«Κληρώνει» τον Σεπτέμβριο για το Apollo CO2 του ΔΕΣΦΑ – Δεδομένο το ενδιαφέρον της εγχώριας αγοράς – Στο τραπέζι και οι ηλεκτροπαραγωγοί
Αισιοδοξία για την θετική έκβαση του αιτήματος χρηματοδότησης από το Innovation Fund για το project Apollo CO2 εκφράζουν αρμόδιες πηγές του Διαχειριστή, πράγμα που αν επιβεβαιωθεί, θα αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα ωρίμανσης προς την υλοποίηση του έργου.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, το εν λόγω project συνιστά από τα μεγαλύτερα της κατηγορίας του σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης με ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο να επιτελέσει τα αμέσως επόμενα χρόνια όσο οι υποχρεώσεις απανθρακοποίησης διευρύνονται και «αγκαλιάζουν» νέους κλάδους της οικονομίας, όπως αναμένεται να γίνει με την ναυτιλία.
Σε αυτή την κατεύθυνση, όπως αναφέρουν πληροφορίες, ο ΔΕΣΦΑ «τρέχει» την ωρίμανση του έργου σε μια προσπάθεια να πάρει «δεσμευτικό» χαρακτήρα το εκπεφρασμένο ενδιαφέρον της αγοράς που αρχικά περιλαμβάνει τους βασικούς βιομηχανικούς emitters με προοπτική ωστόσο να εμπλακούν και άλλοι κλάδοι όπως ηλεκτροπαραγωγή και πλοιοκτήτες, όπως προαναφέρθηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λύση της δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα εμφανίζεται ανταγωνιστικότερη άλλων επιλογών απανθρακοποίησης των κλάδων με τα σχετικά νούμερα να προκύπτουν από μελέτη που διεξήγαγε ο ΔΕΣΦΑ.
Αναλυτικότερα, στην περίπτωση των νέων μονάδων φυσικού αερίου CCGT που αναμένεται να προστεθούν στο ελληνικό σύστημα και αθροίζονται περίπου στα 4.000 MW δυναμικότητας, η επιλογή του CCS προκρίνεται ως οικονομικά αποδοτικότερη με το σχετικό κόστος της επένδυσης να ανέρχεται στα 1,5 δις ευρώ προκειμένου η προαναφερόμενη ηλεκτροπαραγωγή να ευθυγραμμιστεί με το net-zero. Σημειώνεται ότι η άσκηση λαμβάνει ως παραδοχή την μέση χρήση λειτουργίας των μονάδων στις 3.200 ώρες ετησίως που προκύπτει από τα δεδομένα των τελευταίων 20 ετών και με ετήσια παραγωγή στις 12.5 εκατ. MWh.
Εναλλακτικά, η αξιοποίηση του βιομεθανίου συνεπάγεται ένα κόστος της τάξης των 4 δις ευρώ, ο συνδυασμός βιομεθανίου και CCS 4,5 δις ευρώ και η πρόσμιξη υδρογόνου-φυσικού αερίου 5.5 δις ευρώ. Η ακριβότερη επιλογή, όπως αποτυπώνεται στα συμπεράσματα της σχετικής μελέτης, έγκειται στην αξιοποίηση πλήρως ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του αναγκαίου «οικοσυστήματος» υποδομών, εκτοξεύει το σχετικό κόστος στα 12.5 δισεκατομμύρια ευρώ. Διευκρινίζεται ότι το εν λόγω κόστος έγκειται στο μεγάλο "όγκο" έργων που θα πρέπει να αναπτυχθούν σε φωτοβολταϊκά, αιολικά, συστήματα αποθήκευσης και απαιτούμενες εφεδρείες για να επιτύχουν το net-zero για τα 4.000 MW των μονάδων φυσικού αερίου.
Με βάση τα παραπάνω, το CCS εμφανίζεται ως η οικονομικότερη επιλογή για την μετάβαση των εν λόγω μονάδων στο net-zero. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εν λόγω παραδοχή δεν περνάει απαρατήρητη από τους ηλεκτροπαραγωγούς που με πρωτοβουλία του ΔΕΣΦΑ, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, έχουν προσέλθει στο τραπέζι των συζητήσεων, εξετάζοντας την εγκατάσταση συστημάτων δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα στο εσωτερικό των εργοστασίων και το οποίο στη συνέχεια μέσω του δικτύου CO2 θα διοχετεύεται προς υγροποίηση στη Ρεβυθούσα για να ακολουθήσει η μεταφορά του σε υγρή πλέον μορφή στην αποθήκη του Πρίνου.
Αν και πρώιμος ακόμη ο όλος σχεδιασμός, οι συμμετέχοντες εκφράζουν σαφές ενδιαφέρον, με τις υποψήφιες ποσότητες CO2 για αποθήκευση στον Πρίνο, ήδη να ξεπερνούν την πλήρη δυναμικότητα της μονάδας που υπολογίζεται με την ολοκλήρωση και της δεύτερης φάσης ανάπτυξης περί τα 3 εκατ. τόνους ετησίως με συνολική δυναμικότητα αποθήκευσης τα 60 εκατ. τόνους.
Το «Apollo CO2» προβλέπει την δημιουργία δικτύου συνολικού μήκους 215 km σε παράλληλη διαδρομή με το δίκτυο φυσικού αερίου, καθώς και την δημιουργία μονάδας υγροποίησης στη Ρεβυθούσα που προοδευτικά θα μπορεί να εξυπηρετεί και το κομμάτι της ναυτιλίας, αξιοποιώντας την εγγύτητα του νησιού με το λιμάνι του Πειραιά. Το έργο συνιστά έργο Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος, μετρώντας ήδη πάνω από 10 συμμετοχές εταιρειών στην ανάπτυξή του. Το έργο διανύει την περίοδο της αδειοδότησης με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2029 όπως επισήμανε η Διευθύντρια Στρατηγικού Σχεδιασμού του ΔΕΣΦΑ Κλεοπάτρα Αβρααμ, μιλώντας εχθές στο ετήσιο συνέδριο του Gas Infrastructure Europe που πραγματοποιείται στην Αθήνα.
Το καινοτόμο χαρακτηριστικό της μονάδας είναι το πολύ χαμηλό κόστος λειτουργίας της, το οποίο εκτιμάται έως 8 φορές μικρότερο από οποιαδήποτε άλλη ανάλογη εναλλακτική λύση, χάρις στις μικρές ενεργειακές απαιτήσεις για την υγροποίηση των εκπομπών. Ο λόγος είναι η «συγκατοίκησή» της με το τέρμιναλ LNG στη Ρεβυθούσα, το οποίο θα επιτρέπει την αξιοποίηση των χαμηλών θερμοκρασιών του LNG για την υγροποίηση του CO2. Υπενθυμίζεται ότι το LNG βρίσκεται σε θερμοκρασία -160 βαθμών Κελσίου, η οποία κατά την επαναεριοποίηση του καυσίμου αυξάνεται στους 10-20 βαθμούς Κελσίου.