθανο να μετριάσουν πριν από το τέλος του έτους, αυτό είναι προσωρινό, όχι μόνιμη εξέλιξη.
Εν τω μεταξύ, η ενεργειακή μετάβαση είναι ασταμάτητη, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Παρ’ όλο που η τρέχουσα ενεργειακή κρίση προκαλεί πολλά ερωτήματα, όπως η ενεργειακή μετάβαση να είναι ταχύτερη από την αξιόπιστη και συνεχή παροχή καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας, η ασφάλεια και η οικονομική προσιτότητα των ενεργειακών προμηθειών να διακινδυνεύουν, και ούτω καθεξής, δεν θα εκτροχιάσει μετάβαση σε μηδενικές εκπομπές έως το 2050. Το συνέδριο κλιματικής αλλαγής COP26 τον Νοέμβρη θα δώσει την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε πώς φτάνουμε εκεί.
Παρά την τρέχουσα ενεργειακή κρίση, εντείνονται οι εκκλήσεις για ταχύτερη ενεργειακή μετάβαση καθώς πλησιάζουμε στο COP26, συμπεριλαμβανομένων των εκκλήσεων για πιο δραστική δράση. Αυτό μεταφράζεται σε αυξανόμενη πίεση προς τις εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου (IOCs) να επισπεύσουν τη μετάβαση των δραστηριοτήτων τους σε πράσινη ενέργεια.
Η ΕΕ επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της για καθαρή ενέργεια και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η πρόεδρός της Ursula von der Leyen είπε: «Για εμάς, είναι πολύ σαφές ότι με την ενέργεια μακροπρόθεσμα είναι σημαντικό να επενδύσουμε σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που μας δίνουν σταθερές τιμές και μεγαλύτερη ανεξαρτησία, επειδή το 90% του φυσικού αερίου εισάγεται στην ΕΕ».
Παρ’ όλο που στην πραγματικότητα η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να αργοπορήσει, εντούτοις τέτοιες δηλώσεις ασκούν τεράστια και αυξανόμενη πίεση στις IOCs. Και, με διάφορες ταχύτητες, ανταποκρίνονται.
Τι γίνεται με Κύπρο
Μόλις τελειώσει αυτή η κρίση, οι γνωστές προκλήσεις που αντιμετώπιζε η ανάπτυξη του φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο θα επανεμφανιστούν. Είναι απλά πολύ ακριβό για να αναπτυχθεί και δεν έχει τους όγκους που απαιτούνται για να κάνει τη διαφορά. Η αυξανόμενη πίεση στις IOCs να γίνουν πιο πράσινες και οι μαζικές μειώσεις στις κεφαλαιουχικές τους δαπάνες δεν βοηθούν. Γι ‘αυτό η ανάπτυξη δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα.
Η ταχεία ενεργειακή μετάβαση περιθωριοποιεί τις παγκόσμιες προοπτικές εξαγωγής φυσικού αερίου από την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Το μέλλον είναι περιφερειακό, και πρέπει να δοθεί έμφαση στην ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που να υποστηρίζεται από το φυσικό αέριο.
Οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου παγκόσμια επηρεάζουν επίσης την τιμή του αργού Brent και την τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών ETS (EUA). Και τα δύο αυτά έχουν αντίκτυπο στο ενεργειακό κόστος στην ΕΕ και την Κύπρο.
Από τον Αύγουστο που η ΑΗΚ ανακοίνωσε την αύξηση της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, η τιμή του αργού Brent και των EUA αυξήθηκε κατά περίπου 15%. Σίγουρα αυτές οι αυξήσεις θα μεταφερθούν στους Κύπριους καταναλωτές, αναιρώντας τη μείωση κατά 10% των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας που επιβλήθηκε στην ΑΗΚ τον Σεπτέμβριο.
Αυτό δεν πρόκειται να είναι προσωρινό φαινόμενο. Η Κύπρος πρέπει να υιοθετήσει μακροπρόθεσμα μέτρα για την αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους και των επιπτώσεών τους στους ευάλωτους καταναλωτές.
Προτείνω εδώ και αρκετό καιρό τα έσοδα που συλλέγει η κυβέρνηση από τη δημοπρασία EUAs – από την ΑΗΚ και άλλους κλάδους που υπόκεινται στο ETS – να χρησιμοποιηθούν για να μειωθεί το βάρος του υψηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος. Αυτό προτείνει το Εγχειρίδιο ETS της ΕΕ. Το υπόλοιπο θα μπορούσε να επενδυθεί σε μέτρα για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου – η αιτία των χρεώσεων EUA – και τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.
Επιπλέον, η κυβέρνηση θα πρέπει να σταματήσει τη χρέωση ΦΠΑ στο μέρος της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από χρεώσεις EUA, καθώς αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως περίπτωση διπλής φορολογίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 3%. Η Κύπρος χρειάζεται μακροπρόθεσμες λύσεις και όχι βραχυπρόθεσμες διορθώσεις.
* Ο Χ. Έλληνας είναι ανώτερος συνεργάτης στο Παγκόσμιο Κέντρο Ενέργειας του Ατλαντικού Συμβουλίου.
(Πολίτης)