Π. Μπίσκας: Πρόβλημα βιωσιμότητας των θερμικών μονάδων από το 2028 διαπιστώνει η μελέτη επάρκειας του συστήματος - ανοίγει η συζήτηση για CRM
Η είσοδος μεγάλου όγκου αποθήκευσης στο ηλεκτρικό σύστημα –μπαταρίες και αντλησιοταμιευτικά– δεν αλλάζει απλώς τους κανόνες λειτουργίας της αγοράς, αλλά φέρνει στο προσκήνιο ένα δύσκολο ερώτημα: πόσο «στέκουν» οικονομικά οι θερμικές μονάδες (ιδίως οι μονάδες φυσικού αερίου) όταν χάνουν κρίσιμα έσοδα από την εξισορρόπηση και τις υπηρεσίες ευελιξίας; Αυτό ακριβώς είναι το βασικό εύρημα που, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο καθηγητής του ΑΠΘ Παντελής Μπίσκας στο podcast «Στην Πρίζα» του ΑΔΜΗΕ, αρχίζει να αναδεικνύεται από τη μελέτη επάρκειας πόρων που εκπονεί η ομάδα του.
Ο κ. Μπίσκας ξεκαθάρισε εξαρχής ότι πρόκειται για μελέτη επάρκειας «πόρων» –άρα όχι μόνο επάρκειας ισχύος αλλά και επάρκειας ευελιξίας– με στόχο να εξεταστούν οι ανάγκες του συστήματος τόσο στην κάλυψη της μέγιστης ζήτησης (μαζί με τις αναγκαίες εφεδρείες), όσο και στην ικανότητα διαχείρισης των απότομων μεταβολών παραγωγής που προκαλεί η υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ.
Όπως εξήγησε, η μελέτη θα καταλήξει σε δείκτες κάλυψης ισχύος και δείκτες κάλυψης ευελιξίας. Το κομμάτι της ευελιξίας είναι πλέον καθοριστικό, λόγω της απογευματινής «ράμπας» που δημιουργείται όταν πέφτει η φωτοβολταϊκή παραγωγή και το σύστημα χρειάζεται γρήγορη άνοδο από θερμικές μονάδες και λοιπές ευέλικτες πηγές.
Ωστόσο, το στοιχείο που αρχίζει να «γράφει» πιο έντονα στα προκαταρκτικά αποτελέσματα είναι η σχέση αποθήκευσης–θερμικών μονάδων: όσο αυξάνει η αποθήκευση, τόσο συμπιέζονται τα περιθώρια εσόδων των μονάδων φυσικού αερίου από την αγορά εξισορρόπησης. Σύμφωνα με τον καθηγητή, το ζήτημα εμφανίζεται έντονα στο 2030 και –σε σενάρια μεγάλης διείσδυσης μπαταριών– ήδη από το 2028. Για το 2035, η εικόνα «ανοίγει» και εξαρτάται από το εύρος των σεναρίων φορτίου και το πόσο γρήγορα και πόσο βαθιά περνά η αποθήκευση στο σύστημα: σε κάποιες παραδοχές οι μονάδες φαίνονται βιώσιμες, σε άλλες όχι.
«Ο βασικός driver για τη βιωσιμότητα των μονάδων φυσικού αερίου που δίνουν ισχύ και ευελιξία είναι η διείσδυση της αποθήκευσης», σημείωσε, περιγράφοντας τις δύο τεχνολογίες ως έντονα ανταγωνιστικές.
Επιστρέφει στο τραπέζι ο μηχανισμός ισχύος
Το παραπάνω, όπως είναι αναμενόμενο, αναζωπυρώνει τη συζήτηση για τους μηχανισμούς αποζημίωσης ισχύος και ευελιξίας εκτός χονδρεμπορικής αγοράς. Ο κ. Μπίσκας ανέφερε ότι αυτό είναι αντικείμενο που θα κριθεί από τον ΑΔΜΗΕ και την πολιτική ηγεσία, αφού η μελέτη –όπως είπε– σταματά στον υπολογισμό αναγκών και ελλειμμάτων, ενώ η απόφαση για CRM (capacity remuneration mechanism) είναι πολιτική επιλογή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η «μετάφραση» του CRM ως κοινωνικό εργαλείο αντιστάθμισης κινδύνου. Η λογική, όπως την περιέγραψε, είναι ότι η κοινωνία πληρώνει ένα «premium» ώστε να μειώσει την πιθανότητα εκτόξευσης των τιμών σε ακραίες συνθήκες (π.χ. απότομες ανατιμήσεις καυσίμων ή περιφερειακές κρίσεις που μεταφέρονται μέσω του market coupling). Με αυτόν τον τρόπο, ο παραγωγός που αποζημιώνεται για διαθεσιμότητα ισχύος και ευελιξίας δεν έχει κίνητρο να «χτυπά» υπερβολικά υψηλές τιμές στην αγορά επόμενης ημέρας και στην εξισορρόπηση. Ως παράδειγμα, παρέπεμψε στα reliability options που εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Βεβαίως η αγορά και ιδίως οι μεγάλοι καταναλωτές αναμένουν την εξειδίκευση και ιδίως πόσες και ποιες μονάδες θα αφορά ο μηχανισμός.
