Καθυστερήσεις και στρεβλώσεις πολλών χρόνων ¨πληρώνει¨τώρα η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού
Δίχως να πουληθούν μονάδες ηλεκτρισμού της ελεγχόμενης από το κράτος επιχειρήσεις άνοιξε στις περισσότερες από τις χώρες- μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη δεκαετία του ’90 η αγορά ηλεκτρισμού, ακριβώς επειδή φρόντισαν από μόνες τους να περιορίσουν τη δεσπόζουσα θέση που είχαν τα μέχρι τότε κρατικά μονοπώλια.
Κατάργησαν στην πράξη, και όχι κατ’ όνομα όπως εδώ, τις στρεβλώσεις στην αγορά χονδρικής, διαχώρισαν από την κρατική εταιρεία τα δίκτυα ώστε να καθιερωθούν ίσοι όροι παιχνιδιού για τους ανταγωνιστές της, και αύξησαν σταδιακά αλλά λελογισμένα τα τιμολόγια λιανικής ώστε να επιτραπεί η είσοδος στο χώρο και άλλων παρόχων. Σαν συνέπεια τα τιμολόγια σε βάθος χρόνου έπεσαν. Επίσης θωράκισαν την αγορά τους με έναν ισχυρό ρυθμιστή του παιχνιδιού (ΡΑΕ), και όχι με απλό γνωμοδοτικό ρόλο, όπως στη δική μας περίπτωση.
Ακολούθησαν δηλαδή μέτρα ήπιας προσαρμογής, όπως προκύπτει και από τη μελέτη του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ (Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού στην Ε.Ε., του Michael Politt, 2009), κάτι που δεν συνέβη στην Ελλάδα. Και στους τέσσερις δείκτες που σύμφωνα με τη μελέτη εξετάζει η Κομισιόν, για να δει αν μια αγορά έχει ανοίξει, η Ελλάδα παίρνει τη χειρότερη βαθμολογία: Πολύ μικρός αριθμός καταναλωτών έχει αλλάξει πάροχο (γύρω στο 3%), το μερίδιο των ιδιωτικών μονάδων στη συνολική παραγωγή ηλεκτρισμού είναι μικρό (κάτω του 10%), διαχωρισμό δικτύων δεν έχουμε, ενώ οι εξουσίες του Ρυθμιστή δεν είναι ισχυρές.
Ακριβώς λόγω της απουσίας πολιτικής τόλμης όλων των κυβερνήσεων την προηγούμενη δεκαετία να τα βάλουν με το πολιτικο - συνδικαλιστικό κατεστημένο και να εφαρμόσουν τα παραπάνω, μας υπέδειξε η τρόικα τον πιο «βίαιο» τρόπο της πώλησης σταθμών της ΔΕΗ (κατά το ιταλικό μοντέλο της Enel, το 1999). Το σύνολο των κυβερνήσεων προτίμησαν να κωφεύουν στα μηνύματα και στις πιέσεις της Κομισιόν, αγνοώντας ακόμη και αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να έχουν εκδοθεί εναντίον μας περισσότερες προειδοποιητικές επιστολές για θέματα ενέργειας από κάθε άλλη χώρα –μέλος της Ε.Ε. των 15.
Ένα αποτυχημένο μοντέλο
Το μοντέλο που ακολούθησαν άλλες χώρες όχι μόνο δεν ζημίωσε τα πρώην μονοπώλια ηλεκτρισμού, αλλά τα οδήγησε σε εξυγίανση και τα μετέτρεψε σε ισχυρές εταιρείες με σημαντικά μερίδια αγοράς σε ολόκληρη την περιφερειακή αγορά της Ευρώπης, αλλά και εκτός E.E. Εδώ στην Ελλάδα, το μοντέλο που ακολουθήσαμε, μετέτρεψε τη ΔΕΗ σε ένα γίγαντα με ξύλινα πόδια που δεν έχει κεφάλαια για επενδύσεις στο γηρασμένο δίκτυο, με ακριβές, ρυπογόνες και παμπάλαιες μονάδες που κάθε καλοκαίρι φοβόμαστε μην πάθουν ζημιά. Οι όποιες κατά καιρούς προθέσεις για αλλαγές αποσύρονταν από το τραπέζι στο όνομα της διάσωσης μιας ισχυρής ΔΕΗ που προέβαλε πάντα το πανίσχυρο συνδικάτο της ΓΕΝΟΠ, υπό την απειλή του διακόπτη.
