Η αγορά ενέργειας σε κρίσιμο σταυροδρόμι
«Έρχεται η στιγμή να αποφασίσεις, με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις». Θα μπορούσε αυτό το τραγούδι του Σαββόπουλου να ταιριάζει με τα τεκταινόμενα σήμερα στην ελληνική αγορά ενέργειας, απευθυνόμενο σε πολλούς. Τα σχεδόν είκοσι χρόνια ημιτελών προσπαθειών εφαρμογής αυτού που ονομάζουμε «ευρωπαϊκό κεκτημένο» στην ελληνική αγορά ενέργειας έχουν, πλέον, οδηγήσει στις τεκτονικές αλλαγές που όλοι βλέπουμε σήμερα να συμβαίνουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ελληνικού ενεργειακού τομέα.
Συνοπτικά, οι αλλαγές αυτές έχουν δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος είναι η δυνατότητα που έχει δοθεί σε όλους τους Έλληνες καταναλωτές ενέργειας να έχουν επιλογή προμηθευτή, σε ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο, γεγονός που θυμίζει τις ημέρες των αρχών της απελευθέρωσης των τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα. Η δυνατότητα αυτή έχει συνοδευτεί από την άρση της οποιασδήποτε ρύθμισης από τις τιμές τελικού καταναλωτή και στις δύο αγορές. Ο δεύτερος είναι η σαρωτική αλλαγή των κανόνων λειτουργίας στην αγορά του ηλεκτρισμού και του φυσικού αερίου. Και στις δύο αγορές, η Ελλάδα βαδίζει στην εφαρμογή αυτού που έχει καθιερωθεί να ονομάζεται, Target Model, η οποία συνεπάγεται ριζική αναμόρφωση στον τρόπο λειτουργίας των παραγωγών, εμπόρων και προμηθευτών ενέργειας, αλλά και απαιτεί επανεκπαίδευση των καταναλωτών ενέργειας και τάχιστη προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα. Το ελληνικό χρηματιστήριο ενέργειας είναι, επιτέλους, προς δημιουργία, έστω και με καθυστέρηση μίας εικοσαετίας, από τα τελευταία σε ολόκληρη την Ευρώπη (και όχι μόνο την ΕΕ).
Καθώς ουδέν καλόν αμιγές κακού, οι σοβαρές αυτές εξελίξεις, προς την απολύτως σωστή κατεύθυνση, ενέχουν κινδύνους και απαιτούν την ύπαρξη μηχανισμών ελέγχου της λειτουργίας της αγοράς εντελώς ασυνήθιστων για τα ελληνικά, και όχι μόνο, δεδομένα. Επίσης, απαιτεί κάτι που δεν είναι προφανές σε πρώτο χρόνο: την κατά το δυνατό ταχύτερη σύγκλιση στον τρόπο λειτουργίας των αγορών πέρα από τα σύνορα της κάθε εθνικής αγοράς, αλλά και την τάχιστη άρση των εμποδίων στην πρόσβαση και λειτουργία των ενεργειακών διασυνδέσεων. Μόνο η πρόσβαση στο σύνολο της ενεργειακής αγοράς της ΕΕ μπορεί, πλέον, να προσφέρει το κατάλληλο μέσο για τη διαχείριση των κινδύνων, αλλά και να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και την προστασία των καταναλωτών, μέσω της σωστής επιλογής προμηθευτή.
Τέλος, η διαφαινόμενη αποδρομή του άνθρακα και η στροφή στις ΑΠΕ και η ταυτόχρονη σύγκλιση του τρόπου λειτουργίας των αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, στις οποίες οι ΑΠΕ θα έχουν το ρόλο συνδετικού κρίκου, αλλά και καταλύτη, έρχεται για να κλείσει τον κύκλο των παραμέτρων που καθορίζουν το νέο περιβάλλον λειτουργίας της ενεργειακής αγοράς στην Ελλάδα, αλλά και την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η αγορά ενέργειας οδηγείται ολοένα και περισσότερο προς τον τρόπο λειτουργίας των χρηματιστηριακών αγορών, με μία όμως σημαντικότατη διαφορά. Όσες «εικονικές» μεγαβατώρες και να πωληθούν στα χαρτιά, αυτές πρέπει να παραχθούν, μεταφερθούν και καταναλωθούν σε πραγματικό χρόνο. Ότι και να συμβεί σε επίπεδο αγοράς, πρέπει να μεταφερθεί στο φυσικό επίπεδο, στον παραγωγό, το διαχειριστή και τον τελικό καταναλωτή, και μάλιστα με ακρίβεια δευτερολέπτου, αλλιώς κινδυνεύει η φυσική ευστάθεια των δικτύων. Αυτή η ιδιαιτερότητα της ενέργειας απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, οι οποίες κινδυνεύουν άμεσα από τις αποτυχίες στον σχεδιασμό και τη λειτουργία των ενεργειακών αγορών, μεταφέροντας τον κίνδυνο αυτό σε επενδυτές και καταναλωτές.
