«Αν το κόστος ενέργειας δεν μειωθεί, η αμυδρή προοπτική ανάπτυξης θα εκμηδενιστεί»
Στους τρεις μοχλούς αιχμής που έχει προσδιορίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη βιομηχανική πολιτική, τους οποίους πρέπει η Ελλάδα να υιοθετήσει και να χρησιμοποιήσει, αναφέρθηκε ο πρόεδρος του ΣΕΒ και αντιπρόεδρος της BusinessEurope, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, μιλώντας στο άτυπο Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας που πραγματοποιήθηκε σήμερα στο πλαίσιο της Ελληνικής Προεδρίας υπό την αιγίδα του υπουργού Ανάπτυξης & Ανταγωνιστικότητας, Κωστή Χατζηδάκη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «η δραστική μείωση του εργατικού κόστους δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε εξωστρεφή ανάπτυξη, όπως προέβλεπε το μνημονιακό «δόγμα» της εσωτερικής υποτίμησης. Σε αντίθεση με τη μεγάλη πλειοψηφία των κρατών-μελών της Ε.Ε., το ζητούμενο για τη χώρα μας δεν είναι η ενίσχυση ή ανανέωση της παραγωγικής μας βάσης, αλλά η δημιουργία μίας νέας ανταγωνιστικής παραγωγικής βάσης. Οι εξαγωγές μας δεν πάνε καλά γιατί, απλούστατα, δεν έχουμε και πολλά να εξάγουμε».
«Υπό αυτούς τους όρους, η Ελλάδα περνά εδώ και 5 χρόνια διά πυρός και σιδήρου αναζητώντας τη χαμένη ανταγωνιστικότητα. Αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν τόσο ευτυχές όσο η αναζήτηση του χαμένου χρόνου από τον Προυστ. Σήμερα πρέπει να δούμε πιο μακριά και να προχωρήσουμε πιο τολμηρά για να ξαναβρούμε τον χαμένο χρόνο, τον χαμένο δρόμο προς τη βιώσιμη ανάπτυξη» υπογράμμισε ακόμα ο πρόεδρος του ΣΕΒ.
Ειδικότερα:
Η ανταγωνιστικότητα δεν αφορά ποτέ όλο το φάσμα της παραγωγής μιας χώρας. Οι επιχειρήσεις ή οι κλάδοι διαμορφώνουν την ανταγωνιστικότητα–την παραγωγικότητα. Όχι το κράτος. Η κάθε επιχείρηση επιδιώκει να έχει υψηλής ποιότητας συντελεστές παραγωγής –ώστε να τους χρησιμοποιεί σύμφωνα με τις επιταγές της τεχνολογικής προόδου- ικανοποιητική χρηματοδότηση, σύγχρονη οργάνωση, αποτελεσματικό μάρκετινγκ και δίκτυο διανομής, ώστε να αυξάνει σε μόνιμη βάση, την παραγωγικότητα της. Αυτή είναι η δουλειά της επιχείρησης κι αυτό είναι που την καθιστά ανταγωνιστική για να είναι ένα βήμα μπροστά από τους ανταγωνιστές της. Δουλειά του κράτους είναι να διασφαλίζει ένα περιβάλλον που συνεισφέρει στη απρόσκοπτη και δημιουργική δράση των επιχειρήσεων, ευνοεί την καινοτομία, προσελκύει κεφάλαια και μειώνει το διοικητικό κόστος.
Με βάση αυτή τη διάκριση, τόνισε ο Πρόεδρος του ΣΕΒ, η χώρα μας οφείλει να υιοθετήσει και να χρησιμοποιήσει τους μοχλούς αιχμής που έχει προσδιορίσει η Ε.Ε. για τη βιομηχανική πολιτική.
Συγκεκριμένα:
- Τη μείωση του κόστους ενέργειας. Οι εταίροι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι για την ελληνική βιομηχανία αυτό είναι θέμα επιβίωσης. Αν το κόστος ενέργειας δεν μειωθεί, ο παραγωγικός μας ιστός θα υποβαθμιστεί ακόμα περισσότερο και η έστω αμυδρή σήμερα προοπτική ανάπτυξης θα εκμηδενιστεί.
- Την ουσιαστική διαβούλευση κράτους και ιδιωτικού τομέα, όπως ξεκίνησε με τη λειτουργία της Διυπουργικής Επιτροπής για τη βιομηχανία, ώστε να δημιουργηθεί εκείνο το περιβάλλον που θα στηρίζει την κρίσιμη προσπάθεια των επιχειρήσεων ή και κλάδων να αυξήσουν την παραγωγικότητα τους.