1ο : Ελλιπής ανταγωνισμός στην παραγωγή
Ετσι σήμερα η ΔΕΗ ελέγχει το 90% της ελληνικής παραγωγής, έναντι 85% της αντίστοιχης εταιρείας στη Γαλλία, 81% του Βελγίου, 55% της Πορτογαλίας, 46% της Ιρλανδίας, 42% της Δανίας και Σουηδίας, 30% της Ιταλίας και Ισπανίας, 25% της Γερμανίας και Φινλανδίας και μόλις 18% της Βρετανίας. Στην Ελλάδα λειτουργούν 6 ιδιωτικές μονάδες, 2.200 MW που ελέγχουν το 18% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος της χώρας. Στην πράξη όμως, επειδή λειτουργούν με φυσικό αέριο και άρα έχουν αρκετά υψηλότερο κόστος από τις λιγνιτικές της ΔΕΗ, μπαίνουν στο σύστημα πολύ λιγότερες ώρες και παράγουν μόλις το 5% της συνολικής ενέργειας.
Επειδή ακριβώς η πολιτεία παραδέχεται ότι υπάρχουν στρεβλώσεις σαν αυτές στην αγορά χονδρικής, όλες οι παραπάνω μονάδες επιδοτούνται με εγγυημένο έσοδο της τάξης των 35.000 ευρώ ανά μεγαβάτ το έτος. Απόδειξη της παραδοχής αυτής είναι ότι η πολιτεία εξετάζει να αναπροσαρμοστεί προς τα πάνω αυτό το ποσό για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά τους. Αν είχαμε υγιή ανταγωνισμό, αν είχαν πρόσβαση σε φθηνές πηγές όπως ο λιγνίτης για να μειώσουν το κόστος τους, δεν θα υφίστατο λόγος το κράτος να τους επιδοτεί.
2ο: Μόνο το 3% των καταναλωτών σε άλλους παρόχους
Στον τομέα αυτόν υπάρχει η μεγαλύτερη στρέβλωση. Ανέκαθεν τα τιμολόγια της ΔΕΗ, διατηρούνταν για κοινωνικούς, υποτίθεται, λόγους σε επίπεδα ακόμη και κάτω του κόστους, γι’ αυτό και είναι από τα χαμηλότερα της Ε.Ε. Το ομολογεί η ίδια η ΔΕΗ με τις προτάσεις που έχει καταθέσει στη PAE, ότι το οικιακό είναι μέχρι και 40% χαμηλότερο του κόστους που το παράγει, και το αγροτικό μέχρι και 60%. Πως τα βγάζει τότε πέρα η ΔΕΗ; Από τα εμπορικά τιμολόγια, που επί χρόνια διατηρούνται πολύ υψηλά, ακριβώς για να «επιδοτεί» τη χασούρα της από τα οικιακά. Τα τελευταία είναι τόσο χαμηλά, ώστε δεν αφήνουν περιθώριο κέρδους σε τυχόν ιδιώτες να ανταγωνιστούν τη ΔΕΗ.
Αποτέλεσμα των παραπάνω, είναι μόνο ένα 3% των καταναλωτών της ΔΕΗ (κυρίως εμπορικοί) να έχουν αλλάξει πάροχο, και αυτό μόλις τον τελευταίο χρόνο, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτοι ανταγωνιστές στη λιανική. Υστερούμε ακόμη και από τη Βουλγαρία όπου έχει μετακινηθεί το 13% από το κρατικό μονοπώλιο σε άλλες εταιρείες, από τη Δανία όπου έχει αλλάξει πάροχο το 14%, τη Γερμανία και την Ισπανία (10%), τη Σουηδία (9%), την Πολωνία (8%), τη Πορτογαλία (7%), την Ιταλία (5%), κ.όκ.
Δείγμα του πόσο ανταγωνιστική είναι η αγορά, είναι και το μερίδιο των λιανεμπόρων που δραστηριοποιούνται. Οι τρεις μεγαλύτεροι παίκτες στο «retail» ελέγχουν μόνο το 30% στη Νορβηγία, το 40% στη Φινλανδία, το 43% στη Ρουμανία και Πολωνία, το 45% στη Γερμανία, το 60% στην Ιταλία και το 65% στην Αυστρία. Στην Ελλάδα φυσικά ελέγχουν το 100%, αφού μόνο η ΔΕΗ κατέχει μερίδιο άνω από 90% (οι άλλοι δύο είναι η Verbund και η Aegean Power που πωλούν κυρίως σε εμπόρους). Στην ίδια μοίρα με εμάς βρίσκονται μόνο η Αλβανία, η Λιθουανία και η Κύπρος.
