Διασύνδεση Ελλάδας - Κύπρου: Το μήνυμα Μητσοτάκη, η σαφής στήριξη από ΗΠΑ και γιατί η Αθήνα δίνει προτεραιότητα στις οικονομικές εκκρεμότητες - Η ΕΤΕπ επανεξετάζει τη χρηματοδότηση του έργου
Στη γραμμή ότι προέχει να κλείσουν οι οικονομικές εκκρεμότητες, όπως συμφωνήθηκαν τη περασμένη Δευτέρα, αφήνοντας τα δύσκολα γεωπολιτικά σε μεταγενέστερη φάση, κινείται η κυβέρνηση ενόψει της αυριανής σύσκεψης στη Λευκωσία, παρουσία του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Θόδωρου Σκυλακάκη.
Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε η δήλωση Μητσοτάκη κατά τη συνέντευξη του στην ΔΕΘ, ότι «αν εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα του έργου, το έργο θα γίνει και οι όποιοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι θα ξεπεραστούν».
Κυβερνητικές πάντως πηγές μεταφέρουν ένα δύσκολο κλίμα στις διμερείς σχέσεις και δεν είναι τυχαίο ότι από τη Παρασκευή, οπότε και ανακοινώθηκε η πρόσκληση από τη κυπριακή πλευρά, μέχρι και χθες, δεν είχαν γίνει οι διμερείς προπαρασκευαστικές επαφές πάνω στα τεχνικά θέματα, που πάντα προηγούνται τέτοιων συναντήσεων. Κάτι που φυσικά μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός της ΔΕΘ, χωρίς να αποκλείεται οι σχετικές συζητήσεις να λάβουν χώρα σήμερα, ωστόσο τα παραπάνω δίνουν ένα στίγμα της ατμόσφαιρας ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα είναι αυτή της περασμένης εβδομάδας. Κυβερνητικές πηγές επαναλαμβάνουν ότι «η Αθήνα έχει δείξει πλεόνασμα καλής θέλησης», όπως θύμισε από τη Θεσσαλονίκη ο κ. Σκυλακάκης, και ενδείξεις λευκού καπνού ακόμη δεν διαφαίνονται, ειδικά αν ευσταθούν κάποιες πληροφορίες ότι τουλάχιστον μέσα στο Σαββατοκύριακο δεν είχε «κλειδώσει» η παρουσία στην αυριανή συνάντηση του Προέδρου Χριστοδουλίδη.
Στη φάση που βρισκόμαστε, πέραν της δήλωσης Μητσοτάκη, τον τόνο γύρω από τη διασύνδεση δίνει το διπλό αμερικανικό μήνυμα από τη ΔΕΘ, δια στόματος των Τζέφρι Πάιατ και της πρέσβειρας στην Κύπρο Τζούλι Φίσερ, αναδεικνύοντας και τη σημασία που είχε - και έχει- το έργο για τις ΗΠΑ.
Τα αμερικανικά μηνύματα
Στη μεν περίπτωση του υφυπουργού για θέματα ενέργειας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, έχει την αξία η αναφορά του στη σημασία της διασύνδεσης όχι μόνο για την άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου, όσο κυρίως για να ενισχυθεί η διασυνδεσιμότητα της Αν.Μεσογείου, κάνοντας ειδική μνεία στο Ισραήλ. Αν και η ειδησεογραφία γύρω από το καλώδιο, αφήνει συχνά εκτός κάδρου το Τελ Αβίβ, η ισραηλινή συμμετοχή είναι και ο λόγος για τον οποίο είχε εξαρχής το έργο τη στήριξη του διεθνούς παράγοντα.
Κυρίως όμως, ακόμη μεγαλύτερη σημασία είχε η τοποθέτηση της αμερικανίδας πρέσβειρας στη Λευκωσία, Τζούλι Φίσερ, που μιλώντας από το βήμα του 4ου Thessaloniki Metropolitan Summit, επανέλαβε, παραπάνω από μια φορά και όχι προφανώς τυχαία, τη φράση «τώρα είναι η ώρα» (να υλοποιθεί η διασύνδεση), εκφράζοντας την ανησυχία ότι «αυτές οι ευκαιρίες θα περάσουν και η Κύπρος θα μείνει πίσω».
«Έφτασε τώρα η στιγμή να μην σκεφτόμαστε μόνο τα χρήματα και την εμπλοκή της ΕΕ σχετικά με το Great Sea Interconnector», ανέφερε με νόημα η κα Φίσερ, προσθέτοντας ότι «τώρα είναι στιγμή, αν περάσει αυτή η ευκαιρία θα είναι πολύ δύσκολό μετά να ξαναεπιστρέψει, και η Κύπρος θα μείνει να καίει μαζούτ την ώρα που υπάρχει ανάγκη για πράσινη μετάβαση».
Το μήνυμα της αμερικανικής πλευράς είναι ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Great Sea Interconnector «έχει ευρύτερη γεωπολιτική αξία και υπερβαίνει τα στενά πλαίσια της Κύπρου», και οι δηλώσεις αμφότερων των αξιωματούχων δεν πέρασαν απαρατήρητες, όχι μόνο από την Αθήνα, αλλά κυρίως από την Λευκωσία, όπως δείχνουν τα σχετικά δημοσιεύματα.
Το ενδιαφέρον του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τον GSI είναι γνωστό εδώ και χρόνια, η φιλοσοφία του είναι ότι ενισχύει την ασφάλεια σε μια ασταθή περιοχή, όπως η ευρύτερη Αν.Μεσόγειος, διαφοροποιεί τις πηγές προμήθειας γι’ αυτό και εντάσσεται στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ για έναν ισχυρό ενεργειακό άξονα μεταξύ τριών συμμαχικών χωρών.
