Καταδίκη των αναδρομικών επεμβάσεων στις ΑΠΕ και από ευρωβουλευτές
Η ομόθυμη καταδίκη των αναδρομικών δυσμενών επεμβάσεων στους υφιστάμενους υποστηρικτικούς μηχανισμούς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες αποτελούν κοινή συνισταμένη των νέων πολιτικών που ακολουθούν ορισμένα κράτη μέλη της Ένωσης, αναδείχθηκε στο σημαντικό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες με αντικείμενο “Το μέλλον των υποστηρικτικών μηχανισμών των ΑΠΕ στην Ευρώπη” και στο οποίο συμμετείχαν αρκετοί ευρωβουλευτές, εκπρόσωποι συλλογικών φορέων και εξέχοντες νομικοί από πολλές χώρες της Ε.Ε.
Όπως κατέστη σαφές, οι αναδρομικές παρεμβάσεις δεν υιοθετούνται εντούτοις απ’ όλα τα κράτη μέλη: Φωτεινή εξαίρεση αποτελούν εκείνα τα κράτη μέλη που προσλαμβάνουν ως σημαντική τη διαφύλαξη επενδυτικής ασφάλειας και την τήρηση δικαιοκρατικών εγγυήσεων και στα οποία, ως εκ τούτου, οι όποιες περιοριστικές παρεμβάσεις, στο μέτρο που θεσπίζονται, δεν έχουν αναδρομικη ισχύ.
Παρά τη διαφαινόμενη κοινή ευρωπαϊκή διάσταση του σχετικού προβληματισμού, διάχυτη ήταν η εκτίμηση ότι η τροπή που έχουν λάβει οι περιοριστικές αναδρομικές παρεμβάσεις εναντίον των ΑΠΕ στην Ελλάδα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την έκτακτη εισφορά και το κυοφορούμενο New Deal, έχουν τέτοια ένταση και μορφή, ώστε υφίσταται κίνδυνος διάχυσης του εν λόγω παραδείγματος και σε άλλα κράτη μέλη, αν δεν υπάρξει συντονισμένη αντίδραση των ενδιαφερομένων επενδυτών και των συλλογικών φορέων τους.
Στο πλαίσιο αυτό, παριστάμενοι ευρωβουλευτές και νομικοί από διάφορα κράτη μέλη ανέδειξαν και την ανάγκη αποτελεσματικής παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ειδικά σε εκείνες τις περιπτώσεις που δια των αναδρομικών παρεμβάσεων παραβιάζονται και σημαντικές καταστατικές αρχές του ίδιου του ενωσιακού δικαίου.
Από ελληνικής πλευράς, προσκεκλημένος ομιλητής ήταν ο Δρ. Α. Μεταξάς, Λέκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος χαρακτήρισε την προσέγγιση που διέπει τα ειλημμένα και κυοφορούμενα δυσμενή αναδρομικά μέτρα εναντίον των ΑΠΕ στην Ελλάδα ως καταφανώς δικαιοκρατικά μετέωρη αλλά και τυπικό παράδειγμα παραβίασης της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επενδυτών, η οποία μάλιστα καλλιεργήθηκε ενσυνείδητα και με ιδιαίτερη επίταση από σειρά εγχώριων πολιτικών ιθυνόντων, oι οποίοι κατά τα άλλα απέτυχαν να συγκροτήσουν έγκαιρα έναν ορθό πολιτικορυθμιστικό σχεδιασμό και πλαίσιο για την ισόρροπη ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα πριν προσκαλέσουν εγχώριους και ξένους επενδυτές να προβούν στις αντίστοιχες επενδύσεις. “Αν και είναι σαφές” δήλωσε ο κ. Μεταξάς, όταν ρωτήθηκε και από εκπροσώπους ξένων ΜΜΕ σε σχέση με τη νομική του τοποθέτηση για το κυοφορούμενο New Deal, “ότι δεν μπορεί κανείς συγκροτημένα να τοποθετηθεί υπεύθυνα επί ενός νομοσχεδίου που δεν έχει δει ακόμα το φως της δημοσιότητας, γεγονός είναι ότι, αν τεθούν θέματα παραβίασης βασικών δικαιοκρατικών αρχών, θα εγερθεί ζήτημα αξιοπιστίας και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο μέτρο που χορηγήσει τη σχετική της συναίνεση στα σχεδιαζόμενα μέτρα παρά τις δικές της επανειλημμένες και εμφατικές διακηρύξεις επί του θέματος. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από σχετικά πρόσφατο Δελτίο Τύπου της ίδιας της Επιτροπής (βλ.http://europa.eu/rapid/press-release_IP-13-1021_en.htm#!), στο οποίο επισημαίνεται ρητώς ότι «οι Κυβερνήσεις θα πρέπει να αποφεύγουν αναδρομικές τροποποιήσεις των συστημάτων στήριξης των ΑΠΕ» και «να σέβονται τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών σχετικά με τις αποδόσεις που λαμβάνουν για επενδύσεις που έχουν πραγματοποιήσει».
“Η συγκεκριμένη κριτική τοποθέτηση σε σχέση με την επιλογή των συγκεκριμένων μέτρων και η διατύπωση νομικών προβληματισμών είναι ζήτημα επιστημονικής ευθυκρισίας, δεν σχετίζεται με κάποια ευμενή προκατάληψη ειδικά υπέρ των ΑΠΕ. Αν κάποιος προσεγγίζει τη νομική του αξιολόγηση με όρους επιστημονικής ακρίβειας και όχι συντεχνιακής ευκαιριακότητας, τους ίδιους νομικούς προβληματισμούς θα όφειλε να διατυπώσει αν οι πρόσκαιρα θιγόμενοι ήταν άλλοι ενεργειακοί παίκτες και κλάδοι. Η εμπέδωση μιας δικαιοκρατικής χαλαρότητας και η εξοικείωση με νομικά ανορθόδοξες προσεγγίσεις δεν έχει μακροπρόθεσμα κερδισμένους. Αν η τήρηση βασικών δικαϊκών αρχών και των κύριων, έστω, νομικών “όρων του παιχνιδιού” δεν είναι αυτονόητη, αργά ή γρήγορα όλοι λίγο-πολύ θα πληγούν, η δε υπονόμευση της επενδυτικής ασφάλειας δύσκολα οριοθετείται “αεροστεγώς” και συνεπώς μακροπρόθεσμα ενδέχεται να πλήξει άμεσα ή έμμεσα και αυτούς που σήμερα ίσως αυταπατώνται ότι θα μείνουν αλώβητοι.”