3ο: Τι συνέβη με τα δίκτυα στην Ευρώπη
Στην Ελλάδα τα δίκτυα μεταφοράς (υψηλή τάση) έχουν μεταφερθεί σε έναν κατ’ όνομα ανεξάρτητο διαχειριστή, τον ΔΕΣΜΗΕ, το 51% του οποίου ανήκει στο Δημόσιο και το 49% στη ΔΕΗ. Σε άλλες χώρες όπως στη Γαλλία το μάνατζμεντ γίνεται από ανεξάρτητο διαχειριστή, γεγονός που μείωσε αισθητά τις κατηγορίες εναντίον της κρατικής εταιρείας EDF για αλχημείες και νόθευση του ανταγωνισμού. Το 15% μάλιστα του γαλλικού διαχειριστή ελέγχεται από ιδιώτες, έναντι 49% σε Πορτογαλία και Αυστρία, 64% στο Βέλγιο, 70% στην Ιταλία, 80% στην Ισπανία, 88% στη Φινλανδία και 100% σε Βρετανία και Γερμανία. Ακόμη και μικρότερες χώρες έχουν κάνει βήματα προς την κατεύθυνση αυτή, όπως η Λιθουανία. Στην Ελλάδα αντίθετα συχνά- πυκνά ο ΔΕΣΜΗΕ κατηγορείται ότι μεροληπτεί υπέρ της ΔΕΗ, από την οποία άλλωστε προέρχεται το προσωπικό του. Παραδείγματος χάρη, το Μάιο υποβλήθηκε καταγγελία στη ΡΑΕ, σύμφωνα με την οποία καθ’ όλο το 2009, ο Διαχειριστής δήλωνε ότι λειτουργούσαν και παρήγαγαν υδροηλεκτρική ενέργεια- την πιο φθηνή μορφή ενέργειας- πολύ περισσότερα εργοστάσια της ΔΕΗ απ’ ότι στην πραγματικότητα. "Τούτο είχε σαν συνέπεια, η τιμή στη χονδρεμπορική αγορά να διατηρηθεί τεχνητά, καθ’ όλο το έτος, σε πολύ χαμηλά επίπεδα, προς όφελος της ΔΕΗ, πρακτική στην οποία οφείλεται εν μέρει και η περυσινή υψηλή της κερδοφορία, της τάξης του 1 δισ. ευρώ", αναφέρει η καταγγελία που εξετάζει η ΡΑΕ. Τα δίκτυα διανομής (χαμηλή και μέση τάση) ανήκουν επίσης στη ΔΕΗ. Η Οδηγία με την οποία η Ελλάδα πρέπει να έχει συμμορφωθεί οπωσήποτε μέχρι και το Μάρτιο, δίνει τρεις δυνατότητες στις χώρες- μέλη : παραχώρηση της κυριότητας των δικτίων σε ιδιώτες (όπως μας είχε ζητήσει αρχικά η τρόικα), μεταβίβασή τους σε ανεξάρτητο διαχειριστή, και η τελευταία αλλά λιγότερη αποτελεσματική λύση που θα ήθελε και η ΔΕΗ, είναι η μεταφοράς τους απλώς σε μια νέα θυγατρική της κυρίαρχης όμως εταιρείας.
4ο: Χωρίς ισχυρές αρμοδιότητες η ΡΑΕ
Τη χειρότερη βαθμολογία παίρνει η Ελλάδα και στον τέταρτο κρίσιμο δείκτη, αυτόν που αφορά στο πόσο ισχυρές αρμοδιότητες έχει ο ρυθμιστής της αγοράς. Στη μελέτη του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ που επικαλείται στοιχεία της Κομισιόν, η χώρα βαθμολογείται με το χαμηλότερο βαθμό (3), στην ίδια θέση με τη Γερμανία και την Ισπανία, με τη διαφορά ότι οι χώρες αυτές έχουν σημειώσει πολύ μεγάλη πρόοδο στα υπόλοιπα κεφάλαια (διαχωρισμός δικτύων, ανταγωνισμός σε λιανική, παραγωγή). Η τρόικα δηλαδή βλέπει συνολικά την πρόοδο μιας χώρας. Αν είχαμε κάνει βήματα κάπου, αλλά υστερούσαμε αλλού, δεν θα μας απειλούσε με τις χειρότερες δυνατές λύσεις. Αλλά η χώρα αντιστάθηκε σε όλα τα μέτωπα.
