Κίβδηλοι Τακτικισμοί: Τι επιδιώκει ο κ. Ερντογάν από την επίθεσή του κατά του Ισλαμικού Κράτους;
Η απόφαση του κ. Ερντογάν να αποκόψει τις σχέσεις της Τουρκίας με το αυτο-αποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος-ISIS, βομβαρδίζοντας θέσεις των τζιχαντιστών εντός του Συριακού εδάφους αποτελεί ομολογουμένως σημαντική τακτική μεταστροφή της έως σήμερα ακολουθούμενης πολιτικής. Από το 2011 η Τουρκία είχε αναδειχθεί στο σημαντικότερο υποστηρικτή παντώς είδους ισλαμιστικού κινήματος που θα στρεφόταν με αποτελεσματικότητα κατά του καθεστώτος Άσαντ διευκολύνοντας τη ροή χρημάτων, όπλων, πολεμοφοδίων και νεοσυλλέκτων και προς την Αλ-Νούσρα, το συριακό παρακλάδι της Αλ-Κάϊντα και προς το επεκτεινόμενο από το σουνιτικό Ιράκ, ISIS.
Η στρατηγική στήριξης του ISIS κορυφώθηκε κατά την πολύμηνη μάχη του Κομπανί κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2014, όταν ο τουρκικός στρατός λειτούργησε ουσιαστικά ως η οπισθοφυλακή του Ισλαμικού Κράτους-ΙΚ αρνούμενος να προσφέρει την παραμικρή στήριξη στη διεθνή συμμαχία που επιχειρούσε να κρατήσει ζωντανή την κουρδική αντίσταση. Πέραν αυτού, ο Ερντογάν κράτησε κλειστά τα σύνορα στον άμαχο πληθυσμό που επιχειρούσε να φύγει από το κουρδικό “Στάλινγκραντ” για μεγάλο χρονικό διάστημα εξοργίζοντας την κουρδική κοινή γνώμη της χώρας του ενώ παράλληλα μπλόκαρε τον ανεφοδιασμό των Κούρδων μαχητών της Συρίας (YPG) από τους Κούρδους της Τουρκίας έως ότου φτάσουν οι 1.000 μαχητές του μοναδικού περιφερειακού συμμάχου της Άγκυρας στην περιοχή και προέδρου του αυτόνομου κουρδικού κράτους του Βορείου Ιράκ, Μασούντ Μπαρζανί.
Σε άρθρο μας στον Φιλελεύθερο της 12ης Οκτωβρίου 2014 είχαμε διακινδυνεύσει την εκτίμηση ότι ο Ερντογάν θα πληρώσει πολύ ακριβά τη στάση που κράτησε στο Κομπανί χάνοντας μεγάλο μέρος της παραδοσιακής κουρδικής ψήφου που του έδινε σειρά αυτοδύναμων κυβερνήσεων κατά την περίοδο 2002-2015. Η μαζική φυγή της κουρδικής ψήφου προς το φιλο-κουρδικό κόμμα HDP που απέσπασε 13% στις εκλογές της 7ης Ιουνίου 2015 στέρησε στον τούρκο πρόεδρο την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που χρειαζόταν για την αλλαγή του συντάγματος και την υπερσυγκέντρωση εξουσιών στα χέρια του κατά τρόπο που θα μετέβαλλε ουσιωδώς το εκτελεστικό κέντρο βάρους του πολιτεύματος σε βάρος του εκάστοτε Πρωθυπουργού.
Ο κ. Ερντογάν αντιμετωπίζει το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών ως μια αναποδιά που δεν θα της επιτραπεί να ανατρέψει το στρατηγικό του σχεδιασμό. Η απόφασή του να χτυπήσει θέσεις του ΙΚ στη Συρία και να δώσει το πράσινο φως για να χρησιμοποιηθεί η βάση του Ιντσίρλικ από τους Αμερικανούς στις επιχειρήσεις τους κατά του ΙΚ σε Συρία και Ιράκ αποτελεί κατ'ουσία επιχείρηση αντιπερισπασμού από τον κεντρικό στρατηγικό του στόχο: Να υποχρεώσει το ΡΚΚ να προβεί σε γενικευμένα αντίποινα σε όλη την Νοτιοανατολική Τουρκία, διαλύοντας την ειρηνευτική διαδικασία που ο ίδιος ξεκίνησε το 2012, προκειμένου να αποσυσπειρώσει την κουρδική ψήφο του HDP και να το πετάξει εκτός της επόμενης Εθνοσυνέλευσης στις επερχόμενες έκτακτες βουλευτικές εκλογές.