Οι προκλήσεις είναι, προφανώς, πολύ μεγάλες για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά ενέργειας και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οδηγούμεθα νομοτελειακά, στη ριζική αναμόρφωση του εταιρικού ενεργειακού τοπίου.
Είτε μας αρέσει, είτε όχι, εκείνοι που θα επιβιώσουν θα είναι λίγοι και μεγάλοι, καθετοποιημένοι, όμιλοι, οι οποίοι θα έχουν το μέγεθος που απαιτείται για να μπορούν να καλύπτουν τους κινδύνους της αγοράς αυτής και να αναπτυχθούν στο περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού που διαμορφώνεται πανευρωπαϊκά ή και παγκόσμια. Θα έχουν διαφοροποιημένο καλάθι παραγωγικού δυναμικού, με σημαντικό κομμάτι μονάδων ΑΠΕ και φυσικού αερίου ή και θα εμπορεύονται φυσικό αέριο, ηλεκτρισμό και ρύπους σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα παρακολουθούν, σε 24ωρη βάση, τη λειτουργία της εθνικής και υπερεθνικής αγοράς ενέργειας και θα έχουν τα υπολογιστικά εργαλεία και ανθρώπινο δυναμικό που θα τους επιτρέπει να το κάνουν με το ελάχιστο κόστος και το καλύτερο αποτέλεσμα. Θα έχουν αναπτύξει μηχανισμούς διαχείρισης του κινδύνου και θα έχουν βρει νέους τρόπους να προσεγγίζουν τον καταναλωτή ενέργειας (και όχι μόνο), πείθοντάς τον ότι του προσφέρουν το καλύτερο δυνατό προϊόν και υπηρεσίες, αλλά πρωτίστως ασφάλεια, γνώση και φροντίδα και για το δικό του συμφέρον.
Σε αυτές τις νέες συνθήκες, υπάρχουν δύο κρίσιμα ερωτήματα να απαντηθούν. Το πρώτο είναι το κατά πόσο τα άλλοτε κραταιά ενεργειακά μονοπώλια είναι σε θέση να επιβιώσουν, έστω και σε νέο περίβλημα ή μορφή, καθώς μέχρι σήμερα και σε αρκετές περιπτώσεις έχουν κάνει πολύ λίγα και πολύ αργά. Και το δεύτερο είναι πώς θα επιβιώσει η ελληνική βιομηχανία, ιδιαίτερα εκείνη που ονομάζουμε μεγάλης ενεργειακής έντασης.
Πιθανόν η απάντηση και στα δύο ερωτήματα να πηγάζει από τις προσπάθειες εκείνων, των λίγων αλλά αποφασισμένων, που βλέποντας μπροστά, πολλά χρόνια τώρα, έχουν αποφασίσει να αλλάξουν για να μη βουλιάξουν και να πείσουν και τους υπόλοιπους, σε Αθήνα και Βρυξέλλες, να προσπαθήσουν να κάνουν κάτι για να κρατήσουν ζωντανό τον ενεργειακό τομέα στην Ελλάδα και να τον καταστήσουν αναπόσπαστο κομμάτι της Ενεργειακής Ένωσης. Το εάν θα το καταφέρουν η όχι, θα φανεί στους επόμενους λίγους μήνες. Το σίγουρο είναι ότι στα επόμενα 1-2 χρόνια το ενεργειακό τοπίο δεν θα θυμίζει σε τίποτα το σημερινό. Θα είναι διαφορετικό, αλλά καλύτερο. Στο μεταξύ, προσδεθείτε και μη καπνίζετε.
- O Δρ. Μιχάλης Θωμαδάκης είναι Διευθυντής Τομέα Ενέργειας, Grant Thornton
(το άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2018 που εκδίδει για 7η χρονιά το επιτελείο του energypress)