Ιταλική παρεμβολή
του Γιώργου Καπόπουλου

Ιταλική παρεμβολή

06 07 2012 | 12:13

Πρώτα η τετραμερής της Ρώμης, που αναγγέλλεται ως ελιγμός που στριμώχνει τον Ολάντ και εξυπηρετεί τη Μέρκελ και τελικά καταγράφεται ως απομόνωση της καγκελαρίου απέναντι στους άλλους τρεις, στη συνέχεια η Σύνοδος Κορυφής πριν από μία εβδομάδα, όπου ο Μόντι πρωταγωνιστεί τουλάχιστον επικοινωνιακά σημειώνοντας προβάδισμα στην εκπροσώπηση του Νότου, και τέλος η προχθεσινή ιταλογερμανική Συνάντηση Κορυφής στην ιταλική πρωτεύουσα, που επέτρεψε στον Ιταλό πρωθυπουργό να ξαναβρεί το στίγμα του ενδιάμεσου.

Πια απλά, η Ιταλία είναι στο πλευρό της Γαλλίας και της Ισπανίας, ζητώντας επειγόντως μέτρα θωράκισης από την πίεση των αγορών, και ταυτόχρονα στο πλευρό της Μέρκελ, στη θέση ότι η συνολική θωράκιση της Ευρωζώνης μπορεί να γίνει μόνο στο πλαίσιο Οικονομική Διακυβέρνηση - Πολιτική Ενωση.

Πέρα από το προσωπικό πολιτικό διαπραγματευτικό ταλέντο του Μόντι, έχουμε ένα λαμπρό δείγμα γραφής της συνέχισης μιας ιταλικής διπλωματικής παράδοσης που υπάρχει από το 1860, όταν το Βασίλειο του Πεδεμοντίου υπό την ηγεσία των Βιτόριο Εμανουέλε και Καβούρ προσάρτησε το Βασίλειο των δύο Σικελιών για να δημιουργήσει το νέο ιταλικό κράτος.

Το νέο κράτος ήταν ακόμη πολύ εύθραυστο και η ενότητά του προσχηματική για να μπορέσει να διεκδικήσει ισότιμη θέση δίπλα στις μεγάλες δυνάμεις που διαμόρφωναν τις ισορροπίες της Γηραιάς Ηπείρου, μια φιλοδοξία που έγινε ακόμη δυσκολότερη μετά τη συγκρότηση της Ενιαίας Γερμανίας στις αρχές του 1871.

Ετσι, η Ιταλία ακολούθησε το μόνο δυνατό δρόμο για να επιβάλλει μια πολιτική ισοτιμία σε πλήρη δυσαρμονία με την οικονομική και στρατιωτική της ισχύ: Το ρόλο του μπαλαντέρ, που με τις συνεχείς μετακινήσεις και ανατροπές συμμαχιών γίνεται αποδεκτός ως ισότιμος, γιατί όλες οι πλευρές προσδοκούν στη δυνητική του αξιοποίηση την κατάλληλη στιγμή.

Το πρόβλημα, όμως, πολλές φορές είναι ότι χάνεται η αίσθηση της πραγματικότητας, η επίγνωση των ορίων και των δυνατοτήτων της διπλωματίας της παρεμβολής και η Ρώμη συμπεριφέρεται ως πραγματικά μεγάλη δύναμη:

Ετσι, το 1919, όταν σε μια επίδειξη οργής ο Ιταλός πρωθυπουργός εγκαταλείπει το συμβούλιο των Μεγάλων, που δεν ικανοποιεί τον αυτοκρατορικό επεκτατισμό της Ρώμης, οι Λόιντ Τζορτζ, Κλεμανσό και Ουίλσον καλούν τον Ελευθέριο Βενιζέλο και του δίνουν «πράσινο φως» για την κατάληψη της Σμύρνης.

Αν οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης κατέλαβαν ανενόχλητες την Αφρική και την Νοτιοανατολική Ασία και έχτισαν αποικιακές αυτοκρατορίες, όταν ο Μουσολίνι εισβάλει στην Αιθιοπία το 1935 υφίσταται διπλωματική απομόνωση και σκληρές οικονομικές κυρώσεις από την Κοινωνία των Εθνών.

Η διαφορά των διπλωματικών ελιγμών του 19ου και 20ού αιώνα με τη σημερινή δημοσιονομική κρίση είναι ότι οι επενδυτές δεν πείθονται με ρητορική χωρίς αντίκρισμα, ούτε προεξοφλούν ως δεδομένες μεταχρονολογημένες στην εφαρμογή τους αποφάσεις, που αμφισβητούνται από την επόμενη μέρα από τη Χάγη και το Ελσίνκι.

Με άλλα λόγια, η περίτεχνη διπλωματία ελιγμών του Μόντι δεν θα πείσει τις αγορές και κινδυνεύει να καταγραφεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος σαν την επίθεση πολωνικού ιππικού σε γερμανικά τεθωρακισμένα τον Αύγουστο του 1939.

Στη σκιά των αγορών

Αυτή η παρεμβολή της Ρώμης ανάμεσα στο Βερολίνο και στο Παρίσι μπορεί να συνεχισθεί υπό την προϋπόθεση ότι οι αγορές θα προεξοφλήσουν τη δυνατότητα υλοποίησης των αποφάσεων της 29ης Ιουνίου το Δεκέμβριο και θα σταματήσουν να πιέζουν την Ισπανία και την Ιταλία. Τα μηνύματα μέχρι χθες, ακόμη και μετά την εξαγγελία των αποφάσεων Ντράγκι, δεν ήταν ενθαρρυντικά.

(Ημερησία, 6/7/2012)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM