Τρεις λόγοι που το πετρέλαιο παραμένει κάτω από τα 100 δολ.
Αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν στόχους στο βόρειο Ιράκ, το Ισραήλ και η Χαμάς ανταλλάσουν πυρά και η διαμάχη της Ρωσίας με τη Δύση για την Ουκρανία συνεχίζεται σε εκρηκτικό κλίμα. Και όμως, αυτοί οι φαινομενικά σημαντικοί γεωπολιτικοί παράγοντες δεν επηρεάζουν ιδιαίτερα την αγορά πετρελαίου, σημειώνει το Marketwatch.
«Οι τιμές του πετρελαίου μοιάζουν περιέργως ήρεμες παρά τους κλιμακούμενους γεωπολιτικούς κινδύνους που εκτείνονται σε ένα ασυνήθιστα μεγάλο κομμάτι του πετρελαιοπαραγωγού κόσμου», ανέφερε η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας στην έκθεση του Αυγούστου για το πετρέλαιο.
Η τιμή του αργού πετρελαίου, τύπου light sweet στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης υποχώρησε κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι στις αρχές Αυγούστου και παραμένει υπό πίεση «αλλάζοντας χέρια» στα 97,25 δολάρια την Τρίτη.
To Marketwatch αναφέρει τρεις πιθανούς λόγους για τους οποίους οι τιμές του πετρελαίου δεν προκαλούν τρόμο, πολύ λιγότερο ένα σοκ, στην παγκόσμια οικονομία αυτή τη στιγμή.
Το πετρέλαιο εξακολουθεί να ρέει
«Παρά τους ειδησεογραφικούς τίτλους, δεν έχουμε δει και τόσα προς της κατεύθυνση μιας νέας διατάραξης της παραγωγής» αναφέρει ο Richard Mallinson, γεωπολιτικός αναλυτής στην εταιρεία ερευνών Energy Aspects.
Οι τιμές του πετρελαίου σημείωσαν απότομη άνοδο τον Ιούνιο όταν οι Σουνίτες αντάρτες ξεκίνησαν την προέλαση τους σε περιοχές του Βόρειου Ιράκ. Έκτοτε σημειώνεται μια σταθερή υποχώρηση υπό την προσδοκία ότι οι βασικές πετρελαϊκές υποδομές και οι εξαγωγικές εγκαταστάσεις του Ιράκ – που βρίσκονται στα νότια της χώρας – θα παραμείνουν απομονωμένες από τη βία.
Μέχρι στιγμής, αυτό έχει αποδειχθεί αληθές. Το Ιράκ παρήγε 3,12 εκατ. βαρέλια την ημέρα τον Ιούλιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας. Και η Λιβύη έχει αρχίσει να βλέπει την πετρελαιοπαραγωγή της να αυξάνεται μετά την σύναψη συμφωνίας μεταξύ κυβέρνησης και ανταρτών τον Ιούλιο για την επαναλειτουργία των εγκαταστάσεων και των λιμανιών που παρέμεναν κλειστά για περισσότερο από ένα έτος.
Αυτό επέτρεψε την παραγωγή από τις χώρες του ΟΠΕΚ να αγγίξει υψηλό 5μήνου, στα 30,44 βαρέλια ημερησίως τον Ιούλιο.
Η ΙΕΑ επισημαίνει ότι παρά την γεωπολιτική αναταραχή, «η αγορά πετρελαίου σήμερα δείχνει να είναι καλύτερα τροφοδοτούμενη από το αναμενόμενο, με ένα πλεόνασμα πετρελαίου να καταγράφεται στην λεκάνη του Ατλαντικού» όπου μία μη αναμενόμενη ραγδαία πτώση στη ζήτηση «συντέλεσε στην αδυσώπητη ανάπτυξη της αμερικανικής προσφοράς». Που μας οδηγεί στον λόγο νο 2:
Επιταχύνεται η παραγωγή πετρελαίου στη Βόρεια Αμερική
Χάρη στην έκρηξη της παραγωγής πετρελαίου από σχιστόλιθο, η παραγωγή πετρελαίου στον Καναδά και τις ΗΠΑ αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Παρότι επιβράδυνε την παραγωγική ικανότητα και προκάλεσε πονοκέφαλο στα διυλιστήρια, η αύξηση της παραγωγής έχει την επίδρασή της.
Ο Ole Sloth Hansen, στρατηγικός αναλυτής της αγοράς εμπορευμάτων της Saxo Bank στην Κοπεγχάγη, λέει πως η κατάσταση «contago» των συμβολαίων του brent – όταν οι τιμές άμεσης παράδοσης είναι φθηνότερες από τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης- ενισχύει τις πεποιθήσεις πως υπάρχει παγκόσμια υπερπροσφορά πετρελαίου.
Η ζήτηση για πετρέλαιο αυξάνεται με αργούς ρυθμούς
Δεν έχουν να κάνουν όλα πάντα με την προσφορά. Η ζήτηση από την πλευρά της έχει συρρικνωθεί. Ένα ήπιο καλοκαίρι έχει περιορίσει τη ζήτηση των ΗΠΑ για ηλεκτρισμό, ενώ η οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης εμφανίζει σημάδια αδυναμίας. Μια ανάκαμψη της ζήτησης από την Κίνα εξανεμίζεται καθώς η χώρα προσπαθεί να μετασχηματίσει την οικονομία της δίνοντας έμφαση στην εγχώρια ζήτηση και λιγότερο στις εξαγωγές, αναφέρει ο Mallinson.
Στο μηνιαίο report της η IEA μείωσε τις εκτιμήσεις για την αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης φέτος κατά 180.000 βαρέλια την ημέρα στα 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα, επικαλούμενη την πιο αδύναμη ζήτηση του β’ τριμήνου.
Η ζήτηση, ωστόσο, αναμένεται να αυξηθεί στα 1,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα το 2015 καθώς θα βελτιώνονται οι παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες, σύμφωνα πάντα με την ΙΕΑ. Η πρόβλεψη αυτή είναι κατά 90.000 βαρέλια χαμηλότερη σε σχέση με την αρχική εξαιτίας της πιο αδύναμης οικονομικής ανάπτυξης στην Κίνα και τη Ρωσία.
(capital.gr)