Οι εξελίξεις στην Ουκρανία: Διακύβευμα για την πράσινη μετάβαση και τις ευρωπαϊκές επενδύσεις σε κρίσιμα μέταλλα;
Οι διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές αναλύσεις αναδεικνύουν όλο και συχνότερα μια σύνθετη και ρευστή πραγματικότητα, η οποία, παρά τις εκάστοτε συνθήκες και ετερόκλητες ιδιαιτερότητες, συγκλίνει συνήθως, σε μια κοινή βάση. Το σημείο σύγκλισης συνοψίζεται στο εδραιωμένο πλέον, απόφθεγμα: « Η Αμερική καινοτομεί, η Κίνα παράγει, η Ευρώπη δημιουργεί κανονισμούς».
Στην επιγραμματική αλλά εύστοχη αυτή αποτύπωση, η έννοια της καινοτομίας αναφερόταν έως τώρα, στην τεχνολογία, περιλαμβάνοντας ένα ευρύτατο φάσμα τομέων, από την τεχνητή νοημοσύνη έως τους ημιαγωγούς και τις πράσινες τεχνολογίες. Πλέον όμως, κατέστη σαφές ότι οι ρηξικέλευθες προσεγγίσεις αφορούν και εκφάνσεις της διεθνούς διπλωματίας και σταθερότητας.
Οι τρέχουσες εξελίξεις στο ζήτημα της Ουκρανίας κρίνονται από Ευρωπαίους αναλυτές ως ιδιαίτερα ανησυχητικές για δύο βασικούς λόγους. Παραγκωνίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και παράλληλα, θέτουν στο επίκεντρο τον ορυκτό πλούτο της χώρας και την αξιοποίηση του από τις ΗΠΑ, με όρους που έχουν χαρακτηριστεί ως ασύμμετροι, εγωκεντρικοί ή αποικιοκρατικοί. Ταυτόχρονα, όπως επισημάνθηκε από την Ουκρανική πλευρά, δεν συνοδεύονται, προς το παρόν, από εγγυήσεις ασφαλείας.
Ανεξάρτητα από την πορεία των συζητήσεων, η προσέγγιση που αναδύθηκε με αφοπλιστική σαφήνεια στην Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, υποδεικνύει ένα νέο δόγμα: «την παροχή στήριξης με αμιγώς εμπορικούς όρους». Αυτή η μετατόπιση, ακόμη και σε επίπεδο ρητορικής, δημιουργεί πολλαπλές αβεβαιότητες και κλυδωνισμούς, θεμελιώδους σημασίας, για την ασφάλεια δικαίου, τις αξίες που διέπουν τις δημοκρατικές κοινωνίες, και την διεθνή ισορροπία.
Οι εξελίξεις είναι βέβαιο ότι προκαλούν νέα δεδομένα τόσο για την στρατηγική αυτονομία όσο και για τη βιώσιμη ανάπτυξη της Ευρώπης. Ειδικότερα, το διακύβευμα για τις ευρωπαϊκές επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση και τα κρίσιμα μέταλλα που συνδέονται με αυτήν, διαφαίνεται υπαρκτό.
Αξίζει να συνοψίσουμε κάποια δεδομένα, που υπογραμμίζουν τις αδυναμίες της υφιστάμενης πολιτικής της ΕΕ ως προς τις κρίσιμες πρώτες ύλες και κυρίως, την ανάγκη για αποφασιστικότητα και ουσιαστικές ενέργειες, ώστε η Ευρώπη να απεγκλωβιστεί από διπλωματικά, οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα.
- Καταρχάς, γιατί είναι σημαντικές οι κρίσιμες πρώτες ύλες, που κυριαρχούν στην επικαιρότητα; Σε απλούς όρους, πρόκειται για κρίσιμα ορυκτά που χρησιμοποιούνται σε πλήθος στρατηγικών τομέων, όπως η πράσινη μετάβαση (ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκα, μπαταρίες, αντλίες θερμότητας, ηλεκτρολύτες), η πυρηνική ενέργεια, η άμυνα, οι τηλεπικοινωνίες, η αεροναυπηγική και γενικότερα, η υψηλή τεχνολογία. Συγχρόνως, η ζήτηση αυτών των υλών σημειώνει εκρηκτική άνοδο.
- Ενδεικτικά, η παγκόσμια ζήτηση σε λίθιο αναμένεται να αυξηθεί κατά 500% έως το 2050, κυρίως λόγω της αποθήκευσης και της ηλεκτροκίνησης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας.
- Είναι αποκαλυπτικό ότι ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο χρειάζεται 5πλάσια ποσότητα κρίσιμων μετάλλων από ένα συμβατικό όχημα. Αντίστοιχα, ένα αιολικό πάρκο απαιτεί 9πλάσια ποσότητα από μια ισοδύναμη μονάδα φυσικού αερίου (σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας).
- Δυστυχώς, η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα ευάλωτη ως προς τον εφοδιασμό της σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Είναι ενδεικτικό ότι η Κίνα, η Ρωσία και η Μαλαισία παρέχουν το 94% των σπάνιων γαιών, ενώ σε επιμέρους μέταλλα, οι εξαρτήσεις από την Κίνα κυμαίνονται στο 90-100%. Ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης γίνεται πιο απτός, καθώς σε διάφορες συγκυρίες, η Κίνα εφαρμόζει περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων υλών (όπως σε γάλλιο, γερμάνιο, γραφίτη, αντιμόνιο).
- Για να ενισχύσει την ανθεκτικότητά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκπονήσει, ήδη από το 2021, και οριστικοποιήσει μετά από μια τριετία, την Πράξη για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (CRMA), η οποία τέθηκε σε εφαρμογή τον Μάιο του 2024. Στόχος του Κανονισμού είναι να διασφαλίσει την ευρωπαϊκή πρόσβαση και τον βιώσιμο εφοδιασμό των υλών αυτών, ξεκινώντας από την εγχώρια εξόρυξη και παραγωγή, έως την ανακύκλωση και την διαφοροποίηση των εισαγωγών.
- Τι όμως, έχει συμβεί στην πράξη; H Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει καθορίσει ακόμη, μηχανισμούς που θα επιτρέψουν στην ευρωπαϊκή βιομηχανία να μετασχηματιστεί δυναμικά, σε πάροχο κρίσιμων πρώτων υλών. Ειδικότερα, πέρα από φιλόδοξους στόχους, δεν έχει θεσπίσει ούτε επενδυτικά κίνητρα (αντίστοιχα με το IRA στις ΗΠΑ) ούτε και εργαλεία αντιμετώπισης κινδύνου από τις αυξομειώσεις των διεθνών τιμών.
- Γενικότερα, σε επίπεδο ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, η εικόνα παραμένει ακόμη ασαφής. O Κανονισμός CRMA αναμένει μόχλευση κεφαλαίων από διάφορες πηγές, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το EU Global Gateway. Η βαρύτητα ωστόσο, αποδίδεται στους εθνικούς προϋπολογισμούς.
- Ενδεικτικά, η Γερμανία και η Ιταλία έχουν δημιουργήσει ειδικά ταμεία για την ανάπτυξη κρίσιμων πρώτων υλών, ύψους 1 δις ευρώ, και η Γαλλία διοχετεύει 500 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας από διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα μετάλλων.
- Το Συμβούλιο για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (Critical Raw Materials Board), που έχει συγκροτηθεί για να εξετάζει επενδυτικά σχέδια και να επιλέγει κάποια εξ’ αυτών ως έργα στρατηγικής σημασίας (και επομένως, επιλέξιμα για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση), δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωμένους κανόνες λειτουργίας.
- Στην πράξη, δεν υφίστανται δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα ούτε στη λήψη χρηματοδοτικών αποφάσεων ούτε στην υλοποίηση των έργων, καθώς οι διακηρύξεις για επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων προσκρούουν συχνά σε κανονιστικά εμπόδια (όπως παρωχημένους μεταλλευτικούς κώδικες σε εθνικό επίπεδο). Οι τοπικές αντιδράσεις συνιστούν επίσης μια κομβική παράμετρο, που μπορεί να εκτροχιάσει την υλοποίηση στρατηγικών έργων.
- Ενδεικτικό της συγκεχυμένης ευρωπαϊκής πολιτικής, είναι ότι στο Ταμείο Καινοτομίας, απορρίφθηκαν επενδυτικά σχέδια που θα διασφάλιζαν την στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης σε κρίσιμα μέταλλα, με την επίκληση μη εφαρμόσιμων επιχειρημάτων, όπως ότι οι βιομηχανικές μονάδες θα πρέπει να λειτουργούν με πράσινο υδρογόνο (παρά την μη διαθεσιμότητα του καυσίμου, στο συγκεκριμένο χρόνο).
- Αξίζει να επισημανθεί ότι στις 5 Φεβρουαρίου 2025, το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Καινοτομίας και Τεχνολογίας (EIT) ανέδειξε την ανάγκη για δέσμευση 4 δις ευρώ από το FP10 για να διεξαχθεί έρευνα με ισχυρή επίδραση σε όλη την αλυσίδα αξίας των πρώτων υλών. Η έμφαση ωστόσο, παραμένει στην ανακύκλωση και κυκλική οικονομία, και όχι στην εξόρυξη σε ευρωπαϊκό έδαφος.
- Ποια είναι όμως, η εικόνα στην Ουκρανία; Σύμφωνα με τους εθνικούς φορείς, η χώρα διαθέτει κοιτάσματα σε 26 από τα 34 ορυκτά που η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί κρίσιμα, και 23 από τα 50 που οι ΗΠΑ προσδιορίζουν ως κρίσιμα. Ειδικότερα, κατέχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε τουλάχιστον πέντε εξ’ αυτών: τιτάνιο, γραφίτη, λίθιο, βηρύλλιο καθώς και την ομάδα των 17 μετάλλων που χαρακτηρίζονται ως σπάνιες γαίες.
- Σύμφωνα επίσης, με τις ουκρανικές πηγές, έχουν ήδη εκδοθεί 30 άδειες για την ανάπτυξη αυτών των κοιτασμάτων, ενώ πάνω από 400 βιομηχανικές μονάδες μπορούν να υποστηρίξουν την παραγωγή αλουμινίου, γαλλίου, τιτανίου, γερμανίου και σιλικόνης.
- Επιπλέον, όπως επισημαίνει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, παρά τα πρακτικά εμπόδια που έχουν εντοπιστεί, η Ουκρανία αποτελεί δυνητικό προμηθευτή γαλλίου, ζιρκονίου, μαγγανίου, απατίτη, φθορίου και νικελίου, μεταξύ άλλων.
- Αν και το 40% των ορυκτών πόρων της Ουκρανίας βρίσκεται πλέον υπό ρωσική κατοχή, η παραχώρηση της πρόσβασης ενός σημαντικού ποσοστού τους στην Αμερικανική πλευρά, είναι ικανή να δημιουργήσει έναν νέο πόλο σύνθετων εξαρτήσεων για την Ευρώπη.
- Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή 170 επενδυτικά σχέδια στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών και τα αποτελέσματα της αξιολόγησής τους αναμένονται τον προσεχή Μάρτιο. Ωστόσο, η μορφή των εξελίξεων που συζητούνται τις τελευταίες ημέρες μπορεί να τορπιλίσει αρκετές από αυτές τις επενδύσεις, εισάγοντας πρόσθετους κινδύνους και παραμέτρους πολυπλοκότητας στην λήψη επενδυτικών αποφάσεων.
- Μέχρι σήμερα, ένας ισχυρός κίνδυνος σε μια επένδυση κρίσιμων πρώτων υλών ήταν να βυθιστεί η τιμή τους, αν για παράδειγμα, η Κίνα άρει τους περιορισμούς εξαγωγών και αποφασίσει να κατακλύσει τις διεθνείς αγορές. Τα συμβόλαια διαφορών (CfDs) με ευρωπαϊκές εγγυήσεις, θα μπορούσαν να απορροφήσουν κραδασμούς αυτού του είδους, καθιστώντας βιώσιμες κάποιες επενδύσεις στρατηγικής σημασίας, αλλά αυτές οι λύσεις δεν έχουν ακόμη υιοθετηθεί.
- Δεδομένου του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ και Κίνας, μια ασύμμετρη πρόσβαση της αμερικανικής πλευράς στον ορυκτό πλούτο της Ουκρανίας μπορεί να δημιουργήσει σπιράλ αντιδράσεων, σηματοδοτώντας μια περίοδο με υψηλές διακυμάνσεις στην διαθεσιμότητα και τις τιμές κρίσιμων υλών. Είναι επίσης πιθανόν, να εγκλωβίσει την Ευρώπη σε νέες καθυστερήσεις ή διλλήματα ως προς την υλοποίηση στρατηγικών επενδύσεων στο έδαφός της, καθιστώντας την εν τέλει, ακόμη πιο ευάλωτη.
- Σύμφωνα με το Γερμανικό Ινστιτούτο Kiel, οι ΗΠΑ έχουν διοχετεύσει 92 δις δολάρια στην στήριξη της Ουκρανίας από τον Ιανουάριο του 2022 έως τον Οκτώβριο του 2024, ενώ ακολουθεί η Γερμανία με 16.3 δις και το Ηνωμένο Βασίλειο με 15. 3 δις. Αν αυτά τα μεγέθη ληφθούν υπόψη ως κριτήρια για την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως υποδεικνύει η επικίνδυνη ρητορική που αναδύθηκε τις τελευταίες ημέρες, οι επιπτώσεις θα είναι πολύ-επίπεδες.
- Στο πλαίσιο αυτό, είναι σαφές ότι η πράσινη μετάβαση, τόσο ως προς τη διαθεσιμότητα όσο και ως προς το κόστος των πράσινων τεχνολογιών, καθίσταται πιο εύθραυστη. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας, είναι κρίσιμο η Ευρώπη να ανακτήσει την αποφασιστικότητά της και να αναλάβει συντονισμένες δράσεις που θα αποτρέψουν νέες κρίσεις, παραμένοντας πάντα, προσηλωμένη στις δημοκρατικές αξίες και τους θεμελιώδεις συνδετικούς κρίκους που θα ενδυναμώσουν την αποτελεσματικότητά της.
Η Νεκταρία Καρακατσάνη είναι μαθηματικός με εξειδίκευση στα οικονομικά της ενέργειας και τις νέες τεχνολογίες.