Μείζον κίνδυνο βλέπει η Κομισιόν από τη κρίση αλλά η εργαλειοθήκη της περιορίζεται σε μέτρα - «ασπιρίνες» - Στο τραπέζι ξανά η μείωση των φόρων στο ρεύμα και στις χρεώσεις δικτύων

Μείζονα κίνδυνο "βλέπει" η Κομισιόν από την κρίση, αλλά η εργαλειοθήκη της περιορίζεται σε μέτρα «ασπιρίνες» - Στο τραπέζι ξανά η μείωση των φόρων στο ρεύμα και στις χρεώσεις δικτύων

Μείζον κίνδυνο βλέπει η Κομισιόν από τη κρίση αλλά η εργαλειοθήκη της περιορίζεται σε μέτρα - «ασπιρίνες» - Στο τραπέζι ξανά η μείωση των φόρων στο ρεύμα και στις χρεώσεις δικτύων

Αν και ένας μήνας πολέμου έχει ήδη κοστίσει 14 δισ ευρώ στους Ευρωπαίους πολίτες, η Κομισιόν επιμένει στη γραμμή της αυστηρής δημοσιονομικής γραμμής του Eurogroup. Από τη μια αναγνωρίζει ότι η επιστροφή στην «κανονικότητα» θα καθυστερήσει ακόμη και αν ο πόλεμος λήξει σύντομα, από την άλλη ετοιμάζεται να ανακοινώσει μέτρα αμφιβόλου αποτελεσματικότητας, καθώς η διάσταση Βορρά -Νότου βάζει «απαγορευτικό» στη ρήτρα διαφυγής.

Αυτή η αντιφατική εικόνα μιας νέας εργαλειοθήκης χωρίς πραγματικά… εργαλεία που θα ελαφρύνουν τις επιπτώσεις σε νοικοκυριά και ενεργοβόρες βιομηχανίες, προκύπτει από τη χθεσινή συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε το άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας.

Στο τραπέζι μπαίνουν ξανά μέτρα, όπως η μείωση των φόρων στο ρεύμα και στα τέλη δικτύων, αλλά και η μεγαλύτερη ευελιξία στα σχήματα κρατικών ενισχύσεων, τα οποία είναι προφανές ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν με την ίδια αποτελεσματικότητα από όλες τις χώρες, καθώς άλλο «λίπος» στο κρατικό προϋπολογισμό έχει πχ η Γερμανία και άλλο η Ελλάδα και η Βουλγαρία.

Αν και όλα δείχνουν ότι οι επιπτώσεις της κρίσης δεν θα μας εγκαταλείψουν εύκολα, ακόμη και αν επαληθευτούν οι νέες δηλώσεις Τραμπ ότι «οι ΗΠΑ θα τερματίσουν την εκστρατεία σε 2-3 εβδομάδες», το περίγραμμα της «εργαλειοθήκης 2026» που έδωσε χθες ο Επίτροπος Νταν Γιόργκενσεν, στέλνει το σήμα σε κάθε χώρα να προχωρήσει ανάλογα με τις δικές της αντοχές.

Το ίδιο ισχύει και με την αναφορά του Δανού Επιτρόπου σε μεγαλύτερη αξιοποίηση χρηματοοικονομικών εργαλείων όπως οι μακροχρόνιες συμβάσεις ρεύματος (PPAs) και στα συμβόλαια επί διαφοράς (CfDs).

Αν και ο ίδιος αναγνώρισε ότι ένας μήνας πολέμου έχει ήδη αυξήσει κατά 14 δισ ευρώ το λογαριασμό στην Ευρώπη για εισαγωγές αερίου και πετρελαίου, και το κυριότερο ότι η επάνοδος στη προτέρα κατάσταση θα καθυστερήσει ακόμη και στο σενάριο λήξης των εχθροπραξιών, εντούτοις περιέγραψε μέτρα που δεν δείχνουν να διαφέρουν πολύ από τη γνωστή εργαλειοθήκη του 2022.

Ο Δανός Επίτροπος τα χαρακτήρισε ως βραχυπρόθεσμα, απολύτως στοχευμένα στα ευάλωτα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που δυσκολεύονται και έκανε σαφές ότι θα έχουν γνώμονα την αυστηρή δημοσιονομική γραμμή που χάραξε προ ημερών το Eurogroup, γεγονός που σημαίνει ότι δεν τίθεται θέμα ενεργοποίησης της γενικής ρήτρας διαφυγής. 

Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι δύσκολα θα έχει τύχη η τοποθέτηση του υπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας Στ. Παπασταύρου στο χθεσινό συμβούλιο, να εξαιρεθούν ως εφάπαξ παρεμβάσεις από το δημοσιονομικό δείκτη καθαρών δαπανών, τα όποια προσωρινά και στοχευμένα μέτρα τελικά συμφωνηθούν.

