Δέτσης: Μείωση του κόστους για τους καταναλωτές έως 44% μέσω του Demand Response
Μαζί με τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητάς, η Ανταπόκρισης Ζήτησης (το λεγόμενο Demand Response), αποτελεί βασικό εργαλείο των στρατηγικών διαχείρισης από τη σκοπιά της ζήτησης ή Demand Side Management, όπως επισήμανε ο Ιωάννης Δέτσης, Διευθύνων Σύμβουλος της choose.
Όπως πρόσθεσε, το Demand Response κερδίζει έδαφος στις ώριμες ενεργειακές αγορές, καθώς η απελευθέρωση της αγοράς σε συνδυασμό με τη σταδιακή απανθρακοποίηση και την είσοδο των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έχουν αυξήσει σημαντικά τις διακυμάνσεις του συστήματος. Σημαντικό επίσης ρόλο παίζουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα λόγω της κλιματικής αλλαγής, η οποία επίσης πολλαπλασιάζει τις ημέρες με καύσωνα και κατά συνέπεια αυξημένης ζήτησης.
Η Ανταπόκριση Ζήτησης έρχεται να υποκαταστήσει τις ιδιαίτερα κοστοβόρες στρατηγικές εξισορρόπησης για την αντιμετώπιση των απότομων κορυφώσεων της ζήτησης (το λεγόμενο peak demand). Η εξισορρόπηση μέσω της προσφορά γίνεται από θερμικές μονάδες, που έχουν υψηλό κόστος κατασκευής και παραγωγής, το οποίο μάλιστα θα αυξάνεται όλο και περισσότερο όσο οι χώρες μειώνουν την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα.
«Για να έχουμε μια εικόνα αυτού του κόστους, υπολογίζεται ότι στις ΗΠΑ το peak demand αγγίζει μόλις τις 100 ώρες τον χρόνο, αλλά αντιστοιχεί στο 10-20% του κόστους όλου του κλάδου της ηλεκτρικής ενέργειας. Στη δε Αυστραλία, αυτό το κόστος κινείται ανάμεσα στο 20% και 30%, για μόλις 90 ώρες του peak demand», σημείωσε.
Ως αντιστάθμισμα, μέσω του Demand Response, προσφέρεται κίνητρο στους καταναλωτές να τροποποιήσουν τη ζήτησή τους. Έτσι, σύμφωνα με την εμπειρία άλλων χωρών, η χρήση της Ανταπόκρισης Ζήτησης προσφέρει μεγάλες μειώσεις στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές, οι οποίες φτάνουν μέχρι και το 44%, αλλά και στη διαφορά ανάμεσα στη μέση κατανάλωση και στην κορύφωση της κατανάλωσης (peak to average ratio), έως και 38%.