Σε αντίθεση με την επιχειρούμενη εστίαση του διεθνούς ενδιαφέροντος στη φερόμενη μεταστροφή της τουρκικής πολιτικής κατά του ΙΚ η πραγματικότητα που διαμορφώνεται είναι ουσιωδώς διαφορετική. Το κέντρο βάρους της τουρκικής προσπάθειας δεν στρέφεται κατά του ΙΚ αλλά επικεντρώνεται αδιακρίτως κατά των ΡΚΚ, ΗDΡ και YPG σε μια προσπάθεια να εξισώσει τους Κούρδους με τους μεσσαιωνικής βαρβαρότητας τζιχαντιστές του ΙΚ. Αυτό τεκμαίρεται από τα εξής γεγονότα:
(α) Οι τουρκικοί βομβαρδισμοί δεν επικεντρώθηκαν συστηματικά κατά των θέσεων του ΙΚ στη Συρία και δεν χτύπησαν θέσεις των τζιχαντιστών στο Ιράκ. Αντιθέτως τις τελευταίες ημέρες επιτείνονται κατά στόχων του ΡΚΚ και του YPG σε όλο το γεωγραφικό χώρο του κουρδικού τόξου σε Τουρκία, Συρία και Ιράκ, με προφανή εξαίρεση τις κουρδικές επαρχίες του Ιράν.
(β) Στη σύνοδο του ΝΑΤΟ ήταν εξόφθαλμη η προσπάθεια της Άγκυρας να ταυτίσει συλλήβδην τους Κούρδους με το ΙΚ. Μολονότι τόσο το ΝΑΤΟ όσο και η Ε.Ε. και οι Η.Π.Α αναγνωρίζουν στην Τουρκία το δικαίωμα της αυτοάμυνας και χαρακτηρίζουν το ΡΚΚ ως τρομοκρατική οργάνωση δεν αποδέχονται το χαρακτηρισμό του YPG ως τρομοκρατική οργάνωση και εξακολουθούν να το στηρίζουν στον αγώνα του κατά του ΙΚ στη Συρία. Οι παραινέσεις της κας. Μέρκελ και άλλων ευρωπαίων αξιωματούχων προς τον κ.Ερντογάν να μην κηρύξει γενικευμένο πόλεμο κατά των Κούρδων και να “αυτοπεριορισθεί” στις αντιδράσεις του είναι ενδεικτικές της απόστασης που χωρίζουν την Τουρκία από τους Συμμάχους της.
(γ) Σύμφωνα με ανακοίνωση στις 29 Ιουλίου του κυβερνητικού εκπροσώπου κ.Μπουλέντ Αρίντς από τα 1.302 άτομα που έχουν ως συλληφθεί από τις επιχειρήσεις σκούπα των τουρκικών υπηρεσιών ασφαλείας για σχέση τους με την τρομοκρατία, μόνο τα 137 κατηγορούνται ότι έχουν σχέση με το ΙΚ. Τα υπόλοιπα 847 άτομα έχουν σχέση με το ΡΚΚ.
(δ) Ο κ. Ερντογάν ζήτησε απο το Κοινουβούλιο στις 28 Ιουλίου να αφαιρέσει την ασυλία σε μεγάλο αριθμό των βουλευτών του HDP έτσι ώστε να μπορούν να διωχθούν ποινικά για τις σχέσεις τους με το ΡΚΚ. Ο τούρκος πρόεδρος και σύσσωμο το ΑΚΡ κατηγορούν το HDP για την κατάρρευση της εκεχειρίας που σε μεγάλο βαθμό είχε εφαρμοσθεί από το 2013.