Οι αμερικανοί έχουν κάθε λόγο να θέλουν να διασωθεί το έργο Ελλάδας- Κύπρου -Ισραήλ, το οποίο σε ένα μεταγενέστερο στάδιο θα μπορούσε και να διερυνθεί, με την προσθήκη χωρών, όπως η Σαουδική Αραβία, που λόγω του πολέμου και των πληγωμένων σχέσεων με το Τελ Αβίβ, έχει βάλει στην άκρη το προ ενός έτους μεγαλόπνοο σχέδιο του διαδρόμου Ινδίας - Μ.Ανατολής- Ευρώπης (IMEC). Σημειωτέον ότι τον περασμένο Μάιο, πολύ προτού τα πράγματα πάρουν τη σημερινή τροπή, το αμερικανικό κρατικό αναπτυξιακό fund DFC, είχε εκφράσει το ενδιαφέρον να δανειοδοτήσει τον GSI ή και να συμμετάσχει στο μετοχικό του κεφάλαιο.
Διαχωρισμός του οικονομικού από το γεωπολιτικό
Στο ελληνικό στρατόπεδο, η κυβέρνηση έχει δεχτεί να διαχωριστούν οι οικονομικές εκκρεμότητες από το δύσκολο πολιτικά για τη Λευκωσία, γεωπολιτικό κεφάλαιο (), που σημαίνει ότι προέχει η διασφάλιση της ανάκτησης του εσόδου 125 εκατ ευρώ από τον ΑΔΜΗΕ κατά τη φάση της κατασκευής, καθώς και η απόφαση για την εγγυημένη απόδοση 8,3% (WACC). Το γεωπολιτικό κομμάτι, δηλαδή ότι σε περίπτωση μιας πιθανής εμπλοκής, οι κύπριοι καταναλωτές θα καταβάλλουν στον ΑΔΜΗΕ εν είδη αποζημίωσης τα κόστη για τις δαπάνες που θα έχει κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή, παραπέμπεται για αργότερα.
Στο θέμα αυτό πάντως έχει τη σημασία της, η προχθεσινή δήλωση από τη ΔΕΘ, του π. Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη ότι «το καλώδιο θα γίνει και εμείς θα το διασφαλίσουμε γεωπολιτικά», χωρίς ο ίδιος να διευκρινίσει τι εννοεί. Ερωτηθείς σχετικά, περιορίστηκε να επισημάνει ότι «δεν αισθάνομαι γεωπολιτικό ρίσκο, δεν υπάρχει κίνδυνος», λέγοντας πως «το διεθνές δίκαιο προστατεύει όλες τις έρευνες, όπως επίσης και την πόντιση του καλωδίου».
Εξελίξεις με ΕΤΕπ
Σε μια παράλληλη συζήτηση που αφορά πάντα το οικονομικά σκέλος, έχει την αξία της η είδηση ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), φέρεται να μελετά ξανά τη δανειοδότηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, την οποία αρχικά είχε αρνηθεί. Σε επιστολή που απέστειλε η τράπεζα τη περασμένη εβδομάδα στη Λευκωσία κάνει γνωστό ότι μετά τα στοιχεία της μελέτης κόστους - οφέλους (CBA), που της κατέθεσε ο ΑΔΜΗΕ, ανοίγει ξανά το φάκελο του έργου, το οποίο αρχικά είχε κρίνει ως «μη βιώσιμο», αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να το χρηματοδοτήσει.
Κριτική από ΔΗΣΥ προς Χριστοδουλίδη
Στο κυπριακό πολιτικό σκηνικό συνεχίζονται η κριτική και οι βολές προς τη κυβέρνηση Χριστοδουλίδη από κόμματα, όπως ο Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗΣΥ), κρίνοντας από τη προ ημερών επιστολή της προέδρου του Αννίτας Δημητρίου. Σε αυτήν, καλεί τη κυβέρνηση «αντί να κρύβεται πίσω από θεσμούς και διαδικασίες και να απεκδύεται των ευθυνών της, να λάβει επιτέλους τις αποφάσεις της», γεγονός πάντως που με τη σειρά του πυροδότησε αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος, το οποίο δεν έχει ενιαία γραμμή. Ο επικεφαλής της Επιτροπής Εμπορίου Κ. Χατζηγιάννης, όσο και ο τέως πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου χαρακτήρισαν το εν λόγω έργο ως «σκάνδαλο του αιώνα» για να εισπράξουν την απάντηση της κας Δημητρίου ότι η θέση του κόμματος ήταν και παραμένει μία.
Δεν είναι η πρώτη φορά που κόμματα παίρνουν αποστάσεις από τη στάση της κυβέρνησης και ασκούν κριτική, όπως είχε συμβεί προ μερικών εβδομάδων με το Νίκο Παπαδόπουλο, πρόεδρο του ΔΗΚΟ, το οποίο σημειωτέον τη στηριζει. Ο τελευταίος είχε μιλήσει για τοπικά μονοπώλια και συμφέροντα που θησαυρίζουν από την ηλεκτρική ενέργεια και γι’ αυτό δεν θέλουν τη διασύνδεση, θέμα που αναδεικνύει όλο και πιο συχνά ο κυπριακός Τύπος.
Ενδεικτικό είναι χθεσινό δημοσίευμα στον «Πολίτη» που αναφέρεται στη μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στο κόστος παραγωγής των φωτοβολταϊκών στο νησί (5-6 λεπτά η κιλοβατώρα) και τις τελικές τιμές πώλησης του ρεύματος (20-21 λεπτά), κάνει λόγο για κέρδη 400%, και αφήνει σαφή υποννοούμενα για τις σχέσεις των παραγόντων των ΑΠΕ με τη κυβέρνηση Χριστοδουλίδη.