Γερμανία: Είχε ανταγωνισμό πριν το επιβάλλει η Κοινότητα
Πριν καν η Κονότητα ασχοληθεί με το άνοιγμα της αγοράς ενέργειας, στη Γερμανία λειτουργούσαν πέραν της μιας επιχειρήσεις. Ειδικότερα υπήρχαν αρκετές εταιρείες παραγωγής και πολλές μικρότερες στη διανομή, στη κυριότητα των οποίων ανήκαν τα δίκτυα, ακόμη και σε επίπεδο Δήμων. Επομένως όταν εφαρμόσθηκαν οι Κοινοτικές οδηγίες, η χώρα ήταν ήδη έτοιμη, και το μόνο που συνέβη ήταν μια μεγάλη συγκέντρωση δυνάμεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2008, στη διάρκεια μάλιστα της διαπραγμάτευσης σε κοινοτικό επίπεδο για τον διαχωρισμό των δικτύων, και ενώ η κυβέρνηση προωθούσε τη λύση της παραμονής τους σε θυγατρική, η ΕΟΝ, ένας από τους δύο κολοσσούς μαζί με την RWE, ανακοίνωσε ότι θέλει να τα πουλήσει. Αποφάνθηκε ότι αυτή δραστηριότητα, για τη χρήση της οποίας από τρίτους επιβάλλονταν ρυθμιζόμενες χρεώσεις, δεν θα της απέφερε πολλά κέρδη, και προκειμένου να αποκομίσει σημαντική ρευστότητα για να αναπτύξει τις κύριες δραστηριότητές της, στην παραγωγή ενέργειας και στην εμπορία, αποφάσισε να πουλήσει τα δίκτυα.
Γαλλία: Διαχώρισε εγκαίρως τα δίκτυα
Δειλά- δειλά τα τελευταία χρόνια άρχισαν να ανεξαρτητοποιούνται κάποια τμήματα της παραγωγής, παρ' όλα αυτά η Edf παραμένει ο εθνικός πρωταθλητής, ελέγχοντας το 85% της παραγωγής ηλεκτρισμού. Αν και η χώρα σε μια σειρά τομέων άργησε να προσαρμοσθεί με τις κοινοτικές της υποχρεώσεις, εντούτοις έχει κάνει πολλά βήματα στο τομέα του διαχωρισμού των δικτύων, δημιουργώντας ανεξάρτητες εταιρείες στις οποίες συμμετέχουν ιδιώτες σε ποσοστό 15%. Το 2005 συνέστησε θυγατρική (RTE) στο δίκτυο μεταφοράς, με ανεξάρτητο μάνατζμεντ, γεγονός που συνέβαλε στο να πάψει να κατηγορείται για αλχημείες και νόθευση του ανταγωνισμού, όπως συνέβαινε μέχρι τότε. Το δίκτυο έτσι δεν μεροληπτεί υπέρ ενός παίκτη, και αν μη τι άλλο, χαλάρωσε κάπως η κριτική που δεχόταν η Edf από τους ανταγωνιστές της. Σημειωτέον ότι η Edf ακολουθεί πολύ επιθετική πολιτική πανευρωπαικά, έχοντας εξαγοράσει αρκετές εταιρείες, ανάμεσα στις οποίες και η ιταλική Edison, με παρουσία στην Ελλάδα.
Ιταλία : Το επιτυχημένο σπάσιμο της Enel
Το 1999, με το νόμο Bertani, η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να ανοίξει την αγορά της, αναγκάζοντας την κρατική εταιρεία Εnel να πουλήσει μονάδες και να περιορίσει το μερίδιό της από 80% σε κάτω του 50%. Δημιουργήθηκαν τρία ενεργειακά "καλάθια", συνολικής ισχύος 15.000 MW, στα οποία η Enel εισέφερε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του χαρτοφυλακίου της (λιθάνθρακα, υδροηλεκτρικά, και φυσικό αέριο) και εν συνεχεία πούλησε σε τρεις διαγωνισμούς. Σήμερα η Enel κατέχει το 30% της αγοράς, και στο μετοχικό της κεφάλαιο συμμετέχει το κράτος με 31,5%. Υπήρχαν αρκετές αναλογίες με την περίπτωση της ΔΕΗ. Εν συνεχεία η Enel ενδυναμώθηκε με τα κεφάλαια που εισέπραξε, αναδιαρθρώθηκε, ανανέωσε το δυναμικό της, έκανε εξαγορές στο εξωτερικό, και σήμερα δεν έχει καμία σχέση με την εταιρεία που ήταν το 1999.
Ισπανία: Παρεμβατικός ο ρόλος του κράτους
Αν και δύο είναι οι κυρίαρχοι παίκτες ( Iberdrola, Endesa), εντούτοις επειδή οι αγορές χονδρικής αλλά και λιανικής λειτουργούν αποτελεσματικά χωρίς τις ελληνικές στρεβλώσεις, εισήλθαν στη χώρα ξένες εταιρείες μέσω της αγοράς άλλων μικρότερων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ισπανική Endesa εξαγοράστηκε από την ιταλική Enel. Το κύριο στοιχείο της αγοράς ήταν ότι λειτουργεί πολύ καλύτερα από την ελληνική, παρ’ ότι το κράτος διατήρησε πάντοτε ισχυρό παρεμβατικό ρόλο.
(