Η «επόμενη φάση» των ΑΠΕ περνά από νέα κατανάλωση
Πέρα από την επάρκεια, ο καθηγητής συνέδεσε την εξέλιξη του ενεργειακού χαρτοφυλακίου με ένα νέο κύμα επενδυτικού ενδιαφέροντος στην κατανάλωση. Όπου υπάρχει φθηνή ηλεκτρική ενέργεια, αναπτύσσεται οικονομική δραστηριότητα – και πλέον αυτό δεν αφορά μόνο την κλασική βιομηχανία, αλλά και νέους τομείς όπως τα data centers.
Τα data centers, όπως ανέφερε, έχουν προφίλ φορτίου βάσης (base load): σταθερή κατανάλωση σε 24ωρη βάση. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει «ευεργετικά» για το σύστημα, περιορίζοντας περικοπές ΑΠΕ και μειώνοντας τα φαινόμενα συνεχόμενων μηδενικών τιμών στην αγορά επόμενης ημέρας, που σε περιβάλλον ταρίφας ή συγκεκριμένων συμβάσεων σημαίνουν πρακτικά «μη αποζημίωση» για τον παραγωγό.
Με άλλα λόγια, νέα κατανάλωση κοντά σε περιοχές υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ αλλά και κοντά στα κέντρα ζήτησης μπορεί να βοηθήσει ταυτόχρονα τους επενδυτές ΑΠΕ και τη συνολική λειτουργία του συστήματος.
Περικοπές: αποθήκευση και δυναμική τιμολόγηση
Στο κρίσιμο ζήτημα των περικοπών, ο κ. Μπίσκας υποστήριξε ότι η πλήρης εξάλειψή τους είναι δύσκολη, η μείωσή τους όμως είναι εφικτή με δύο παρεμβάσεις: (α) σημαντική είσοδο αποθήκευσης, ώστε να «ομογενοποιείται» η παραγωγή από φωτοβολταϊκά, και (β) ενεργοποίηση δυναμικής τιμολόγησης για τους καταναλωτές – το λεγόμενο «πορτοκαλί» τιμολόγιο, με τιμή που αντανακλά την αγορά ανά 15λεπτο.
Η ιδέα είναι απλή: αν ο καταναλωτής βλέπει φθηνή ενέργεια το μεσημέρι, μεταφέρει μέρος των φορτίων του σε αυτές τις ώρες (π.χ. προγραμματισμός συσκευών), μειώνοντας την πίεση του συστήματος στις ώρες αιχμής και περιορίζοντας τις περικοπές όταν η παραγωγή ΑΠΕ «ξεχειλίζει».
Αποθήκευση: δημοπρασίες ή αγορά;
Για τον τρόπο ανάπτυξης της αποθήκευσης, ο καθηγητής έδειξε καθαρή προτίμηση σε μοντέλα αγοράς (merchant) αντί καθαρών δημοπρασιών. Όπως είπε, στις δημοπρασίες οι μεγάλοι παίκτες έχουν ευκολότερη πρόσβαση και συχνά απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της διαθέσιμης ισχύος, περιορίζοντας τον χώρο για μικρότερους ή μεσαίους επενδυτές. Αντίθετα, στην ελεύθερη αγορά μπορεί να σταθεί και μικρότερη εγκατάσταση, ενισχύοντας τον πλουραλισμό.
Το σκεπτικό του είναι ότι η υπερσυγκέντρωση ισχύος σε λίγους «παίχτες» λειτουργεί τελικά εις βάρος του ανταγωνισμού – και κατά συνέπεια εις βάρος του τελικού καταναλωτή.
Target model: μικρά περιθώρια, στοχευμένες επιλογές
Αναφερόμενος στη δομή της αγοράς, τόνισε ότι το target model δεσμεύει σε μεγάλο βαθμό τα κράτη-μέλη, αφήνοντας περιορισμένο χώρο εθνικών αποκλίσεων. Υπάρχουν, ωστόσο, πεδία επιλογών στο «εθνικό» κομμάτι των ρυθμίσεων, που διαμορφώνονται από τον ρυθμιστή (RAAEY), όπως οι παράμετροι του imbalance pricing ή συγκεκριμένες χρεώσεις/συμμορφώσεις. Δεν υπάρχουν όμως «μαγικές λύσεις», καθώς κάθε επιλογή έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.
Πυρηνικά/SMR: συζήτηση μετά το 2040
Τέλος, σε ερώτηση για πυρηνική ενέργεια και SMR, ο κ. Μπίσκας αναγνώρισε ότι μια τέτοια τεχνολογία θα μπορούσε να προσφέρει παραγωγή βάσης που πιέζει καθοδικά τις τιμές. Ωστόσο, έθεσε ως βασικό εμπόδιο το πολύ υψηλό αρχικό κόστος (capex) και εκτίμησε ότι, αν ανοίξει κάποτε ρεαλιστικά μια τέτοια συζήτηση, αυτό θα γίνει μετά το 2040 και μόνο εφόσον έχει προηγηθεί μεγάλη αύξηση ζήτησης (data centers, ηλεκτροκίνηση κ.ά.) και έχουν αλλάξει κρίσιμες παράμετροι της αγοράς.