Η προσπάθεια της Τουρκίας να αναβαπτισθεί ως ο πρωτοστάτης της μάχης κατά του ΙΚ θα συγκρουσθεί με τα συστημικά αδιέξοδα της ακολουθούμενης στρατηγικής της στο Συριακό και θα αποτύχει για τους ακόλουθους λόγους:
(α) Η Τουρκία έχει και είχε ως πάγεια επιδίωξή της να δημιουργήσει μια ζώνη κατοχής εντός του Συριακού εδάφους όπου θα επανατοποθετήσει τους Σύριους πρόσφυγες που φιλοξενεί μαζί με την τελευταία έκδοση του Συριακού Απελευθερωτικού Στρατού (ΣΑΣ) που θα εξοπλίσει και εκπαιδεύσει η ίδια με διεθνή βοήθεια. Αυτό ακριβώς προσπάθησε να πετύχει το περασμένο φθινόπωρο έως ότου κατέστη σαφές ότι μια τέτοια λύση θα καταπολεμάτω στο έδαφος της Συρίας και από τους Σαουδάραβες και από τους Ιρανούς.
Παρά την αρχική διεθνή συμφωνία επί του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, που θα δοκιμασθεί στην πράξη ιδίως κατά τη φάση επικύρωσής της από την αμερικανική Γερουσία, η Τεχεράνη και η Χεζμπολά θα κάνουν τα πάντα για να στηρίξουν το καθεστώς Άσαντ, ενώ η αντίδραση του Αραβικού Συνδέσμου με δεδομένες τις ψυχροπολεμικές σχέσεις Αιγύπτου-Τουρκίας δύσκολα θα επικροτήσει μια de factoτουρκική εισβολή στο Συριακό έδαφος έστω και εάν αυτή γίνει σε βάρος του ΙΚ.
(β) Ο νέος ΣΑΣ αποτελεί σε μεγάλο βαθμό θεωρητική δύναμη στην παρούσα χρονική συγκυρία. Η αντι-Ασσαντική αντίσταση, όση δεν ελέγχεται από την Αλ-Νούσρα και το ΙΚ, έχει κατακερματισθεί σε 1.200 νεοφεουδαλιστικού τύπου οργανώσεις, χωρίς επιτελική συγκρότηση και κατεύθυνση. Ακόμη και εάν οι Τούρκοι έθεταν υπό τον έλεγχο τους αύριο τη Συριακή ζώνη που θέλουν να ελένξουν θα χρειασθούν τουλάχιστον 18-24 μήνες πρίν μπορέσει να αποτελέσει υπολογίσιμη δύναμη ο νέος ΣΑΣ.
(γ) Η περιοχή την οποία διεκδικεί η Τουρκία για τη δημιουργία μιας ζώνης ελέγχου εντός Συριακού εδάφους ελέγχεται κατά κύριο λόγο από το ΙΚ. Αν και αναμένεται η αποτελεσματικότητα των αμερικανικών/συμμαχικών βομβαρδισμών να βελτιωθεί μετά την ενεργοποίηση του Ιντσιρλίκ η εμπειρία του ενός έτους πολέμου κατά του ΙΚ είναι ότι οι από αέρος επιχειρήσεις από μόνες τους δεν επαρκούν ούτε κάν για να ανακόψουν την περαιτέρω επέλαση των μαχητών του Αλ-Μπαγκντάντι που -με την εξαίρεση του Κομπανί- κέρδισαν νέο έδαφος και στο Ιράκ και νοτίως της Δαμασκού.
Η Τουρκία εν ολίγοις θα πρέπει να ματώσει η ίδια για να διώξει το ΙΚ από τη Βόρεια Συρία ή να σταματήσει να πολεμάει τη μοναδική μερικώς αποτελεσματική επιτόπια δύναμη που μπορεί να χτυπήσει το ΙΚ, δηλαδή του Κούρδους μαχητές του YPG. Η Άγκυρα μέχρι στιγμής λέει ότι επιδιώκει μόνο την επιβολή μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων επί της συγκεκριμένης συριακής περιοχής αλλά αυτό είναι μάλλον παράλογο δεδομένου ότι το ΙΚ δεν φημίζεται για την πολεμική του αεροπορία.
Ίσως για αυτούς τους λόγους ο πραγματικός στόχος των τουρκικών βομβαρδιστικών να είναι ο τούρκος ψηφορόρος και όχι οι δυνάμεις του ΙΚ.