- Τη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου για έρευνα και ανάπτυξη. Ενώ η χώρα μας έχει πλούσιο και ικανό δυναμικό για την ανάπτυξη αυτού του κρίσιμου τομέα, υστερεί στη χρηματοδότηση, στις διαδικασίες και στο συντονισμό. Η ίδρυση μίας μορφής ευρωπαϊκής «ενιαίας αγοράς» στον τομέα αυτόν θα βοηθούσε τον ιδιωτικό τομέα να δραστηριοποιηθεί γρήγορα και αποτελεσματικά για την προώθηση της καινοτομίας σε όλο το μήκος της αλυσίδας αξίας.
Η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει περάσει από σαράντα κύματα, κατέληξε ο κ. Δασκαλόπουλος, αλλά πάντα κατάφερε να προχωρήσει. Σήμερα, η Ευρώπη προσπαθεί να ξεπεράσει οριστικά μία κρίση την οποία αντιμετώπισε επιτυχώς, εφαρμόζοντας την αρχή «περισσότερη –όχι λιγότερη Ευρώπη». Στο πλαίσιο αυτό η επιστροφή σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης πρέπει να αποτελέσει τη βασική πολιτική και κοινωνική προτεραιότητα της Ένωσης, σε αντιδιαστολή με τη μονομερή εμμονή στις συνταγές λιτότητας. Παράλληλα, η εφαρμογή των ευρωπαϊκών πολιτικών πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των αναγκών κάθε χώρας -ιδιαίτερα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, τονίζει ο κ. Δασκαλόπουλος.
Να επανέλθει στην ατζέντα του ευρωπαϊκού δημοσίου διαλόγου η βιομηχανική πολιτική
Σημειώνεται ότι, περισσότεροι από 20 Υπουργοί και Υφυπουργοί από τα 28 κράτη-μέλη της ΕΕ, ανώτατοι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και εκπρόσωποι ευρωπαϊκών αντιπροσωπευτικών φορέων του βιομηχανικού κλάδου συμμετείχαν στις εργασίες του Συμβουλίου.
Ο Γενικός Διευθυντής Βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Καγιέχα, ο Γενικός Διευθυντής της Business Europe κ. Μπέυρερ και ο Πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Δασκαλόπουλος υπήρξαν κεντρικοί ομιλητές με θέμα «Μοχλοί για τη Βιομηχανική Ανταγωνιστικότητα».
Κατά την Άτυπη Υπουργική Συνάντηση εξετάστηκαν δύο επιμέρους άξονες, ως βασικές προκλήσεις για την Ευρωπαϊκή Βιομηχανία:
α) η καινοτομία και οι βασικές τεχνολογίες γενικής εφαρμογής, με έμφαση στη γεφύρωση του «χάσματος καινοτομίας», και
β) η ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων βιομηχανιών, με έμφαση στην άμβλυνση των δυσμενών επιπτώσεων εξαιτίας της αύξησης του κόστους ενέργειας.
Επί των ζητημάτων αυτών κατέθεσαν τις απόψεις τους ο κ. Μάντερι, Γενικός Διευθυντής Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χημικών Βιομηχανιών (CEFIC) και ο κ. Χάρις, Γενικός Διευθυντής Ομάδας Σύνδεσης των Ευρωπαϊκών Μηχανικών, Ηλεκτρικών, Ηλεκτρονικών και Μεταλλουργικών Βιομηχανιών (ORGALIME).
Στο γεύμα εργασίας, μετά από εισήγηση της Ιταλίδας υπουργού Ανάπτυξης κας. Γκουίντι, συζητήθηκαν οι μηχανισμοί που μπορούν να διασφαλίσουν σε Ευρωπαϊκό επίπεδο την αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας σε όλους τους συναφής τομείς πολιτικής.
Ο Έλληνας υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας στην παρέμβασή του τόνισε ότι: «προτεραιότητα της Ελληνικής Προεδρίας είναι να επανέλθει στην πρώτη γραμμή της ατζέντας του ευρωπαϊκού δημοσίου διαλόγου η βιομηχανική πολιτική.
Το Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας του Μαρτίου, το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής, το σημερινό Άτυπο Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας και μια σειρά από άλλες παράπλευρες δράσεις εστιάστηκαν, με πρωτοβουλία του υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, στη Βιομηχανία και τα προβλήματά της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμέλησε την Βιομηχανία και σήμερα πληρώνει το κόστος: αποβιομηχάνιση, λιγότερες δουλειές, λιγότερες επενδύσεις, απώλεια ανταγωνιστικότητας. Η επόμενη σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρέπει να εργαστεί συντονισμένα και με οριζόντιες δράσεις για την αναγέννηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, την άρση γραφειοκρατικών εμποδίων, τη βελτίωση της νομοθεσίας. Η ελληνική προεδρία θέτει τις βάσεις, είμαι βέβαιος ότι η πολιτική αυτή θα έχει συνέχεια».