Αφήνοντας στην άκρη τις συχνές αναφορές σε «ενότητα, αλληλεγγύη και συντονισμό» που χρησιμοποίησαν τόσο ο κ. Γιόργκενσεν, όσο και ο προεδρεύων κύπριος υπ. Ενέργειας Μιχάλης Δαμιανός, το μήνυμα προς τις χώρες είναι να προχωρήσουν σε εθνικές παρεμβάσεις, κάθε μια ανάλογα με τις δημοσιονομικές της αντοχές, χωρίς να υπάρχει στον ορίζοντα κάποια κοινή ευρωπαϊκή γραμμή.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η χθεσινή προτροπή του Επιτρόπου προς τα κράτη - μέλη να αντιμετωπίσουν τη κρίση κάνοντας χρήση μέτρων που περιλαμβάνονται στο δεκάλογο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, όπως τηλεργασία, αύξηση της χρήσης των δημόσιων συγκοινωνιών, και περιορισμό των αεροπορικών ταξιδιών, δηλαδή στο ύφος της επιστολής που απέστειλε προ ημερών ο ίδιος προς τους «27» ξυπνώντας αναμνήσεις του 2022.

Κι όλα αυτά ενώ το μπρεντ έχει αυξηθεί κατά 70% από την έναρξη του πολέμου και το φυσικό αέριο κατά 60% και παρ’ ότι υποχώρησαν χθες στα 100 δολάρια και τα 50 ευρώ αντίστοιχα λόγω των προσδοκιών για αποκλιμάκωση μετά και τις τελευταίες κινήσεις της αμερικανικής και της ιρανικής πλευράς, εντούτοις έχουν «γεννήσει» επιπτώσεις που δεν θα μας εγκαταλείψουν άμεσα.

Το αναγνώρισε και ο ίδιος ο Επίτροπος ναι μεν συμφωνώντας ότι οι καταστροφές στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής - η Qatar Energy έχει πει ότι θα χρειαστούν 3-5 χρόνια για την αποκατάσταση των ζημιών - δημιουργούν ένα πιο μόνιμο σοκ στην προσφορά, με άμεσο αντίκτυπο στις τιμές, αλλά τονίζοντας ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε καλύτερη θέση απ’ ότι το 2022.

Τόσο γιατί διαθέτει περισσότερες ΑΠΕ που είναι ικανές να μειώσουν την συμμετοχή στο ενεργειακό μείγμα του φυσικού αερίου, όσο γιατί στη περίπτωση του τελευταίου οι χώρες δεν εξαρτώνται πλέον από μία μόνο πηγή.

Έχει τη σημασία του πάντως ότι σήμερα, παρ’ ότι οι ΑΠΕ συμμετέχουν με 42% στο μείγμα της Ελλάδας, ο Απρίλης κάνει πρεμιέρα στη χονδρική με 155 €/ MWh, δηλαδή τη 4η ακριβότερη τιμή στην ΕΕ. Κι αυτό, καθώς η σύζευξη με τη Βουλγαρία και οι πολλές εξαγωγές έχουν ως αποτέλεσμα το μεσημέρι να έχουμε ελάχιστες ώρες με μηδενικές τιμές.

Το καμπανάκι Εξάρχου για το χειμώνα

Σε αυτό το περιβάλλον ο κ. Εξάρχου μιλώντας στο συνέδριο «Romania Government Table» που διοργάνωσε ο Economist στο Βουκουρέστι, ανέδειξε και τη σημασία του Κάθετου Διαδρόμου.

«Το κλειδί για το Κάθετο Διάδρομο και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης είναι οι μακροχρόνιες συμφωνίες προμήθειας LNG από τις ΗΠΑ, όμως εάν η Ε.Ε. δεν κινηθεί γρήγορα προς αυτήν την κατεύθυνση, κινδυνεύει να βρεθεί ενώπιον μίας εξαιρετικά σκληρής πραγματικότητας, με πολύ υψηλές τιμές φυσικού αερίου τον επόμενο χειμώνα», είπε χαρακτηριστικά.

Ο νούμερο ένα κίνδυνος έρχεται από τα χαμηλά επίπεδα πληρότητας στις ευρωπαϊκές αποθήκες που βρίσκονται στο 28,1% και είναι σε χαμηλά 5ετίας, με τη Σλοβακία στο 23%, τη Γερμανία και το Βέλγιο στο 22%, τη Κροατία στο 15% και την Ολλανδία στο 5,3%.

Στη πραγματικότητα, αν συνεχιστεί για ένα ακόμη τρίμηνο ο αποκλεισμός των Στενών και η διακοπή παραγωγής του Κατάρ που προμηθεύει το 20% της παγκόσμιας αγοράς LNG, η Ευρώπη θα φτάσει να ανταγωνίζεται το καλοκαίρι με την Ασία για τα διαθέσιμα φορτία, προκειμένου να αναπληρώσει τα χαμηλά αποθέματα, κάτι που αναπόφευκτα θα συμβεί σε υψηλές τιμές.

«Όσον αφορά τον τομέα του φυσικού αερίου, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο δίλημμα σχετικά με την αποθήκευση: είτε θα κινηθούμε άμεσα, αποδεχόμενοι υψηλότερες τιμές, για να διασφαλίσουμε την επάρκεια για τον επόμενο χειμώνα, είτε θα περιμένουμε ελπίζοντας σε χαμηλότερες τιμές, διακινδυνεύοντας, ωστόσο, νέες αυξήσεις στις τιμές και έναν πιο δύσκολο χειμώνα», είπε από τη πλευρά του στο ίδιο πάνελ ο κ. Παπασταύρου.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM